Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

όποιος νύχτα περπατεί...


Επειδή αναμφίβολα το να μιλάς για τον εαυτό σου, ή χάριν του εαυτού σου, εμπεριέχει εξ αρχής κάτι άσεμνο, το ελάχιστο που μπορείς να κάνεις για να υπερβείς τούτη την αυτιστική αμετροέπεια, είναι να έχεις φροντίσει καταρχήν, να χεις ένα πρόσχημα. Και κατά δεύτερο λόγο, ένα πλαίσιο.. Το πρόσχημα μπορεί να είναι: το άρρητο, το δέος, η ελευθερία, η πίστη, το σύμπαν, το φρικτό, η απόγνωση, ο έρωτας, η ζωή, ο θάνατος, το σκοτάδι κτλ κτλ. Το πλαίσιο είναι πιο εύκολο να το βρεις. Το πιο πετυχημένο και δοκιμασμένο πλαίσιο είναι χωρίς αμφιβολία ένα: ο αμετάκλητος όρος του ληξιαρχικού σου περιορισμού. Το ατράνταχτο δηλαδή σκεπτικό που λέει: ¨Ρε μάγκες γεννήθηκα χτες και αύριο μεθαύριο αποχωρώ. Μη μου ζητάτε να μην μιλάω για τον ληξιπρόθεσμο εαυτό μου¨.
Εάν λοιπόν θεωρήσουμε το αμάχητο τούτο πλαίσιο, ως δεδομένο, αυτό που μας μένει για να συνεχίσουμε αυτό το ποστ είναι το πρόσχημα. Το πρόσχημά μου λοιπόν σε τούτη την ανάρτηση είναι η ¨νύχτα¨. Ναι, αυτήν η γνωστή. Και ειδικότερα η πηχτή νύχτα, δίχως φεγγάρια, αστέρια και λοιπά βοηθητικά εργαλεία. Το απόλυτο σκοτάδι.
Ταξιδεύουμε σκαρφαλωμένοι στην καμπούρα της γης, ιδανικά περιστρεφόμενοι γύρω από τον άξονά της με την εκπληχτική ταχύτητα των σαράντα χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο. Μιλάμε για άγρια γκάζια. Και διάγουμε μέσω μιας διηνεκούς ακρίβειας περάσματος από την μέρα στη νύχτα, κι απ΄τη νύχτα στη μέρα. Η λογιστική ακρίβεια των φυσικών νόμων, αγγίζει τα όρια της μεμψιμοιρίας. Αλλά τι να κάνουμε, αυτούς τους νόμους έχουμε , με αυτούς θα πορέψουμε.
Η νύχτα όμως είναι από μόνη της φοβερή. Το καθαρό σκοτεινό και περήφανο φρόνημά της, το συναγωνίζεται και το παλεύει ¨στα ίσα¨ , μόνο ο ταρτουφισμός της και η δημαγωγία της.
Είναι φοβερή!
Όπως ακριβώς λοιπόν, τώρα που κοντοζυγώνουν τα Χριστούγεννα, τα κάστανα και τα κουκουνάρια αδημονούν να μπουν στα σωθικά ενός δύστυχου, μαδημένου πουλερικού, το οποίο θα αποτελέσει το επιμελημένο αμπαλάζ τους για να μπουν στο φούρνο, έτσι και γω κάθε ημέρα καρτερώ την έλευση του σκοταδιού. Να ρθει με το ¨φιμέ¨ σελοφάν του να με τυλίξει. Για να μπω αξιοπρεπώς ενδεδυμένος στον φούρνο της νύχτας. Κι όλα αυτά… μέχρι το ξημέρωμα , οπόταν τα πρώτα πρώτα ράκη του πρωινού σκίσουν το περιτύλιγμα της ακμαίας νύχτας μας, και μας εξαφανίσουν μες στο φως.
Το είπαμε… η νύχτα γενικώς είναι φοβερή.
Όχι ότι και η μέρα πάει πίσω. Κάθε άλλο, ότι και να πεις για λόγου της , παρ΄ όλη τη διαφάνειά της, είναι κι αυτή ένας υπολογίσιμος αντίπαλος. Αλλά να… η μέρα είναι, τρόπον τινά, σαν ένας επώδυνος κωλικός του νεφρού, που αργά ή γρήγορα θα περάσει. Ενώ η νύχτα…άλλο πράμα…Η νύχτα είναι σαν καραμπινάτη κίρρωση του ήπατος που όσο και αν αργήσει, όσο και αν ναζιάρικα σε παιδέψει…στο τέλος με σιγουριά θα σε οδηγήσει στη στοργική μαύρη αγκάλη της. Τι να λέμε; Άλλα μεγέθη…
Ολημερίς αραδίζω, ψάχνω, σκαλίζω τις πτυχές του ημερήσιου φωτός, να κάμω χώρο να κρυφτώ εντός του. Ν΄ αφήσω πίσω μου μόνο τα ξέφτια της επίμονης σκιάς μου, που εννοεί να με έχει συνεχώς στο κατόπι. Ξαναμμένος, με έναν παράλογο ημερήσιο ενθουσιασμό, σκαλίζω ασταμάτητα τα τοιχώματα του φωτός, σαν τυφλοπόντικας παγιδευμένος σε ενεργοποιημένο ¨σολάριουμ¨. Ώσπου το πρώτο αχνό πέπλο της νύχτας (που λένε και οι λογοτέχνες) ξαναπέσει . Και με το χαρμόσυνο αγλάισμά της, θα με τυλίξει μέσα στις βαριές μπροκάρ μαύρες κουρτίνες της.
Η νύχτα πέφτει αποκλειστικά για τον καθένα ξεχωριστά. Η μέρα πάλι, για όλους.
Η μέρα διαπνέεται από σοσιαλιστικές ιδέες. Η νύχτα από αριστοκρατικές.
Η νύχτα τροχίζει την ακοή. Τη μέρα τη ρουφάς με τα μάτια,. ¨…αρμέγεις το φως της οικουμένης…¨ που έλεγε κάποιος. Είναι τυχαίο άραγε ότι πάντα με κατέτρεχε η ανορθολογική και εωσφορική πεποίθηση, πως τα τραγούδια ακούγονται αλλιώς τη νύχτα;

( Ίσως επειδή στην αμβλυμμένη παιδική μου μνήμη, τα πρωινά έχουν ταυτιστεί με τις ανώδυνες μελωδίες του ελαφρού τραγουδιού, και με τις αναζητήσεις απολεσθέντων συγγενών μέσω ερυθρού σταυρού, στα τότε ¨κρατικά¨ βραχέα.
Ενώ όταν ερχόταν το βράδυ,(αχ το βράδυ) το ίδιο ακριβώς λαμπάτο Grundig , πάνω στην εταζέρα με το σεμεν, μεταμορφωνόταν σε ένα ¨εξ αμελείας¨ τέρας. Με κοιτούσε με τα δύο μεγάλα στρογγυλά, σαν μάτια, ποντεσιόμετρα, και ξερνούσε φωτιές από πληγωμένα αισθήματα , τραύματα, απορρίψεις, έρωτες, πάθη και αυτοκαταστροφές, με τα αλλεπάλληλα ματωμένα βέλη λαϊκών ασμάτων, που σκορπούσε στον αέρα.)


Ο σβέρκος μου καίει τη νύχτα, και κάθε φορά ανησυχώ για την τροπή της.
Νύχτα έχασα, με βίαιο τρόπο, αγαπημένα πρόσωπα. Νύχτα, με απαρνήθηκαν ανεκπλήρωτοι έρωτες. Νύχτα έχασα πιωμένος, για ώρες τη συνείδηση μου. Η νύχτα είναι φοβερή.
Συγχρόνως όμως, είναι εντελώς πέρα από τις δυνάμεις μου, το να τηρώ σωστές αποστάσεις από την άτιμη επικράτειά της. Αδύνατον να καταφέρω να σταθώ αλάργα από την σπαρταριστή, κρουστή και ιδρωμένη σάρκα της.
Η νύχτα είναι ένα ανεξερεύνητο σπήλαιο, και παρά το ότι κάθε βράδυ υποδύομαι τον αδρανή σταλακτίτη, ο οποίος αργά αργά, σταγόνα σταγόνα, με αργό τέμπο, σιγοντάρει την αισθησιακή της βαρύτητα… Δεν είμαι παρά ένας φοβισμένος μαθητευόμενος σπηλαιολόγος, με ένα φανάρι ανα χείρας, που αργοσβήνει. Μέσα σε μια νύχτα μόνο γεννήθηκα και μεγάλωσα. Τόσο γρήγορα που δεν κατάλαβα τι μου συνέβη.

Καλησπέρα σας.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Επετειακόν (Volume 2)

(περίληψη προηγουμένου)

Όπου ο ήρωας μας εγκλωβίζεται κάπου μεταξύ της 26ης προς 27η Οκτωβρίου του 2031, συνειδητοποιώντας ότι στα 25 έτη συνεχούς δικτυακής παρουσίας και βλογερικής γραφής, συνέτασσε διαρκώς το ίδιο κείμενο.





Θύμα και θύτης μιας ανέφικτης βλογερικής ¨παπάρας¨, συνειδητοποιεί ότι επί 25ετίας διάνυε μια θλιβερή περίοδο εκπτώσεων των ονείρων του, και ξεπουλήματος της υπόληψης του. Έχων γαρ πλέον την αυτεπίγνωση του μέσου μαλάκα-βλόγερ, ανατρέχει και αναλογίζεται την παιδαριώδη αφέλειά του, καθώς και την ματαιοπονία του, να επιμένει να διατηρεί το μπλόγκ του. Να ελπίζει βλακωδώς, ότι περιχαρακώνοντας την επικράτεια των μονολόγων του εντός του ιστολογίου, ενσαρκώνε ψηφιακώς, την κρεάτινη και διανοητική υπόσταση του. Να βαυκαλίζεται πως ιριδίζοντας, το ζωντόβολο, ως συστοιχία χιλίων pixels στο monitor, καθίσταται εξ αντανακλάσεως υπαρκτός, και εκ φωταύγειας, απτός.

Τόσο μαλάκας.

Τον τσακίζει τώρα, μέσα στο ιδιότυπο χωροχρονικό κλουβί του, μια κακοφορμισμένη χαίνουσα επιθυμία. Μια επιτακτική επιθυμία, για επιστροφή στα ανέμελα α-δικτυακά χρόνια.

Αλλά είναι πολύ αργά για κλάματα, οιμωγές, και μεταμέλειες.

Μια αβάσταχτη επιθυμία τον τρώει. Να σεργιανίσει παρέα με αγνώστους στα κυλιόμενα πεζοδρόμια της Τσιμισκή και της Ερμού. (Στην Σαλονίκη του 2031 τα πεζοδρόμια στο κέντρο είναι κυλιόμενα). Να ακούσει πλανόδιους μουσικούς στο Καπάνι.Να φάει πατσά. Να πιεί μια μαλαματίνα. Και να κάνει μπουρδελότσαρκα στα λαδάδικα.

Έχετε δίκιο, του αξίζει κάθε τιμωρία, πλήν όμως ο εγνωσμένος ανθρωπισμός μας, μας επιβάλει να εξετάσουμε το ενδεχώμενο να του αναγνωριστούν ένα-δυο ελαφρυντικά. Όπως αυτά θα προέκυπταν από την μελέτη του προφίλ του.

Το πρώτο εξ αυτών θα μπορούσε να είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο ήρωας μας ρέπει ξεκάθαρα προς την τραγικότητα. Μια υπολανθάνουσα τραγικότητα η οποία δεν τον εξιλεώνει μεν, αλλά τον καθιστά αυτό που λέμε, ενδιαφέρουσα περίπτωση. Το δεύτερο ελαφρυντικό το οποίο κρίνω ότι οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε, είναι ότι στα εξήντα του χρόνια, διαθέτει ακόμα κάτι από την ζογκλερική ικανότητα ευέλικτης αναπήδησης, ένθεν και ένθεν της αναλαμπής των ίδιών του των ιριδισμών. Να το πούμε πιο απλά: περισώζεται ένα μέρος της αξιοπρέπειας του από το γεγονός ότι δεν έχασε εντελώς το ταλέντο και την καπατσοσύνη να ξεγλιστρά από τα δύσκολα, υποδυόμενος πότε τον ευγενή ευπατρίδη, και πότε τον ψόφιο κοριό. Το πανάρχαιο και αδιαμφισβήτητο δηλαδή, τάλαντο της φυλής.

Άλλωστε αυτό του το ταλέντο ήταν που είχαν θαυμάσει τότε, οι πρώτοι-πρώτοι αναγνώστες του. Την ικανότητά του δηλαδή να υπονοεί, (δίχως να τις εκθέτει ξεκάθαρα), πολλές κρυμμένες σημασίες. Να ντύνει κάθε ένδοξη ανάρτησή του, με ένα νέφος απροσδιόριστων φλου νοημάτων. Τόσο καλά κρυμμένων νοημάτων που σχεδόν δεν υπάρχουν.

Με λίγα λόγια, η μεγαλεπήβολη μαλακία που τον καταδίκασε να κυλιέται μες στα σκατά του δικτύου, ίσως θα ναι αυτήν που θα τον σώσει. Αν σώζεται.

Σαν μουλάρι, λοιπόν, που ξέρει από χρόνια και περπατάει στο ίδιο μονοπάτι, ακόμα κι αν το αφεντικό του έχει πεθάνει, στρώθηκε και έγραψε το επιμύθιο.

Στρώθηκε δηλαδή και συνέταξε το τελευταίο του ποστ, το οποίο μεταξύ άλλων, κατέληγε:
“…αγαπητοί μου αναγνώστες, αποφάσισα να κάνω το κεφάλι μου λεωφόρο. Ανοιχτό ξέφραγο αμπέλι, αλάνα , χέρσο ξερό κάμπο,στέππα.Ξέφραγο και διαθέσιμο για κάθε διέλευση. Έτσι ελπίζω να ανακτήσω, ελάχιστη έστω, από την απολεσθείσα αξιοπρέπεια μου.
Επιλέγω πλέον, να κάνω αυτό που θέλω, δίχως να φοβάμαι μην μου πέσει ο ουρανός στο κεφάλι. Διαφεύγω της μέγγενης των ματαιωμένων στόχων, διότι δεν έχω πλέον στόχους. Από τον ¨απελπισμένο έρωτα της ουτοπίας¨ κρατώ μόνο τον έρωτα. Οι απελπισίες και οι ουτοπίες, πάνε καλιά τους. Αράζω άνετα επάνω στο αιώνιο αιχμηρό μου μεταίχμιο με την ίδια άνεση που θα ξάπλωνα πάνω σε υπέρδιπλο ανατομικό πουπουλένιο στρώμα, και ξεκουράζομαι. Αγνοώ επιδεικτικά την κοφτερή του λεπίδα. Προκειμένου να συνεχίσω να είμαι ένα πανικόβλητο και ανυπόληπτο αντικείμενο ¨μιας χρήσης¨... ένα αναξιοπρεπές σκεύος δικτυακής ηδονής, έρμαιο των διαθέσεων κάθε αδίστακτου αναγνώστη... καλύτερα να γίνω ένα χαρούμενο υποκείμενο ¨καμίας χρήσης¨…

Σκοπεύω να πέρδομαι ανά πενταλέπτου, καθ΄ όλη την ερχόμενη 25ετία…

ποστ όμως δεν ξανανεβάζω…”



Εξ αίφνης η χωροχρονική σαπουνόφουσκα έσκασε. Το ξόρκι έπιασε. Ο αλγόριθμος που θα έλυνε το φλέγον ζήτημα της ταχύτητας διαφυγής από την βαρύτητα της μελανής οπής του, βρέθηκε. Εικοσιπέντε χρόνια ανομολόγητων απελπισμένων προσπαθειών, και μόλις τώρα κατάφερε και συνέταξε την δεύτερη ανάρτηση του. Στη Σαλονίκη του 2031 άρχισε επιτέλους να ξημερώνει η 27η Οκτωβρίου. Την επομένη, στην υποθαλάσσια λεωφόρο του Θερμαϊκού, θα λάβει χώρα μεγάλη στρατιωτική παρέλαση, τη παρουσία του νεοεκλεγέντος πρωθυπουργού Αντρέα Παπανδρέου του Β΄.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Επετειακόν (volume 1)

Αυτό το βιολί το είχε αρχίσει κάποτε ανυποψίαστος… ενώ οι μέρες τότε ακόμα κάλπαζαν γύρω του. Σε μια στιγμή αδυναμίας…τον βρήκε μπόσικο το άτιμο το σακατιλίκι. Σε μια αποφράδα στιγμή, κατά την οποία τον είχε τυλίξει με παγωμένα πανιά ο τρόμος… υπέκυψε. Κατά τη διάρκεια ενός μόνο κολασμένου και ατέλειωτου δέκατου του δευτερολέπτου, ενέδωσε… και τον ρούφηξε η σιφονιέρα.

Τότε, σε μιαν αναλαμπή ενδόμυχης βεβαιότητας, πίστεψε ότι όλα γύρω του θα χαθούν, και θα βουλιάξουν τελεσίδικα μέσα στην επώδυνη ακινησία της μνήμης. Και αυτή του η βεβαιότητα, αποδείχτηκε το μοιραίο λάθος του. Αρχίνησε λοιπόν ασύστολα το πληκτρολογείν, νομίζοντας ο άμοιρος ότι κάτι θα περισώσει.
Και τα χρόνια περνούσαν.
Και ενώ η τρίχα που κρατούσε το στερέωμα στη θέση του έφθινε διαρκώς, και ο κίνδυνος του ολοκληρωτικού χαμού του παντός, παρέμενε ως μια βολική και ανεκτέλεστη απειλή, οι μέρες... το βιολί τους. Συνέχιζαν να καλπάζουν γύρω του σαν αφηνιασμένη αγέλη γκνού στις απέραντες σαβάνες της Ναμίμπια. Και το πληκτρολόγιο συνέχισε να παίρνει φωτιά. Κάθε βράδυ.
Έτσι ξεκίνησαν όλα. Τότε.
Και κάπως έτσι συνέχισαν.
Στην ακολουθία των ημερών, από ένας φτωχοδιάβολος της σειράς, μετετράπει σταδιακώς σε έναν φτωχοδιάβολο-βλόγερ, επίσης της σειράς. Μετουσιώθηκε σε έναν ακόμη απόστολο της μοναξιάς. Έναν προπομπό Ερμή –όχι της καθόδου των ψυχών στον Άδη-
αλλά της ανόδου (upload) των μικρόψυχων posts, στο κολασμένο wordpress.

Χρόνια ψώνιζε ¨ύφος¨ και δανεική αυτεπίγνωση από τις γυάλινες προθήκες του δικτύου, γιατροπορεύοντας τις ευπαθείς εκκρεμότητες της σκιερής πλευράς της μνήμης του. Και κουτσοβόλευε τις πάντα αειθαλείς δυσκολίες του βίου. Ως που έφτασε αισίως(και μαζί του και μεις) στην 26η Οκτωβρίου του 2031 μ.Χ. Ήτοι,25ο έτος μ.Β.(μετά Βλόγιν). Εορτή του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτη, μεγάλη η χάρη του.
Μεγάλη επίσης η χάρη, του 60ντάρη πλέον, κυβερνογραφέα μας.
Εικοσιπέντε συναπτά έτη την έβγαλε αβρόχοις ποσί, στα βρόχια του δικτύου.
Απόψε όμως, η γνωστή σε όλους επιτάχυνση, που επιβάλλεται άνωθεν, στην βαρυτική αλληλουχία των ημερών και στην εναλλαγή των καιρών, τον φυλάκισε εντός μιας χιμαιρικής εποχής. Εντός μιας αδρανούς χωροχρονικής σαπουνόφουσκας. Τον εγκλώβισε στις παρυφές του παρόντος του. Θα λεγε κανείς ότι, παγιδεύτηκε στον ορίζοντα γεγονότων της μελανής οπής του νου του. Εκεί κάπου μεταξύ του ¨χθες¨ του, και του ¨σήμερα¨ του.
Η 26η του μηνός Οκτωβρίου του 2031 λοιπόν, ωσονούπο τον αποχαιρετούσε . Η 27η όμως δεν έλεγε να φανεί.

Χρόνια τώρα μαθήτευε φρόνημα και σιωπηλά, στα θρανία ενός κατακερματισμένου, αλλά πάντα συνεπούς, ως προς τη ροή, χρόνου. Με τη γλώσσα σφιχτά τυλιγμένη ανάμεσα στα δόντια μετρούσε ο ευεργετηθείς, τα αυστηρά ¨τικ-τακ¨ του ευεργέτη χρόνου του. Το ελβετικό ρολόι του πανδαμάτωρος όμως, εσχάτως άρχισε να ρετάρει. Και με φρίκη άρχισε να διαπιστώνει αυτό που πάντα υποπτευόταν, αλλά δεν τολμούσε να αποδεχτεί. Ότι δηλαδή, κάθε μέρα, επί ένα τέταρτο του αιώνα, έγραφε διαρκώς το ίδιο κείμενο. Τα εκατοντάδες, εί μη χιλιάδες, ποστς της σταδιοδρομίας του δεν ήταν παρά διαφορετικές εκδοχές εκείνου του πρώτου-πρώτου ίδιου κι απαράλλαχτου, της 26ης Οκτωβρίου του σωτήριου έτους 2006 μ.Χ. Αλίμονο.

(συνεχίζεται)

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Η μαγεία της αφήγησης

“…Οι πολιτικώς αρμόδιοι αναλυτές των μέσων ενημέρωσης, με την τρίχα σηκωμένη κάγκελο, ¨σέρνουν¨ και βυσσοδομούν, σαν σκυλιά σε περίοδο αναπαραγωγικού οίστρου, γύρω από τα πλέξιγκλας γυαλιστερά τραπέζια των στούντιο. Τι να λέμε..; Μπήκαν με τσαμπουκά να πάρουν το παιχνίδι, χωμένοι ως τα μπούνια, στο φεστιβαλικό εκλογικό θέαμα και στο χορό της προεκλογικής βραχυπρόθεσμης κατανάλωσης λέξεων. Οι πολιτικοί αρχηγοί, ως πετυχημένες, αλλά ευτελείς, διασκευές του προτύπου του ¨λαϊκού αοιδού¨, προικισμένοι (;) ξετυλίγουν τον μύθο τους, ανάλογα με τις ανάγκες του σταθμισμένου δείγματος των σφυγμομετρήσεων. Εκθέτοντας το παρόν, προφητεύουν το μέλλον, δίχως φειδώ. (ποιος έχασε τη φειδώ, για να τη βρούν οι πολιτικοί αρχηγοί)
Οι συναρμόδιοι κομματικοί σχηματισμοί, δημιουργούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε να καταστεί ασφαλής η κύηση. Και οι (παραδοσιακά) γκαστρωμένες κάλπες , θα διεκπεραιωθούν πολιτικά ορθώς, στα Σ.Μ.Ν.Λ.Ε. (Συνταγματικά Μαιευτήρια Νωπής Λαϊκής Εντολής). Θα αδράξουν το ¨γεννητούρι¨ απ΄ τα πόδια, με τα έμπειρα χέρια τους, θα κόψουν τον ομφάλιο λώρο που το ενώνει με την μπανάλ λαϊκιά μαμά του, και θα το χτυπήσουν θωπευτικά στην πλάτη για να κλάψει, ώστε να δικαιωθεί το όραμα του ¨ομαλού πολιτικού βίου¨.
Μελετώντας μια κατ΄ εξοχήν ωφελιμιστική κοινωνία, οι κοινωνιολόγοι, αλλά και οι συμπεριφοριστές (γιατί όχι), δεν παραγνωρίζουν ποτέ την ισχύ των συλλογικών και συμβολικών οραμάτων, ούτε βέβαια παραβλέπουν και την παντοδυναμία των ατομικών χυδαίων συμφερόντων, αλλά εδώ στην περίπτωση μας πρόκειται για κάτι άλλο, πιο βαθύ, πιο απόκρυφο, πιο υπερρεαλιστικό…”


Τέτοιες μαλακίες σκεφτόταν ο Μιχάλης, μεσάνυχτα Πέμπτης 24 Σεπτεμβρίου 2009, προς Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου, και η αίσθηση του ανεκπλήρωτα ευτράπελου των πολιτικών συζητήσεων της τηλεόρασης, συνόδευε τα βαριά βήματά του στο βρώμικο πεζοδρόμιο της οδού Παπάφη. Στην διασταύρωση με την Οδό Κιλκισίου κοντοστάθηκε.
“…πολλές ευρωπαϊκές μεταμορφώσεις μας κατατρέχουν ρε γαμώτι μου..! Μα ούτε μια μούντζα ; Έστω ένα μπινελίκι. Που πήγε το αρχαίο πρότυπο του πολιτικάντη ιππότη με την κατσαρόλα στο κεφάλι, καβάλα στον γάιδαρο..; Με τον Σάντζο Πάντζα-κομματάρχη, να τον ακολουθεί ασθμαίνοντας, φορτωμένος την ασπίδα-γκαζοτενεκέ, και το δόρυ-σκουπόξυλο..; Πού πήγε όλη αυτή η μαγεία..; Πού πήγε όλη αυτή η αθωότητα του ανυποψίαστα γελοίου πολιτικάντη. Πολλές ευρωπαϊκές μεταμορφώσεις…το κέρατο μου μέσα…”
Ο Μιχάλης, ως ένας ακόμα τυπικός ψηφοφόρος, από αυτούς του περίπλοκου ψυχισμού, παρακολουθεί ¨βήμα το βήμα¨ τα βήματά του στο πεζοδρόμιο της Κιλκισίου , και συνεχίζει την αναδίφηση, με ρυθμό Adagio 2/4.

Τι είναι αυτό που υποκινεί τα πολιτικά υποκείμενα να δράσουν; Η φιλοδοξία μήπως, να συνδεθούν τα νήματα των διαδρομών τους με την ιστορία; Τα θέλγητρα του κέρδους; Ο προσεταιρισμός των ωφελειών της αναγνώρισης; Η ανάγκη να προσφέρουν; Η ανάγκη να γαμήσουν; Τι να ΄ναι αυτό , σκέφτεται ο Μιχάλης, που βάζει μπρος τις μηχανές μας. Τι να ΄ναι αυτό που παρακίνησε τον ίδιο, να ξεπεράσει την μεγαλειώδη νυχτερινή τεμπελιά του, να υπερνικήσει την παροιμιώδη μούχλα του, να αποχωριστεί την θαλπωρή του καναπέ του, και ως άλλος μυθιστορηματικός πρωταγωνιστής, να συγκεντρώσει και την τελευταία ικμάδα κουράγιου που διέθετε, και αψηφώντας την οδυνηρή βαρύτητα του αφιλόξενου ετούτου πλανήτη, να σηκωθεί, να ντυθεί, να βάλει παπούτσια και να κατεβεί προς αναζήτηση 6 τεμαχίων μπύρας και 2 πακέτων GR lights; Τι ΄ναι αυτό; Πάντως σίγουρα όχι το επίκαιρο ζήτημα της εξασφάλισης ¨ομαλού πολιτικού βίου¨.

Έχει ήδη περάσει ένα δεκαπενθήμερο από την ημέρα που τα βρόντηξε και έφυγε από τη δουλειά. Φαντάζεται ότι το ποσοστό 7% της ανεργίας που υποστηρίζει ότι επέτυχε η κυβέρνηση, αλλά και το 17% που υπολογίζει η ΓΣΕΕ και η αντιπολίτευση, δεν συμπεριλαμβάνουν και την δικιά του εθελούσια ανεργία.
Επίσης, έχει ήδη περάσει ένα πενθήμερο από την ημέρα που μίλησε τελευταία φορά με την Νικολέτα. Την περασμένη Κυριακή που συναντήθηκαν για καφέ, του δήλωσε δίχως περιστροφές ότι κανόνισε για το ερχόμενο Σαββατοκύριακο εκδρομή στα Τζουμέρκα, και κείνος ξίνισε τα μούτρα.
“…μα, μια βδομάδα πριν τις εκλογές, Νικόλ μου…”
“…άσε τα σάπια, ρε μούχλα, που θα μας πεις ότι αγωνιάς και για τις εκλογές…
…τελευταία σου ευκαιρία…ή ακολουθείς, ή φεύγω με άλλη παρέα…”

Καθ΄ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας πάλευε για δίοδο διαφυγής. Τελικά καθώς το επίμαχο ΣΚ ζύγωνε, σε μια ύστατη προσπάθεια κατάφυγε στην τελευταία του ελπίδα. Στο Ε.Α.Ο.Ε. (Εγκόλπιο Αποφυγής Ορεινών Εκδρομών).
Μελέτησε επισταμένα και κατέστρωσε ένα γερά δουλεμένο σχέδιο τακτικών κινήσεων απεμπλοκής από την επαπειλούμενη εκδρομή.
Εμπνεόμενος από τους βιρτουοζιτέ ελιγμούς των πολιτικών αρχηγών, κατά τα πρόσφατα debates, κατέληξε ότι: “Θα προβεί σε τολμηρή αναθεώρηση της ¨πορείας¨ προς τα Τζουμέρκα, αποφασισμένος να θεμελιώσει μια νέα ορθολογική διαχείριση των οικονομικών του, με βάση την διαμορφωθείσα κατάσταση όπως αυτή ορίζεται από την παγκόσμια οικονομική κρίση. Η οποία νέα σφιχτή διαχείριση ναι μεν πρόσκαιρα μπορεί να στερήσει κάποιες απολαύσεις, πλην όμως θα εξασφαλίσει στο μέλλον την απαραίτητη σταθερότητα ώστε αντάμα οι δυό τους να πορευτούνε το μονοπάτι του πεπρωμένου τους, που τους καλεί. Τα βουνά άλλωστε δεν φεύγουν...”.

Πριν βγει, περασμένα μεσάνυχτα, από το σπίτι προς αναζήτηση ζύθων και καπνών,
την είχε δυό φορές καλέσει στο σταθερό. Πληκτρολόγησε το νούμερό της αποφασισμένος να προβεί σε βαρυσήμαντες δηλώσεις, και ούτε λίγο ούτε πολύ, χωρίς δισταγμό να κηρύξει ανένδοτο αγώνα ενάντια στα Τζουμέρκα. Το τηλέφωνό της δυστυχώς δεν απεκκρίθη. Παρόμοια αποτελέσματα είχαν και οι τέσσερεις κλήσεις στο κινητό της.
Η άμυαλη, ήταν εκτός δικτύου.
Τώρα ήταν βέβαιος ότι έπραξε σωστά υιοθετώντας, από στρατηγικής πλέον άποψης, την απόφαση να αγοράσει δώδεκα , και όχι έξι φιάλες των 500 ml. Τρία και όχι δύο GR lights των εικοσιπέντε σιγαρέτων.
Το διανυκτερεύον ψιλικατζίδικο, λίκνο παραμυθίας για κάθε μονόλυκο, φωτισμένο τον υποδέχτηκε και ¨φώτισε¨ τις σκιές των συνειρμών που τον συνόδευαν νωρίτερα στο βρώμικο πεζοδρόμιο: “Η εξωφρενική αρπακτικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού δεν μπορεί εξηγηθεί από μόνη της, και σαφώς χρειάζεται να αναρωτηθούμε ποια συμβολική ανατροπή θα καταστεί ικανή ώστε να μπορέσει να γεννήσει την μέθοδο που θα τον ανατρέψει και ιστορικά. Ποια ¨αφήγηση¨ θα συνεπάρει και θα συμπαρασύρει την κοινωνία προς μια ανθρώπινη και ορθολογική κατάληξη της ιστορίας…..Έξι φορές της τηλεφώνησα και δεν απάντησε. Πού γυρνάει η πουτάνα… Στα αρχίδια μου… με βγάζει κι απ΄ τον κόπο να ¨ρίξω¨ δεκάρικο λόγο ¨περί ανώφελων ορεινών εκδρομών¨…”

(Τρεις-τέσσερεις ώρες αργότερα στο σπίτι)

“Μετά την έκτη φιάλη ήδη παρατηρώ ότι κάτι αλλάζει. Ίσως βρίσκομαι προ των πυλών μιας περιόδου ανασυγκρότησης. Ίσως διέλθω πάλι μέσα από μια περίοδο ψυχοκοινωνικής αδράνειας και αβουλίας. Δεν θα ναι κι άσχημα…
Ή μήπως βρίσκομαι στα πρόθυρα μιας ήπιας και ελεγχόμενης εκτροπής, η οποία ως βαλβίδα εκτόνωσης, με οδηγήσει στην εξισορρόπηση και στην νηνεμία. Σκέφτομαι ότι πιθανότατα μια εκτίμηση των ειδικών της Σημειολογίας της Συμπεριφοράς, αν με παρατηρούσαν μια τέτοια στιγμή, θα΄ταν καταπέλτης: Διαταραχή και δυσπροσαρμοστικότητα.
Τελικά είναι βαρετή και αδιέξοδη, αυτήν η βλακώδης αυτοπαρατήρηση… Κι αυτήν η καργιόλα ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Το αποφάσισα, θα ανοίξω και την έβδομη μπύρα. Ευτυχώς δεν πήρα μόνο έξι. Είναι κι αυτά τα τσιγάρα… το προηγούμενο ακολουθεί το αμέσως επόμενο, αναίσχυντα . Σαν δεν ντρέπονται! Τρίτο πακέτο.
Στην πραγματικότητα τίποτα δεν δικαιολογεί την παρουσία των τσιγάρων εδώ.
Στην πραγματικότητα τίποτα δεν δικαιολογεί την παρουσία μου εδώ.
Ούτε και οπουδήποτε αλλού…”



Έχοντας θέσει, ο Μιχαλής, εν αμφιβόλω την τάξη του κόσμου, ήθελε αυτό το δύσκολο προεκλογικό βράδυ να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του. Η εκπωμάτιση και εκτόνωση του αερίου της ένατης φιάλης τον έκανε να σκεφτεί ότι το οινόπνευμα δεν συνάδει με το πνεύμα της σύγχρονης πολιτικής σκέψης. Το αλκοόλ δεν ανήκει πλέον στις ¨σικ¨ ιδέες.
Κράτος και αλκοόλ βρίσκονται πλέον σε μια μακροχρόνια αμήχανη διάσταση.

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

συμφόρηση

Απόλαυσε την αυθεντική γεύση της ελευθερίας για 30 και πλέον μέρες στις αμμουδιές και στα βραχάκια πλάι. Τώρα απολαμβάνει μια "πίττα γύρο" καρτερώντας στο ντόκο την αναχώρηση. Αναμφίβολα είναι μια ιδανικά χορταστική λύση για αναχωρούντες τουρίστες. Πολλώ δε μάλλον που η Θοδώρα καταβροχθίζει το "με απόλα" πρόχειρο δείπνο της, καθισμένη σε μια χοντρή σιδερένια δέστρα απ΄ αυτές που δένουν τους κάβους, ειδυλλιακά πλαισιωμένη από το ρόδινο χρώμα του νησιωτικού ηλιοβασιλέματος. Καθώς η μουστάρδα στάζει αργά στο deck του πολυκαιρισμένου τσιμεντένιου λιμενοβραχίονα, η Θοδώρα ήδη έχει νοερά αναχωρήσει. Και βέβαια έχει ήδη αρχίσει να παραχωρεί, σιγά σιγά, στων εποχών την αρχέγονη ρυθμιστική δικαιοδοσία, τις αντιφάσεις του Σεπτέμβρη που μόλις μπήκε. Πριν ακόμα το τελευταίο κομμάτι ντομάτας δροσίσει τον ουρανίσκο της από την έξαψη του κρεμμυδιού, έχει πλήρως εμπεδωμένη πλέον την ιστορική πραγματικότητα ότι, το θερινό αυγούστειο καθεστώς έχει τελεσίδικα καταρρεύσει για φέτος. Τόσο γύρω της, όσο και εντός της…
Τόσο γύρω από τον "γύρο" της, όσο και γύρω από όλη την επικράτεια της νήσου… Το ξέρει καλά…αυτός ο διαολοΣεπτέμβρης θα συνεγείρει και πάλι εντός του όμορφου κατσανόξανθου, από τον ήλιο και την αλμύρα, κρανίου της, πλήθος σκέψεων και συναισθημάτων τα οποία όπως πάντα τέτοια εποχή, είναι καταδικασμένα να μην καταλήγουν πουθενά. Τουλάχιστον θάχει παρηγοριά τις φρέσκες αναμνήσεις των διακοπών…Φέτος , επέτυχε αξιοσημείωτες επιδώσεις, και στον στίβο της διασκέδασης αλλά και στην αρένα του θερινού έρωτα. Και μάλιστα με αξιοπρόσεκτα μακροσκελή κατάλογο εραστών. Με ατέλειωτες διαδρομές στις παραλίες, με άφθονα λίτρα τεκίλας, με αλλεπάλληλες μυκητιάσεις και φωτοδερματίτιδες, με πολλά αντισταμινικά, υδροκορτιζόνες και βαζελίνες. Έτσι κι αυτήν… όπως ακριβώς όλοι οι αληθινοί υπηρέτες της πραγματικής τέχνης της ζωής.

Τώρα στο βαπόρι της επιστροφής, οι αμοιβαίες συνάφειες των τροχιών και η συντροφικότητα με τα άλλα μέλη της κοινότητας των θεραπόντων των διακοπών, που επέλεξαν το ίδιο βαπόρι, άρχισαν να ραγίζουν. Η ευτυχής και ανέμελη μοιρασιά του "κοινοβιακού" χώρου του καλοκαιριού, άρχισε να παραδίδει τη θέση της στις οργανικές αντιφάσεις και στα έμπεδα οξύμωρα της προστασίας του ιερού ιδιωτικού χώρου του καθενός. Το μυθολόγημα του αιώνιου θερινού χάπενινγκ, καθώς το βαπόρι αφήνει ξοπίσω άσπρα αφρισμένα ναυτικά μίλια, εκφυλίζεται και μεταπίπτει, αργά αλλά σταθερά, στην γνωστή έρπουσα και πριονωτή διάθεση του καθενός, για εύνομη και αυστηρή διευθέτηση του χρυσού καβουκιού του. Οι ανέμελοι γλάροι ξαναγίνονται περιδεή σκαθάρια.
Καθώς το ημισυμβατικό επιβατικό-οχηματαγωγό σκίζει τα πέλαγα, οι ώρες βαραίνουν στα βάθη του κρανίου της. Οι ώρες της Θοδώρας, εξαντλημένες σέρνονται στο κυλικείο του πλοίου. Σχεδόν δεν μπορούν να πάρουν τα πόδια τους. Ανάπηρες! Σαν χτυπημένες από βαρύτατη χωροχρονική ισχαιμία.
Είναι σίγουρή ότι δεν θα φτάσει ποτέ. Κάποιες στιγμές έχει την βεβαιότητα ότι το πλοίο δεν προχωρά. Μόνο μαρσάρει τις μηχανές του.
Θανάσιμα βαριεστημένη η Θοδώρα, παλεύει να περιορίσει στο ελάχιστο τις ζωτικές της λειτουργίες. Ίσα που να αναπνέει λιγάκι οξυγόνο. Παλεύει να περιορίσει το προσδόκιμο ζωής των αναπόφευκτα επερχόμενων σκέψεών της στο ελάχιστο. Ένα δευτερόλεπτο ανά σκέψη…ίσως και λιγότερο.

Σχεδόν τα είχε καταφέρει. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Είχε σχεδόν ναρκωθεί ξύπνια και δεν αντελήφθην η πτωχή ανυποψίαστη, ότι εδώ και ώρα μύρια μικρά ερωτηματικά ανεπαίσθητα συσσωρεύονται και στριμώχνονται στο κεφάλι της.
Η αμέλειά της αυτή, να αγνοήσει δηλαδή τις ικανότητες περιφερειακής ανασύνταξης και αναδίπλωσης των σκέψεων, την έφερε προ απροόπτου. Την έκανε να μην είναι σε θέση εγκαίρως να αξιολογήσει τις πιθανότητες μιας τέτοιας απευκταίας εξέλιξης. Μιας τέτοιας ύπουλης και αθρόας μάζωξης ερωτηματικών. Μιας αναπάντεχής επιδρομής, που ποιος ξέρει που μπορεί να οδηγήσει. Σε μια λαίλαπα άλυτων αδιεξόδων..; ίσως..;
Ή σε κάτι χειρότερο..; Θα δούμε.
Οι δανεικές ζεστές μέρες του Αυγούστου άρχισαν να ρευστοποιούνται με τοκογλυφικό επιτόκιο. Αίφνης, κάποια στιγμή μια αριστοτεχνική στρατηγική αναδίπλωση στις πυκνές γραμμές των ερωτηματικών, επέφερε ταραχή στην κοιλότητα του κρανίου της. Κάποιες φαινομενικά αναίτιες, αλλά ταχύτατες και δραματικές αλλαγές στην διάταξη του συνόλου των ερωτηματικών, προοιώνιζαν απειλητικά νέες εξελίξεις.

Εγκατέλειψε για τα καλά τον εκούσιο λήθαργο και προσπάθησε να αντιμετωπίσει το φλέγον ζήτημα των παρασιτικών ερωτηματικών που κάναν κατάληψη του μυαλού της. Τώρα τα χαζολογήματα, οι φράσεις κλισέ και οι συζητήσεις των διπλανών συνταξιδιωτών , ακουγόταν στ΄ αφτιά της όλο και πιο εκτυφλωτικά ανόητες, αδιάφορες και βαρετές. Την εμπόδιζαν να συγκεντρωθεί και να αφιερωθεί στη μάχη.

Ο τρελός πολεμικός χορός των ερωτηματικών λάμβανε πλέον ιλιγγιώδη ταχύτητα και αβάσταχτη ορμή. Ήταν σίγουρη ότι από στιγμή σε στιγμή θα έχανε εντελώς τον έλεγχο και θα ξερνούσε πάνω στην απέναντι ευτραφή κυρία ως που…
κάποια στιγμή, όπως τελειώνει ανακουφιστικά μια τρελή κούρσα ενός από αυτά τα ταχύτατα τρενάκια των λούνα-παρκ με τις επικίνδυνες εναέριες ¨λούπες¨, με τ΄ άντερα μπλεγμένα κουβάρι, ισορρόπησε ασταθώς.
Ένα πελώριο αγγλοσαξωνικό ερωτηματικό ? εγκαταστάθηκε στο απανοκαύκαλό της,
αντικαθιστώντας τα μύρια τρελά μικρά.
Αλλά και αυτήν η ολιγόλεπτη ελπίδα κατευνασμού του ηφαίστιου νου της, δεν θα κρατούσε για πολύ. Φεύ.
Το πελώριο ερωτηματικό άρχισε να τρίζει, να εκτίνεται, να στρεβλώνει, και να χτυπιέται σαν λαβωμένο φίδι, ως που κατέληξε να γίνει ένα, εξίσου πελώριο, θαυμαστικό ! Κατόπιν ακολούθησαν άλλα σημεία της στίξης. Ανεξέλεγκτα εναλλάσονταν ,τεράστια και αυτά. Πότε γινόταν δυό κατάμαυρες άνω-κάτω τελείες, σαν διπλοί πυροβολισμοί πάνω σε ξύλινη πόρτα. Πότε σκέτη τελεία, τρανή και δυσοίωνη, σαν κοσμική μελανή οπή . Πότε άνω τελεία. Υποδιαστολή, κόμμα, και ξανά τελείες όλων των ειδών. Η εναλλαγή των σημείων στίξης άρχισε να επιταχύνεται ιλιγγιωδώς. Η μέγγενη που γραπώθηκε στα μηνίγγιά της έσφιγγε ανελέητα. Η Θοδώρα ψύχραιμη δεν το έβαζε κάτω, και επέκτεινε γενναία το πεδίο της πάλης της. Ήξερε άλλωστε ότι στις μάχες για να νικήσεις, η δυσκολία έγκειται στο να καταφέρεις να υπερβείς και να καταχραστείς τους κανόνες της μάχης. Ήξερε ότι η κατάχρηση, είτε στον έρωτα, είτε στις τεκίλες, είτε στα σημεία στίξης, δεν αίρει το δικαίωμα χρήσης τους.
Όταν επιτέλους ξεπήδησε ελπιδοφόρα από τα ηχεία του καταστρώματος, η αναγγελία άφιξης στον λιμένα, και το πρώτο φωτεινό μήνυμα της αυγής έσκασε στον ορίζοντα, τα απόνερα του παροξυσμού πήραν να μαζεύονται. Τα αβαθή του μυαλού της κατέληξαν σε τρία ταπεινά και ανακουφιστικά αποσιωπητικά…
Και αποκοιμήθηκε.
Το επόμενο πρωί, εικοσιτέσσερεις ολόκληρες ώρες μετά, όταν ξύπνησε στο Γενικό Κρατικό την ενημέρωσαν ότι υπέστη ελαφρύ ισχαιμικό επεισόδιο στον δεξί μετωπιαίο λοβό. Φτηνά τη γλύτωσε.



(αφιερωμένο στα μπαλκόνια των kopoloso και ΚΚΜοίρη, τα οποία τόσο θερμά, αμφότερα, με φιλοξένησαν)

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

συνεχίζουμε με ελαφρολαΐκό πρόγραμμα

Παρά το ότι προσπαθώ επιμελώς να είμαι in tune με τα κύτταρά μου, ετούτο δεν είναι πάντα εφικτό. Τι λέω; μερικές φορές μοιάζει αδύνατο.
Τελευταία δε, αυξάνονται οι ¨κοινωνικές¨ εκρήξεις στο ασταθές ταξικό περιβάλλον της κοινότητας των δισεκατομμυρίων κυττάρων που με αποτελούν. Μερικές φορές μού ΄ρχεται , αν μπορούσα, να εξωθούσα τις αντιμαχόμενες φατρίες τους σε αλληλοσπαραγμό. Να τις οδηγούσα σε αλληλοφάγωμα , και ας σκορπιζόμουν και γω μαζί τους στα ¨εξ ων συνετέθει¨ . Έτσι που όλα αυτά τα άθλια κύτταρά μου, κωστή να ψάχνουν, και κωστή να μη βρίσκουν.
Πέρα όμως από τις διαμάχες τους και τις επιμέρους διαφορές τους, ετούτον τον καιρό, αυγουστιάτικα, όλα τα αλητήρια κύτταρα, (από τα ¨μπουρζουά¨ εγκεφαλικά, έως τα ταπεινά της κερατίνης των νυχιών) προσδοκούν διακαώς άραγμα. Θέλουν διακοπές. Δεν τα αδικώ.
Σ΄ αυτήν την σπάνια περίπτωση ομοψυχίας, δεν μπορώ παρά εξαντλήσω τα περιθώρια των συνεπειών…Αναλαμβάνω την ευθύνη τόσων δισεκατομμυρίων ¨θέλω¨, και σιγοντάρω την συστράτευσή τους, προς την κατεύθυνση της προσδοκίας των διακοπών.
Αν έχετε να παρατηρήσετε κάτι …παρακαλώ ελεύθερα.
Ή, αν έχετε κάτι τέλος πάντων να μου προτείνετε για την συνετή διαχείριση της κατάστασης …μην διστάσετε.
Καμιά φορά αναρωτιέμαι, αν όλα ετούτα τα δισεκατομμύρια ¨θέλω¨ των κυττάρων μου, είναι πραγματικά και δικά μου ¨θέλω¨. Αν δεν είναι, η κατάσταση βαίνει επιεικώς ανησυχητική. Είναι σαν τα κύτταρά μου να ψέλνουν χαιρέκακα την εξόδιο ακολουθία του ¨είναι¨ μου. Διότι ουδείς μπορεί να επιβιώσει χωρίς το ¨είναι¨ του, και επιπλέον με τα ¨θέλω¨ του ¨φορετά¨ και εξαρτώμενα από τις διαθέσεις των ατίθασων κυττάρων του.


Αυτά.

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

Τα τραγούδια

Μη μπορώντας να κάνω αλλιώς, διαλέγω τον ρόλο του ενάρετου ακροατή, και ακούω μουσική. Κυρίως τραγούδια.
Σάμπως να ευπρεπίζεται εκτάκτως ο κόσμος όταν ακούω τραγούδια.
Εάν μάλιστα συνοδεύσω την ακρόαση με πέντε-έξι μπύρες και δέκα-δώδεκα τσιγάρα, θαρρώ ότι τότε ακριβώς είναι που η γη βρίσκει τον σωστό ρυθμό περιστροφής γύρω από τον άξονά της. Η εγγενής ναυτία του περιστρεφόμενου γήινου βίου μου, εξαλείφεται, και η ταλαιπωρημένη ατμόσφαιρα επαναφορτίζεται.
Συνεπικουρούμενος λοιπόν των τσιγάρων (για να σκέφτομαι ευρύτερα)
και με την αρωγή των μπυρών (για να ακούω Dolby surround ), φαντάζομαι τις περίτεχνες μελωδικές γραμμές και τους όμορφους στίχους, να έρχονται στο φως με την μέθοδο της εξόρυξης. Να αναδύονται δηλαδή από κάποιες βαθιές κρύπτες του υπεδάφους. Κι αυτό για έναν και μόνο λόγο: Για να μην μας επιτρέπουν (και να μην τολμάμε) να κουρελιάζουμε τα πιο ακριβά μας αισθήματα.
Ενώπιον των τραγουδιών λοιπόν, όπως προ-είπα , διαλέγω τον ρόλο του ενάρετου ακροατή, που εκ περιτροπής αιχμαλωτίζεται (δίκοπα), την μια στο νόημα και την άλλη στη φόρμα.
Σαν βουητό τα ακούω τα τραγούδια. Ενάρετος και καταδικασμένος στην ανάγκη τους.
Δίκοπη ζωή

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2009

Γουατεμάλα

Ως κομπασμοί και μαρτυρίες ενός παρελθόντος,
ως απομεινάρια και ρετάλια ενός παρόντος,
αλλά και πολύ περισσότερο,
ως κακοήθεις ειρωνείες κάποιου μέλλοντος,
συχνά πυκνά με συνεπαίρνουν και με στροβιλίζουν,
οι δίνες (και οι οδύνες) κάποιων ονείρων.
Κάποιων ονείρων, μακράς προθεσμίας πλήρωσης.
Όπως για παράδειγμα-το αυστηρώς προσωπικό όνειρο- να πατήσω κάποια στιγμή τα ιερά χώματα της Γουατεμάλα, του Σαλβαντόρ και της Ονδούρας...
‘Η, όπως- το απόλυτο καλλιτεχνικό όραμα- να μου ζητηθεί, και να μου προσφερθεί η ύψιστη τιμή να παίξω και να τραγουδήσω στο Ηρώδειο πρίν προλάβει η Άννα Βίσση…
...και γω να αρνηθώ.
Ή, όπως –το πατριωτικό- να αναρτηθούν πορτρέτα του Άρη Βελουχιώτη σε όλα τα κτίρια της δημόσιας διοίκησης και των κρατικών υπηρεσιών , συμπεριλαμβανομένων του Συμβουλίου της επικρατείας, του Αρείου Πάγου και της ΕΥΠ.
‘Η, όπως, -το διεθνιστικό- να αξιωθώ να συμμετάσχω σε Ιερή Περιφορά του αναβρεθέντος (τελικά) σεπτού λειψάνου της κατακρεουργημένης Ρόζας Λούξεμπουργκ, στον περίβολο του Βατικανού.
Ή, όπως –το επιστημονικό- να αποδειχθεί επιτέλους ότι στον οικείο Γαλαξία μας, υπάρχουν τουλάχιστον άλλες 38000 νοήμονες εξωγήινοι πολιτισμοί, με τους οποίους δυστυχώς δεν θα ΄ρθουμε ποτέ σε επαφή.
Ή, όπως –το οινολογικό- να βραβευθεί η Μαλαματίνα με το «χρυσούν μετάλλιο της ποιότητας» σε Διεθνή Διαγωνισμό Οίνου.
Ή, όπως –αυτό της ευγενούς άμιλλας- να αναδειχθεί εν τέλει ο ΠΑΟΚ, ως του αξίζει, πρωταθλητής υφηλίου, και βάλε.
Ή…
Ή…
Για να μην μακρηγορώ και κλέβω τζάμπα χρόνο από την φτωχή αιωνιότητα ,
τα όνειρά μου, πέραν της αυταπόδεικτης ανόσιας θεματολογίας τους, διαπνέονται ξεκάθαρα από τις συνιστώσες εκείνες, που συγκροτούν μια καραμπινάτη Τραγωδία. (Με τη αρχαιοελληνική έννοια του όρου φυσικά.)
Βέβαια πρέπει να ομολογήσω ότι, πάντα μετά το πέρας του οίστρου, και την καταλαγή της κάθε σφοδρής ονειροδινείας μου,
τα όνειρά μου, σαν υπάκουες κηλίδες απουσίας, επιστρέφουν εκεί όπου ανήκουν.
Στην τεφροδόχο ονείρων δηλαδή,
που χρόνια τώρα, διατηρώ πάνω στο τζάκι.

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

η Μνήμη



«Δευτέρα σήμερα, μπάσε καλό μου..» και οι λέξεις δεν εννοούν να πειθαρχήσουν.
Αντιπαρέρχομαι το πείσμα τους και την ανέμελη απειθαρχία τους, και τις ξοδεύω σπάταλα, ερήμην των τζαναμπέτικων προθέσεων τους. Ωστόσο όλο και συχνότερα γεμίζω με μια γαλήνια και παρήγορη βεβαιότητα, ότι οι λέξεις δεν θα μας προδώσουν ποτέ. Όσα τσαλίμια κι αν κάνουν.

Αυτό το ποστ φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως μικρή δόση ομοιοπαθητικού φαρμάκου, έναντι της αλλεργιογόνου δράσης της μνήμης.
Τα σκληρά ποτά άλλωστε, όπως τέτοια είναι οι μνήμες, πίνονται γουλιά τη γουλιά ,
λίγο λίγο. Μονορούφι δεν κατεβαίνουν με τίποτα. Σκαλώνουν στον οισοφάγο και σε ζεματάν. Γουλιά γουλιά τις μνήμες λοιπόν, για να ξεφεύγουμε από την εμμονή του θριαμβεύοντος παρόντος, με όλες αυτές τις αθλιότητες και τις δόξες που κουβαλάει μαζί του.
Το ήδη διανυθέν μονοπάτι του βίου μάκρυνε επικίνδυνα. Τι να λέμε τώρα. Γέμισε διάσπαρτα ψιχουλάκια μνήμης για να μην χαθούμε ,τάχα. Λες και υπάρχει ενδεχόμενο ποτέ να επιστρέψουμε, παίρνοντας το μονοπάτι προς τα πίσω. Σαρακοφαγωμένη και κάτισχνη με κοιτάζεις τώρα, δόλιά μου μνήμη. Σε πιέζω και γω ο άπονος να κάνεις συνεχώς scanning στα περασμένα. Να ταχτοποιείς τους τόμους της κοινής μας ιστορίας κατά βαθμό έντασης και τονικού ύψους του θορύβου, έτσι όπως τον παρήγαγαν όταν λάμβαναν χώρα. Και όχι βέβαια, όπως η επίσημη ιστορία συνηθίζει να ταξινομεί και να καταχωρεί τις μνήμες, ημερολογιακά, κατά σειρά εμφανίσεως. Διότι το χαυνωμένο από τη λήθη μυαλό, αποτυγχάνει να θυμηθεί και να εισχωρήσει πίσω σε βάθος, μόνο με τη μέθοδο της στεγνής, επίσημης και συντεταγμένης χρονολογικής παράθεσης γεγονότων. Το μυαλό θέλει οικίες μνήμες για να δουλέψει. Και οι οικίες μνήμες έχουν ακαθόριστη θέση. Πλανιούνται σαν νέφη. Θροΐζουν ανάκατα όπως οι φυλλωσιές των δέντρων στο πέρασμα του αέρα.
Σαρακοφαγωμένη και κάτισχνη λοιπόν, με κοιτάζεις…όλο νόημα.
Ολόσωμες οι μορφές των παλιών γνωστών και αγαπημένων τρεμοσβήνουν θολές. Σαν προβολές πάνω σε περαστική ομίχλη, στιγμιαίες, ελαφρές σαν άχνα. Τρεμοπαίζουν για λίγο «ολόσωμες» στο φως, και «τσαφ»…σβήνουν. Εξαιρουμένων βέβαια των μεγάλων τους ματιών. Μόνο τα μεγάλα μάτια των μορφών διασώζονται άρτια, άσβεστα και λαμπερά. Ίσαμε σήμερα ακόμα, με κοιτάζουν διατρητικά και φλεγόμενα . Και παλεύω γύρω από αυτές τις δυο φωτιές, ψηφίδα ψηφίδα να αναστήσω ολόκληρη, την απωλεσθήσα τοιχογραφία του καθενός Με προσοχή όμως… προς αποφυγή τραυματισμών του αμφιβληστροειδούς.
Δύσκολο εγχείρημα. Σχεδόν ακατόρθωτο. Μόνο τα μάτια επιμένουν να λάμπουνε αιωρούμενα, και να νεύουν κατά τη μεριά μου.

Είναι να μην τόχει η γκλάβα σου, να κατεβάζει ψείρες.
Είναι να μην τόχεις το σακατιλίκι, να επιτρέπεις στις μνήμες να επιφοιτούν πλημμυριδόν, θολές και ανεπεξέργαστες να διακόπτουν τον ειρμό του ποταμού του «τώρα».
Σαν πανίσχυρα παγοθραυστικά με θωράκιση συμπαγούς παρελθόντος, εισβάλουν και συντρίβουν τα υλικά του ξεκάθαρου παρόντος, πλημμυρίζοντας με θολές μνήμες.
Μπρος στην ανεξήγητη σαγήνη της περιπλάνησης στο παρελθόν σου, ανακλαστικά αναζητάς αντίδοτο. Αναζητάς μια μεγαλύτερη ανασχετική δύναμη, ώστε να ισορροπήσεις με αγνό καθαρό «παρόν», την ζυγαριά που γέρνει προς την πλανεύτρα γοητεία της αναπόλησης. Και αυτή η ικανή δύναμη αδιαμφισβήτητα είναι μια: Η σκοπιμότητα. Όχι οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Αλλά η σκοπιμότητα της συνέχισής σου.
Η σκοπιμότητα της συνέχισής σου, για όσο πάει. Για όσο τραβήξει.
Είσαι απροσχημάτιστα δεδηλωμένος οπαδός της συνέχισής σου. Κολυμπάς ασταμάτητα να κρατηθείς στην επιφάνεια. Σκυλοπνίγεσαι αλλά επιμένεις.
Κάθε φορά σώζεσαι την τελευταία στιγμή από βέβαιο πνιγμό.
Διότι η σκοπιμότητα, σου υπαγορεύει το μοναδικό, το κρυφό και το μεγαλειώδες απόλυτο όραμα.
Να φτάσεις ξανά και να χωθείς στην πρωταρχική σου μήτρα. Στην πρώτη-πρώτη ξεκουραστική και ανακουφιστική Μνήμη σου.

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Κυριακή

Τις Κυριακές που αργεί η αγορά,
αργεί και το μυαλό μου.
Όλα αυτά που είναι μαζεμένα γύρω μου, δεν ξέρω τί να τα κάνω την Κυριακή.
Πολύ πρωί, όταν ακόμα αργά αργά ξεχειλίζει το φως της μέρας από τα χείλη του ορίζοντα, παρατηρώ με απόλυτη ησυχία και σεβασμό από το μπαλκόνι, δυο δεκαοχτούρες να ερωτοτροπούν λυσσαλέα πάνω στον ψηλό κέδρο του Λιβάνου της αυλής. «Ας είναι…» λέω, «νέα πουλιά…νέοι έρωτες…»
Αργότερα, όταν το πρωινό είναι πλέον όψιμο, τα τρυφερά ενσταντανέ των τουριστών μπρος στο σιντριβάνι της πλατείας μου προκαλούν ιερή ανατριχίλα. Και πίνω τον δεύτερο ανιχνευτικό μου καφέ.
Λίγο πριν το μεσημέρι, τα δικά μου τρυφερά ενσταντανέ με τα μπουκάλια της μπύρας στο τραπέζι, οδηγούν μοιραίως την μέρα σε έναν ύπουλο εκμαυλισμό. Kαι φέρνουν σκέψεις στο μυαλό μου διάφορες. Σκέψεις όπως: «…λες να πάσχω από συχνουρία..;»
Γι αυτό λέω, τις Κυριακές δεν ξέρω τι να τις κάνω.
Το εκδικητικό ξελόγιασμά τους με μετατρέπει σε πειθήνιο όργανό τους. Πιάνω τον μίτο, το πρωί της Κυριακής, από την αρχή. Και ως το απόγεμα, είμαι για τα καλά χαμένος στο λαβύρινθό της
.
Έτσι λοιπόν, κι αυτήν την Κυριακή που κοντοζυγώνει, μέσα στην γαλήνια σιωπή της γενικευμένης αργίας γύρω, θα σκάσει από νωρίς το κύμα των ετεροδημοτών και το βουητό των εκδρομοκεφτέδων του διημέρου.
Αχ, αυτοί οι ζηλωτές της «κυριακής-απόδρασης»… Αυτοί, οι ταγμένοι στην λάτρα του αγαπημένου τους Ι.Χ. με το λάστιχο του νερού και τον πλαστικό κουβά ανά χείρας… Αυτοί, οι ορκισμένοι μαχητές της πίστης, του κοντού πολύχρωμου σώβρακου και του εμφιαλωμένου νερού…Αχ , αυτοί…
Αυτοί θα ναι πάλι. Και θα ζητούν εξιλέωση, για το βαρύ αμάρτημα της ανίας.
Ιδανικοί εραστές της χοιρινής σπαλομπριζόλας και του πλακουτσωτού μπιφτεκιού, με την μασιά έτοιμη σε θέση, πότε «επ΄ ώμου» και πότε «παρά πόδα», θα αναδεύουν τα σβησμένα κάρβουνα των ειωθότων της Κυριακής. Οι διηγήσεις των κυριών, που θα ετοιμάζουν ευπειθώς τις σαλάτες γύρω από τους νεροχύτες, θα εξοκείλουν σε καθαρτήρια κηρύγματα νοικοκυροσύνης. Εντωμεταξύ, σε πείσμα τους, κατά τις 12:00, ντάλα μεσημέρι , θα σκάσει στα σοκάκια ένα μικρό κατεργάρικο καλοκαίρι, και θα τριγυρίζει άσκοπα. Σε πείσμα τους…
Ο γείτονας θα μαζέψει το σόι του στη βεράντα δια να συνφάγουν.
Αφού αποφάνε, θα περάσουν μετά περισσής επιτηδειότητας και χαρακτηριστικής άνεσης στο επιδόρπιο. Εν συνεχεία, με ευπρεπισμένες λέξεις –ως αρμόζει- και με ξεχειλωμένες συζητήσεις –ως οφείλουν- θα διεκπεραιώσουν επιτυχώς το απόγευμά τους. Οι ποικίλες συζητήσεις θα σέρνονται σαν άδικες κατάρες γύρω από τα αποφάγια και τα λαδωμένα πιατοπότηρα. Εν όψει της διαμορφωθείσας κατάστασης, εκεί κατά τις τέσσερις παρά τέταρτο, εις εκ των συγγενών δεν θα παραλείψει να ευχηθεί : «άντε γειά μας». Κατόπιν, αστειευόμενος, θα «πειράξει» τον ποδοσφαιρικά αλλόφυλο μπατζανάκι του, με ένα ανέκδοτο αναλόγου περιεχόμενου. Ο μπατζανάκης αποφεύγοντας ευσχήμως την πρόκληση θα απαντήσει εκ νέου, αποφασιστικά, με ένα «σόκινγκ» ανέκδοτο, «γαργαλώντας» την ώριμη αυταρέσκεια των συζύγων των. Στο καπάκι, η εξηντακοντούτις, και βάλε, ανύπαντρη θεία, θα αναρωτηθεί, τι περιλαμβάνει το μενού για τη συνέχεια. Η συνέλευσις των συγγενών θα βουβαθεί, προς στιγμήν. Οι αξιότιμες κ. κ.σύζυγοι θα καθαρίσουν το τραπέζι και θα σερβίρουν γκρικ κόφι τη συνοδεία καρπουζοπέπονου παγωμένου……………………………………………………………………………
………………………………………………………………………………………
Σύντροφοι. Αυτός ο φαύλος κύκλος των Κυριακών πρέπει να σπάσει το δίχως άλλο.
Αντίσταση στους υποτακτικούς των κυριακών.
Αλληλεγγύη στους φίλους των Παρασκευών και των Σαββάτων.
Οργάνωση στο παλλαϊκό μέτωπο της Πέμπτης και της Τετάρτης.
Κηρύττω ηρωική έξοδο, ενάντια σε κάθε κυριακάτικη συναίνεση.
Ζήτω τα δευτερότριτα.
Το αίτημα για αυτοοργάνωση, έναντι της αποδιοργάνωσης των Κυριακών,
δεν είναι ουτοπία. Είναι ελπίδα και αγώνας για άλλη κοινωνία.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

"Περί διαθέσεως" (ή, άμα σού ΄ρθει πιες πέντε έξι μπύρες να σου περάσει)



«Θα βγούμε;»
«Πού να πάμε;»
«Δεν ξέρω…κάπου»
«Άστο. Δεν έχω διάθεση»
------------------------------------
«Πώς πήγε σήμερα;»
«Σκατά»
«Γιατί;»
«Είχα πολύ κακή διάθεση»
-------------------------------------
«Τα βρήκατε;»
«Μπα δεν υπήρχε καλή διάθεση για υποχωρήσεις»
-------------------------------------
«Ήταν ωραία;»
«Καλά ήταν αν εξαιρέσουμε την μαλακισμένη μου διάθεση»
--------------------------------------
«Την συνάντησες; Από τι διαθέσεις εμφορούνταν;
«Από φονικές… ως επί τω πλείστον»
--------------------------------------
«Τι διαθέσεις έχετε για τη συνέχεια;»
«Παπάρια διαθέσεις»
---------------------------------------
«Πάμε για μπύρες;»
«Άσε. Δεν έχω διάθεση»
«Μα γιατί; Πιες μια και θα σου ρθει»
----------------------------------------
«Και τελικά τι έγινε..; το κάνατε;»
«Μπα… τρελός είσαι; Πού διάθεση για τέτοια…»
-----------------------------------------
Το πλέον αμάχητο επιχείρημα για να δικαιολογήσεις την αναβλητικότητά σου είναι αυτό το κλασικό: «δεν έχω διάθεση».
Ουδείς μπορεί να φέρει μια αξιοπρεπώς πειστική αντίρρηση, μπρος σε μια τέτοια δήλωση-κεραυνό. Πώς να ανασκευάσεις ένα ήδη επιβαρυμένο κλίμα, -όση επιδεξιότητα και αν διαθέτεις στην τέχνη της επιχειρηματολογίας- όταν σου πέσει στο κεφάλι ένα τρομερό: «δεν έχω διάθεση». Και βέβαια όταν λέμε «δεν έχω διάθεση» εννοούμε , «δεν έχω καλή διάθεση». Είμαι δηλαδή διατεθειμένος κακώς έναντι του παντός .
Η διάθεση, εν γένει, μπορεί να είναι καλή, κακή, φτιαγμένη, χαλασμένη ή άστατη, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ο καιρός είναι βροχερός, συννεφιασμένος, ηλιόλουστος ή άστατος. Δεν είναι τυχαίο ότι η δημοφιλής έκφραση: «τον κακό σου τον καιρό…», χρησιμοποιείται για να δηλώσει μεταφορικά την ευπειθή αντίρρησή μας έναντι της κακής διάθεσης που μας δημιουργεί μια πραγματικά δυσχερής κατάσταση ή μια σημαίνουσα για τη ζωή μας, συμπεριφορά.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε με μαρξιστικούς όρους, η διάθεσή μας είναι το «συμβολικό κεφάλαιο» που καλούμαστε να επενδύσουμε στην καθημερινότητα μας προσδοκώντας, ως γνήσιοι κεφαλαιοκράτες, να καρπωθούμε την παραγόμενη υπεραξία των διαθέσεων των άλλων, όταν αυτοί κινούνται εντός του πεδίου δράσης της διάθεσης μας.
Με υπαρξιακούς όρους μιλώντας, θα λέγαμε ότι η διάθεση μας, είναι ένα ψυχοκοινωνικό μετα-μυθολόγημα που ενετάσσει και ενσωματώνει το ιδιωτικό μας σύμπαν, στους κανόνες που διέπουν το πραγματικό απέραντο σύμπαν.
Αν βέβαια επιχειρούσαμε να προσεγγίσουμε τη «διάθεση», με "κλινικούς" όρους (που μας ταιριάζουν κιόλας) θα λέγαμε, δίχως δισταγμό ότι,
η καλή μας διάθεση πάσχει από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος που η καλή μας διάθεση συχνά πεθαίνει από αιφνίδιο θάνατο.
Η διαγωγή μας και ο σώφρων εγνωσμένος χαρακτήρας μας, είναι ο ιδανικά κατάλληλος για να καταστήσει μια «διάθεση» εξαιρετικά καλή και υγιή. Αλλά και συνάμα εξαιρετικά ικανός , να την αποστείλει στα τάρταρα, κάνοντάς την να δείχνει άρρωστη, κάκιστη και αλγεινή. Σχεδόν νεκρή. Όσο λοιπόν αιφνίδια πεθαίνει η καλή μας διάθεση, άλλο τόσο αιφνίδια ξαναγεννιέται. Συχνά, πριν καλά καλά προλάβεις να συνέλθεις από την καταστροφική λαίλαπα του απρόσκλητου και αγενούς εισβολέα της κακής διάθεσης, με χαρά διαπιστώνεις ότι η καλή σου διάθεση επανακάμπτει και παλινορθούται εκ νέου, ως ο μυθολογικός φοίνιξ αναγεννάται εκ της τέφρας του. Όλο ετούτο το παλινδρομικό καραγκιοζιλίκη της πολυκύμαντης διάθεσής μας δεν θα το έλεγες καθόλου άσχημο, αν η συντεταγμένη ψυχιατρική δεν το χαρακτήριζε «διπολισμό», ή πιο ωμά, «μανιοκατάθλιψη».
Η ανθρώπινη διάθεση εν γένει, ξεχνάει γρήγορα. Αγνοεί τις εσωτερικές οργανικές αντιφάσεις της. Κλείνει τα μάτια ,εμπρός στα έμπεδα οξύμωρα που την άγουν και την φέρουν.
Παραπαίει ανάμεσα στον δημόσιο πραγματισμό και στον ιδιωτικό ρομαντισμό.
Είναι κουφάλα η διάθεση. Για να μη πω κάτι χειρότερο… Καταστρέφει και ξαναχτίζει αενάως, την δύσκολη και ιστορικά πολυκύμαντη σχέση μας με τον εαυτό μας, εν μια νυκτί. Τέτοια καριόλα, σου λέω.
Σε όλο το φάσμα των πολλαπλών εκφάνσεων και άπειρων τιμών που μπορεί να λάβει ο άγνωστος Χ, μια κοινής ανθρώπινης «διάθεσης», κοινή διαπίστωση φαίνεται να είναι ότι η «διάθεση» αποτελεί ( ή τουλάχιστον φιλοδοξεί να αποτελεί) την φωναχτή δήλωση και ξεκάθαρη επιβεβαίωση, μιας αναπαλλοτρίωτης ατομικότητας. Τούτο δε, ισχύει όχι ανεξάρτητα από το είδος και την υφή της πρόσληψης και της υποδοχής που θα επιφυλάξει για την διάθεση μας, ο περίγυρος των εφαπτομένων διαθέσεων των άλλων.
Πέρα από τα ποικίλα στερεότυπα που μπορούν να λάβουν οι ανθρώπινες διαθέσεις (διάθεση καλή, κακή, ρομαντική, εξουσιαστική, συμμετοχική κ.ο.κ.) και την εμπεδωμένη φαντασιακή ιδιώτευση που υποθάλπουν και διακηρύττουν ερήμην μας αυτές οι «διαθέσεις», αναμφίβολα διαπνέονται γενικά, από μια και μόνο κυρίαρχη μέριμνα και φροντίδα. Δημιουργώντας δηλαδή την ψυχοκοινωνική μας υπόσταση, διαπνέονται (οι διαθέσεις) από την μέριμνα για την «εύνομη» διευθέτηση ενός δημόσιου και ιδιωτικού χώρου ισορροπιών και συγκερασμών. Ο οποίος χώρος, αν και δείχνει να επιτρέπει τις συλλογικές λειτουργίες, παραμένει ενδεικτικός μιας μάταιης θήρευσης.
Μιας, κατά βάση, ανέφικτης κοινωνικότητας.

Αν υπάρχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά που διαπνέουν κάθετα όλη την διαστρωμάτωση των «διαθέσεων», τότε σίγουρα αυτά είναι , το «αυτοδιάθετο»
και το «αυτοδιαχειριζόμενο». Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που οι προσωπικές διαθέσεις του καθενός έχουν τόσο κατηγορηθεί από τις συντεταγμένες εξουσίες. Οι συντεταγμένες εξουσίες δεν συμπαθούν τις «διαθέσεις». Σου κουνάνε απειλητικά και διδακτικά τον δείκτη μπρος στη μούρη, διατεινόμενες ότι υπάρχουν πολύ σημαντικότερα πράγματα να ασχοληθείς, (όπως να δουλεύεις δίχως αντιρρήσεις, να παράγεις δίχως απαιτήσεις, να υπακούς δίχως αμφιβολίες κτλ) από το κανακεύεις την κακομαθημένη διάθεσή σου.

Εσύ όμως ξέρεις ότι η ιδεατή κατάσταση δια της οποίας διέρχεται το μυθολόγημα της διάθεσής σου, έλκει την ευγενή καταγωγή του, από το αρχέτυπο του μαχητή των ανεμόμυλων.
Από το σόι του Δον Κιχώτη.
Από τον θρύλο του «φτωχού και μόνου καουμπόη» .
Ρομαντικός και μοναχικός, σφυρίζεις, φεύγοντας καβάλα προς τη Δύση.
Κυνηγάς το ηλιοβασίλεμα, στο οποίο παραχωρείς την ρυθμιστική δικαιοδοσία της διάθεσης σου. Γενναία επιχορηγούμενος από τον μοναδικό σου σπόνσορα, τον εαυτό σου, καλείσαι να παίξεις το ρόλο του Μαικήνα της ίδια ς της διάθεσης σου. Η διάθεση σου είναι το υπουργείο προπαγάνδας της ηγεμονικής αυλής σου. Η οποία αυλή αποτελείται από δύο μόνο νοματαίους. Από έναν ηγεμόνα και έναν ηγεμονευόμενο. Τον εξής ένα: εσένα.
Για αυτό σου λέω, αν σου ξανα έρθει διάθεση για οτιδήποτε, πιες πέντε έξι μπύρες να σου περάσει.


(Την επόμενη φορά που θα μου ρθει διάθεση να αναρτήσω ποστ.
σκοπεύω να εφαρμόσω βήμα-βήμα (μπύρα-μπύρα) την ως άνω συμβουλή.)

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

θέρος

Ωραία.
Εισήλθαμε αισίως στην κυρίως ειπείν καλοκαιρινή σεζόν.
Λαμβάνω το θάρρος να επικαλεστώ την μεγαλοθυμία του θέρους, αιτούμενος να μας δεχτεί σύσσωμους, στην καυτή και ξερικιά αγκάλη του. Σκοπεύω δε, και υπόσχομαι για τη συνέχεια, στο λυκαυγές των ημερών τούτου του θέρους, να δοκιμάζω δίχως ψιμύθια να εξιστορώ, το λυκόφως των δικών μου «κακών» θερινών σκέψεων. Γεμίζοντας και αδειάζοντας τασάκια μ΄ αποτσίγαρα, κρυμμένος πίσω από τον, απαγορευμένο στο εξής, καπνό τους.
Ως επισφράγιση της συνεργασίας μας και της αμοιβαίας μας αποδοχής (του θέρους έναντι εμού, και εμού έναντι του θέρους ) θα περιγράφω, την καλή ή κακή, διαγωγή του, όπως καταφανώς θα την καταδεικνύουν οι θερμές μέρες του. Ξεβράκωτες κι αυτές… δίχως φτιασίδια.
Θα το περιγράφω, αφοσιωμένος στην κινητήρια δύναμη, της ξέφρενης καθημερινής αναζήτησης και «διεκδίκησης» του ήλιού του, όπως αυτήν θα την επιβάλουν οι πυρακτωμένες, σκονισμένες και ιδρωμένες μέρες του, και οι χαρμόσυνες, μοχθηρές και δροσερές νύχτες του.
Αχ, αυτές οι νύχτες! Ξάγρυπνες περιπλανιούνται σε ξένους ύπνους.
Αχ, και συ άμοιρε παραθεριστή του τρέχοντος βίου σου…Ξάγρυπνος παλεύεις να παραμείνεις μέχρις εσχάτων, εντός του ονείρου της δροσερής καλοκαιρινής νύχτας σου.
Είσαι το ατσαλάκωτο πρόταγμα, της ίδιας σου της ζωής.
Τι συμβαίνει άραγε εντός του έξοχου μυαλού σου, έτσι καθώς γερνάει βήμα το βήμα, Ιούνη τον Ιούνη, και δεν το βάζει κάτω; Έτσι καθώς βυθίζεται άκαμπτο στην φθορά και στην αβυσσαλέα βεβαιότητα του επερχόμενου τίποτα..; με τ΄ άντερα μπλεγμένο κουβάρι, και το νου τηγμένο τυρί; Με το αίμα ταγγισμένη μπύρα;
Τι τα θες; Όσο πιο οργανωμένη η ζωή, τόσο μεγαλύτερο το εκφραστικό της αδιέξοδο.
Εξ ου, και η κατ΄ αρχήν, δυσπιστία σου, για κάθε τι απροειδοποίητο.
Εξ ου, και ο φόβος σου για κάθε τι πηγαίο.
Εξ ου, και η κατοπινή πίστη σου, στην αναγκαιότητα της ύπαρξης των άλλων.
Οσάκις γεννιέσαι, γεννιέται και η φαντασμαγορία του κόσμου των ενσυνείδητων και ασυνείδητων εμπειριών σου.
Οσάκις ανατέλλεις, ανατέλλει αργά αργά, και το σύμπαν των συναισθημάτων , των γνώσεων και των πεποιθήσεων σου.
Οσάκις προτίθεσαι… παίρνεις υπόσταση.
Αμέτρητη η χαρά που αισθανόμαστε, δυνάμενοι να διακηρύξουμε την ευπειθή στοργή που μας προσφέρει η καθημερινή επιβεβαίωση της υπόστασης μας.
Τω όντι, για την ώρα υπάρχουμε. Άλλωστε αν δεν συνέβαινε αυτό, ευτυχώς δεν θα το γνωρίζαμε καν.
Τω όντι, λοιπόν ήρθε το καλοκαίρι.
Τω όντι, πάει έφυγε η μαγιάτικη δροσιά.
Τω όντι, τα καλοκαίρια, μου αποσπούν τεχνηέντως υποσχέσεις που δεν θα μπορέσω να τηρήσω.
Αργότερα θα αρχινίσει και αυτό να κλείνει , να στενεύει, να σώνεται.
Να κονταίνει και να ψοφάει, η τρεμουλιαστή σκιά του, κάτω από τις σόλες των παπουτσιών μας.
Δεν χωρεί αμφιβολία, μ΄ αρέσει το καλοκαίρι.
Μ΄αρέσει γιατί θέλει να αγαπηθεί κι αυτό σαν έφηβος, που μπαίνει απ΄την νυχτωμένη πόρτα και βγαίνει απ΄το πρωινό παράθυρο.
Και φαντάσου..! όλα τούτα συντελούνται μέσα σε δυό χούφτες ζελατινώδη ιστό, εντός του κρανίου σου.


Ο εσαεί αγαπών σας, μετ΄ αφοσιώσεως.
Κωστής Μπ. ο χαμαιλέων

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Brief instruction











Συγχαρητήρια! Μόλις επιχειρήσατε ηρωική και επιτυχημένη είσοδο στο «ξόρκια και αλγόριθμοι». Σήμερις, ως επιβράβευση αυτής σας της επιτυχίας , δεν θα σας κουράσω:

Μάρτυς μου η τσίγκινη μαϊμού η κουρδιστή με το ταμπούρλο, και η άλλη η συνάδελφος της, με τα πιατίνια…
Μάρτυς μου ο κολλητήρης κι ο μπιριγκόγκος…
Μάρτυς μου ο απίθανος Χούλκ κι ο άνθρωπος-αράχνη…
Μάρτυς μου, ακόμα κι αυτός ο Μπομπ σφουγγαράκης…
Αρχίζει να γερνάει ραγδαία κανείς, όταν σταματήσει να παίζει.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

μισόλογα

Όσα συνέβησαν στις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες της ζωής μου, μου έδειξαν και μου κατέστησαν σαφές πως τα «λόγια» (προφορικά ή γραπτά) , υπό δεδομένες συνθήκες, ασφαλώς και είναι κάτι πολύ σημαντικό. Αλλά δεν είναι και το παν. Υπάρχουν και άλλες δυνάμεις που εμπλέκονται στη ζωή και την βαραίνουν, δίνοντας υπόσταση στην, όχι και τόσο αβάσταχτη, ελαφρότητά της. Π.χ. όπως:
-Η πνευματική ανέλιξη που σου προσφέρει το απόλυτο κωλοβάρεμα.
- Η διεύρυνση των γνώσεων μας, πάνω στον τρόπο, του πως θα σκοτώσουμε αναίμακτα και σιωπηλά, την ώρα μας.
- Η τέρψη του να μη μιλάμε και να μην ακούμε κανέναν, δίχως κανείς και τίποτα να μας υποχρεώνει, να μην μιλάμε και να μην ακούμε κανέναν.
-Η τέχνη της απόλαυσης μια άλαλης και άγραφης επικοινωνίας.
- Η προφορική παράδοση του καθενός, την οποία δεν θα την προφέρει ποτέ κανένας, και ποτέ δεν θα παραδοθεί σε κανέναν.
-Εν γένει, η δυναμική της υλοποίησης, μιας ευτυχούς, άλαλης, άγραφης και κουφής γλώσσας.

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι και η πασίγνωστη και πανάρχαιη, κοινά υλοποιημένη ανθρώπινη γλώσσα (λογοτεχνική ή καθημερινή), είτε έχει φορέα το χαρτί και τα μάτια του αναγνώστη, είτε τον κυβερνοχώρο και τα λογής –λογής ηλεκτρομαγνητικά κύματα,
είτε, (απλούστερα και ευτυχέστερα) ένα στόμα και ένα αφτί,
συχνά κατά ένα μέρος είναι «άυλη». Ή, να το πούμε καλύτερα, συχνά κατά το ήμισυ είναι μη -υλοποιήσιμη. Είναι δηλαδή μισή. Λόγια μισά. Κοινώς μισόλογα.
Είμαστε περικυκλωμένοι από μισά «λόγια» και μισές «σημασίες».

Μάλιστα, έρχονται κάποτε καιροί και συνθήκες που ευνοούν τα «μισόλογα».
Έρχονται κάποτε εποχές, που ευνοούν έναν κακώς εννοούμενο διανοουμενισμό μισόλογων, στην έκφραση. Επακολούθως του οποίου, τα ολόκληρα λόγια (στρογγυλά τα έλεγε η γιαγιά μου) πέφτουν σε δυσμένεια και βαριά ανυποληψία. Τότε, όσοι συνηθίζουν να αδιαφορούν για όσα οι καιροί επιτάσσουν, και επιμένουν να μιλούν με ολόκληρα λόγια, (ή να μην μιλούν καθόλου) αντιμετωπίζουν το φάσμα της απόρριψης και νοιώθουν την περιφρόνηση ψυχρή να τους τυλίγει. Μοιάζουν μπανάλ κι ανόητοι (δεν εννοούν). Με άγνοια κινδύνου, περιφέρουν τα λόγια τους ολόκληρα, οι άμοιροι. Είναι τότε…όταν τα μισόλογα γίνονται μόδα.
Σήμερα θα ρίξω στη αρένα ποστ , βορά στα σιδερένια σαγόνια των «μισόλογων». Οι λέξεις, και οι έννοιες (με, ή χωρίς τη σύμφωνη γνώμη τους), θα υποφέρουν πραγματικά, παραδομένες στα άπονα χέρια των θολών υπαινιγμών. Θα δεχτούν αβοήθητες βάναυση επίθεση. Θα κεραυνοβοληθούν, θα αποσυναρμολογηθούν, και τελικά θα κατακρεουργηθούν, προς δόξαν των κομψών, υπαινικτικών και φαρμακερών «μισόλογων». Εμείς από τις κερκίδες του κολοσσαίου θα διασκεδάζουμε κατάφωρα, από την φρίκη του θεάματος. Μετά το τέλος της παράστασης όμως, το αποτέλεσμα θα κρίνεται, πάντα, ενοχλητικά πενιχρό.
Όσο κι αν τα «μισόλογα» κατασπαράζουν τους φθόγγους των νοημάτων και κομματιάζουν τα ολόκληρα λόγια, όσο κι αν φαίνεται να θριαμβεύουν στην αρένα, πάντα στο τέλος θα κρίνονται ανεπαρκή.
Διότι, πώς να το κάνουμε, τα μισόλογα είναι μισά λόγια.
Κατόπιν, σας προειδοποιώ, το κείμενο αυτό θα αυτοκαταστραφεί. Ακριβώς 30 δεύτερα λεπτά μετά το πέρας της ανάγνωσης, (με, ή χωρίς την σύμφωνη γνώμη σας) τα μισόλογα του κειμένου θα καταστούν απόντα.
Ότι θα έχουν «φάει»… θα έχουν έχουν «φάει». Ότι θα έχουν πιεί…θα έχουν πιεί.
Ότι θα έχει αρπάξει ο κώλος τους… θα έχει αρπάξει.
Ότι θα έχουν υπαινιχθεί….θα έχουν υπαινιχθεί. Μετά τέλος. Νέτα.
Διότι δεν είναι δυνατόν πάντα τα «κυριολεκτικά» να στραγγαλίζονται, και τα «μισόλογα» να τη γλυτώνουν. Δεν μπορεί τα «συγκεκριμένα» πάντα να την πληρώνουν, και τα «αφηρημένα» μονίμως να εισπράττουν. Όλα έχουν ένα όριο.

Τελικά ίσως στην κορυφή της ιεραρχίας των στοιχείων που απαρτίζουν την διαδικασία «συνεννόησης» των ανθρώπων, να βρίσκονται τα μισόλογα.
Α, τα αγαπημένα μας μισόλογα… τι παράδοξη γοητεία που μεταφέρουν; Πως καταφέρνουν αυτό που λένε να είναι τόσο κομψά εντελώς ασήμαντο, σε σχέση με το άκομψο σημαντικό που αποκρύπτουν; Τι ωραία που αιωρούνται δίχως να λεν σχεδόν τίποτα, και να αφήνουν περιθώριο σχεδόν για τα πάντα.
Αν δεχτούμε ότι τα ολόκληρα λόγια μεταφέρουν τα βασικά συστατικά της βούλησής μας και της αντίληψης μας, τότε τι διάολο μπορεί να συμβαίνει με τα μισόλογα; Αποδίδουν άραγε την μισή βούληση; Ή απλώς αποκρύπτουν τα μισά από όσα «σκοπεύουμε» και επιδιώκουμε;
Ένα καλά δομημένο και πλήρως αναπτυγμένο «μισόλογο», (αν μπορείς να το πεις αυτό για κάτι που είναι μισό) είναι εξαιρετικά δύσκολο να το προσδιορίσεις. Απειλεί; Προειδοποιεί; Υπαινίσσεται; Ντρέπεται; Φοβάται; Αδυνατεί; Υπογραμμίζει; Υποδηλώνει; Καταφρονεί; Μπερδεύει; Θολώνει; Καυτηριάζει; Οικτίρει; Κόβει; Ράβει; Τι διάολο κάνει;




Πλάθοντας πλήθος «μισών» προτάσεων, ο κάθε άξιος τεχνίτης μισόλογων, δίνει ζωή σε μια γλώσσα όχι ακριβώς μισή, αλλά σίγουρα ούτε και αρκετά ολόκληρη.
Θες δεν θες, πέφτεις συχνά θύμα, και παγιδεύεσαι στον ηθικό μηχανισμό τους.

Εντάξει ρε φιλαράκι, καλά κάνεις και θέλεις η μισή λαλιά σου, να σκορπάει γύρω σου ένα υποβόσκον μυστήριο. Να αναρωτιούνται όλοι: «τι θέλει να πει τώρα ο ποιητής;»
Δικαίωμα σου είναι, όσα ορνιθοσκαλίζεις, να μην ξεκαθαρίζουν τις προθέσεις σου.
Στο κάτω κάτω ας προσπαθήσουν λίγο και οι άλλοι. Αν θέλουν.
Καλά κάνεις και μεταθέτεις την προοπτική της επικοινωνίας και την λαχτάρα της συνεννόησης, πέρα από το φως που αντιφεγγίζει στο βάθος του τούνελ των ατέλειωτων υπαινιγμών σου.
Πρόσεξε όμως…κάποια στιγμή μπορεί αυτή η συνήθειά σου, να καταντήσει ένα απλό καπρίτσιο.
Μήπως θαρρείς τάχα ότι μεταμορφώνεσαι σε τέρας πρωτοτυπίας, όταν μισολογάς;
Θαρρείς ότι τα «ακατάληπτα» σε τυλίγουν με αγλάισμα επικοινωνιακής μόρφωσης; Μήπως σ΄αυτά τα θολά λεκτικά τερατουργήματα σε
οδηγεί το πρότυπο της αγωνιώδους μοναδικότητας;
Ποιος είσαι; Η Πυθία;
Μα είναι τρόπος αυτός; Σου αρκεί αυτή η ενεργή επίφαση μιας γλώσσας- σπαζοκεφαλιάς; μόνο και μόνο μιλώντας τυχαία, σποραδικά και παράδοξα;
Η γλώσσα είναι ένα συλλογικό κληροδότημα, που υπήρξε κατ΄αρχήν από την ανάγκη να συνεννοηθούμε. Ή να μην συνεννοηθούμε. Κι όχι ένα εργαλείο για να μας σπας εσύ τα αρχίδια.
Εκτός πια και αν το κάνεις για χρονοαποταμίευση. Αν νομίζεις ότι κερδίζεις χρόνο μιλώντας «μισά».. αν έχεις μια τόσο στεγνή θεώρηση της απόλαυσης του χρόνου…τι να πω; Μίλα μισά.
Εγώ δεν θα σ΄ακούω.

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Χ.Υ.Τ.Α.

Αναλογιζόμενος τον τρόπο με τον οποίο θα δεχθείτε το ακόλουθο ποστ διακατέχομαι αίφνης, υπό μεγίστου φόβου. Θα δεήσει άραγε να σχολιάσει κανείς; Ή θα πάει άπατο… γαμώ το κέρατο μου. Ο «τρόμος της λευκής σελίδας» που λένε για τους γραφιάδες, μοιάζει με το “Mπαμπούλας Α.Ε.» της Pixar, αν συγκριθεί με την αδημονία, το βαρύ καημό, την ματαίωση, τη φρίκη του «εφιάλτη του δρόμου με τις λεύκες», δια μέσω του οποίου διέρχεται ο βλόγερ όταν έρχεται αντιμέτωπος με το φάσμα των «μηδέν σχολίων».
Είναι σύνηθες πλέον το φαινόμενο , κάθε ανεκδιήγητος βλόγερ, κάθε ανορθόγραφος γραφεύς, κάθε κομμουνιστής άνευ δράσεως σαν και του λόγου μου, κάθε άσχετος γκουρμές που δεν μπορεί να ξεχωρίζει το πατέ από τη σκυλοτροφή, και εν γένει κάθε είδους άχρηστος, να καταφεύγει σε φτηνά μαρκετίστικα κόλπα, προκειμένου να τσιμπήσει λίγη προσοχή.
Να εγώ φερ΄ ειπείν, ήδη επεξεργάζομαι γιγαντιαίο πρότζεκτ προώθησης του βλογ. Χορηγώ προνομιούχα διαβατήρια εισόδου στο ιστολόγιο, πράσινες κάρτες freetax, ισόβιες βίζες, γλειφιτζούρια, κοκακόλες, παγωτά, γρανίτες φράουλες και τάρτες,
μπας και κάνει ένα δράμι δουλειά το μαγαζί. Σκέφτομαι δε, τον άλλο μήνα να κληρώσω μηχανάκι. Κάθε τρία σχόλια ένας λαχνός, που κληρώνει τον δεκαπενταύγουστο, κερδίζει το αμορτί του Κρατικού Λαχείου Κοινωνικής Αντίληψης.
Τι να κάνω; Λέω μπας και κονομήσω λίγη ευμενή υποστήριξη και καμπόση προσοχή, παρά του ευγενούς φιλοθεάμονος κοινού.
Σύντροφοι! Τα μεταξωτά βλογ, μεταξύ άλλων, θέλουν και επιδέξιες γλώσσες.(για να γλείφουν φυσικά).

Γενικώς πάντως μιλώντας, (αυτό το να μιλώ γενικώς, δεν κατάφερα ακόμα να το καταστείλω) πρέπει να ομολογήσουμε ότι αυτά που θέλουμε να λέμε ισοδυναμούν με ένα αειθαλές και χαρμόσυνο τίποτα. Τα ιστολόγια δε, ως κατ΄εξοχήν φορείς αυτού του: «θέλω να πω» ή του «θέλω να λέω», δεν είναι τίποτα άλλο από φοβισμένες εκδηλώσεις διολίσθησης, προς την δημόσια εξομολόγηση. Και τούτο βέβαια δεν είναι κατ΄ ανάγκη κακό. Είτε είναι στρατευμένα, είτε απλώς λαχανιασμένα. Είτε είναι επώνυμα, είτε απλώς ψευδώνυμα, «ζουν» στον ιστό, επί τη ελπίδι, ότι θα αξιωθούν μια ακόμα εκούσια δοξασμένη αυτοδιαπόμπευση. Είναι τρόπον τινά, δημόσιες τελετές εξόδιας ακολουθίας, του «ιδιωτικού».
Ως τραγωδίες αν τα δεις (όπως το υποφαινόμενο) , ή ως κωμωδίες, (όπως άλλα), πέραν του αυταπόδεικτου και δεδηλωμένου θέματος που κάθε φορά διαπραγματεύονται… όπως και αν τα δεις... αδυνατούν να δώσουν λύση στην πλοκή τους, δίχως τα «από μηχανής» μάτια των αναγνωστών-σχολιαστών τους. Και βέβαια, ούτε μπορούν, να εξασφαλίσουν την τελική κάθαρση στο περιπαθές δράμα της τραγωδίας τους (ως κάθε αξιοπρεπής τραγωδία οφείλει, από τα πολύ παλιά χρόνια)
δίχως αυτά τα μάτια.
Ότι και να «λέει» κάποιος, αν κανείς δεν τον ακούει (έστω ένας), είναι καταδικασμένος, κατά έναν τρόπο, να είναι πάντα εκτός θέματος.
Ποιού θέματος; Μα φυσικά του ενός και μοναδικού. Του ενός και μοναδικού που διαπνέει και τεμαχίζει κάθετα, σαν χασαπομπαλτάς, όλα τα άλλα οριζόντιας ανάπτυξης θέματα:¨Της τιμημένης και στοργικής αυτοαναφοράς του¨. Της προσφιλούς αυτοαναφοράς του, που ουδέποτε θέλει λάβει δικαίωση, ει μη μόνον στην θέαση, αξιοπρόσεκτου αριθμού σχολίων, στον πάτο ή στην κορφή του τελευταίου του ποστ.(η θέση του αριθμού των σχολίων δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο και εξαρτάται από την αισθητική άποψη που επικράτησε κατά την επεξεργασία του προεπιλεγμένου τεμπλειτ).
Τελικά τα συμπαθή, κατά τα άλλα, βλογς δεν είναι τίποτα άλλο από: Π.Κ.Λ.Ε.Μ.Π.Ε.Α.Ε.(*)
Ένας στοιχειωδώς σοβαρός κοινωνικός επιστήμονας, που τιμάει τα πτυχία του, θα τα καλούσε πιθανόν:
Δ.Δ.Π.Γ.Κ.Η.Κ.Κ.Μ.(**).
Ως εκ τούτων, αγαπητοί σύντροφοι, θα μπορούσαμε ίσως να συμφωνήσουμε ομοθύμως σε έναν ελάχιστο κοινό παρανομαστή. Σε μια κοινή βάση. Λέω δηλαδή, αν συμφωνείτε, να επιχειρήσουμε να συνοψίσουμε τες σκέψεις και τα συμπεράσματα μας. Και αν δεν έχετε αντίρρηση, να αναλάμβανα την ευθύνη, και εκπροσωπώντας σας, να καταλήγαμε σε μια κοινή, περιεκτική και πυκνή δήλωση αρχών, διατυπωμένη παρ΄ εμού, ως εξής: «Για την ηλικία μας, καλή κι η μαλακία μας».
Ως προεκτάσεις λοιπόν της νευροφυσιολογίας μας, καθώς και του ορμονικού, ενδοκρινολογικού, και αγγειακού μας συστήματος, τα ημέτερα υψηλόφρονα βλογς , κρίνονται αντάξια μας. Και γενικώς μπορούμε να πούμε ότι είναι…μια χαρά βλόγς.
Τα οποία με έναν νοητό καθετηριασμό συνδέουν το αγγειακό «δέντρο» του βλόγερ με τον επεξεργαστή του υπολογιστή, και ακολούθως σταλάζουν το αίμα του, μέσω του μόντεμ, στη διάθεση και στη δημόσια έκθεση του δικτύου.
Να! Ετούτη η ιστοσελίδα, φερ΄ειπείν, στην οποία βάσκανος μοίρα σας έριξε απροστάτευτους, είναι μια αργοστάλακτη φλέβα, που κακόπαθε πολύ στα χέρια μου. Υπάρχει τόση πολλή σαβούρα επάνω μου και εντός μου, που πρέπει ανυπερθέτως να πεταχτεί.Να βρεθεί Χ.Υ.Τ.Α.(***) να τη χωρέσει. Με οποιοδήποτε τρόπο. Έστω και τραυλίζοντας…έστω και ψευδίζοντας με εκείνον τον μακρόσυρτο και μονότονο τρόπο, που το πληκτρολόγιο υπαγορεύει. Έστω και με παροχέτευση, μπαι-πας, παρακέντηση, υπαγόρευση, ή ακόμα και με από στήθους απαγγελία, κάπως τέλος πάντων.
Όλη αυτή η σαβούρα… ‘Ολο αυτό το αξεδιάλυτο μείγμα μύθου και αλήθειας… Όλες οι «περιπετειώδεις» στάσεις, διαστάσεις, διασπάσεις, αναπολήσεις, και στοχασμοί, που υπό πίεση πολλών ατμοσφαίρων, στενάζουν αποθηκευμένες…
Όλες οι πυκνές αράδες, του μονόπρακτου του καθημερινού βιώματος…
γίνονται θύματα στυγνής εκμετάλλευσης εκ μέρους μου. Γίνονται αντικείμενα ευκαιριακής αβανταδόρικης μεταχείρισης, από μένα. Προσδοκώντας κρυφίως κέρδη οφέλη και ανταλλάγματα.
Σταλάζει η φλέβα λίγο-λίγο, σταγόνα τη σταγόνα, kilobyte το kilobyte, πάνω στο μόνιτορ , περιορισμένης χρονικής ισχύος αθησαύριστες πνοές. Τελικά ετούτο δω δεν είναι ιστολόγιο. Είναι Χ.Υ.Τ.Α.






(*) Προσωπικά Κέντρα Επιχειρήσεων, Λήψης Εκτάκτων Μέτρων, Προς Εναγώνια Αναζήτηση Ετεροαναφοράς


(**) Διαδραστικά Δικτυακά Παιχνίδια Για Κάθε Ηλικία Και Κάθε Μαλακία
.


(***) Χώρος Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων

Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

"ελβιέλες"

Το ευτυχές ενδεχόμενο να έρθεις αντιμέτωπος με μια αναπάντεχη ονειροπόληση, όπως τότε, (όταν ακόμα αυτό συχνά σου συνέβαινε) όλο και απομακρύνεται. Ή, μάλλον καλύτερα, αυτό το ενδεχόμενο μετατίθεται συνεχώς στο επέκεινα των πιο δύσβατων τύψεων, και ενσταλάζεται με εύθραυστες λέξεις, σταγόνα-σταγόνα, συλλαβή- συλλαβή, γράμμα-γράμμα, σε ένα μυστικό μπουντρούμι, για του οποίου την ύπαρξη όσο πιο πολύ βεβαιώνεσαι, τόσο περισσότερο με σιγουριά ξέρεις , ότι δεν θα το ανακαλύψεις ποτέ.
Ποδένεσαι με ιεροπρεπή τρόπο τις παλιές άσπρες «ελβιέλες» (μα που τις ξέθαψες;)
οι οποίες τότε παλιά, ορμήνευαν τα εφηβικά σου βήματα. Και βγαίνεις να καταδιώξεις μέχρι θανάτου, να προφτάσεις, να αιχμαλωτίσεις και να βασανίσεις , ότι σε έχει εγκαταλείψει. Ότι από καιρό σου έχει φύγει. Μπας και σου μαρτυρήσει την κρυψώνα του.
Μια επαρχιακή εφημερίδα σου ζήτησε ένα κείμενο με τον όρο να μην υπερβαίνει τις 250 λέξεις. Παρά το ευμετάβλητο των συναισθημάτων τους, τα κείμενά σου, δεν εννοούν τέτοιους περιορισμούς.
Εκτάκτως και αυτήν την Πέμπτη που έρχεται, σκέφτεσαι σοβαρά να επισκεφτείς το μουσείο που φιλοξενεί τον πίνακα, του οποίου χρόνια τώρα παλεύεις ως μετεωρολόγος, να εξηγήσεις τα καιρικά φαινόμενα. Κι ας εικονίζει αιώνες τώρα ένα διαρκές βροχερό φθινόπωρο.
Την Παρασκευή θα εισέλθεις στη γλυκιά θαλπωρή της τοπιογραφίας των γνώριμων πραγμάτων, και θα ταχθείς ανοικτά υπέρ, των ξαναμένων ακτών, των σταματημένων ρολογιών, των επαναφορτιζόμενων μοτέρ σούβλας τριών ταχυτήτων, των απρόσμενων απογευματινών ερώτων, του απέραντου ανοιχτού πελάγους των επαναλαμβανόμενων κατ΄ έτος αλλεπάλληλων πρωτομαγιών, των ευφάνταστων κομψών μυστηρίων που οι παρέες επινοούν. Οι παρέες, ποδεμένες τις «ελβιέλες» τους, θα πορεύονται, ελπίζοντας να συνυπάρξουν συμφιλιωμένες με το φως, εν ειρήνη. Πάντα βέβαια με την ρομαντική ψευδαίσθηση ότι ορίζουν τα βήματα τους.

Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

ένα ακόμη τοσοδούλι μεγάλο Σάββατο...

Σάμπως, εκτάκτως παγιδευμένος σε τούτον τον ιστούλη της ανίας...
...στις παρυφές των ειωθότων...
...στα κοκορέτσια και στα τσουρέκια...
...στους δρόμους της ασίγαστης λαχτάρας...


Στα είπα όλα,

φίλα με τώρα.

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

"Η ειλικρίνεια ωφελεί μόνον όταν είναι προσποιητή" (J. Leopardi,στοχασμοί LVI)

Ένα ιδιάζον φεγγάρι σαν κόκκινο πεπόνι ξεπρόβαλε από τη θάλασσα χθες βράδυ προσδίδοντας μια essence νοήματος στη νεαρή ανοιξιάτικη νύχτα, των νοτιοδυτικών ακτών του Θερμαϊκού κόλπου, φωτίζοντας ως γλόμπος πυρακτώσεως τον κεντρικό ορεινό όγκο του χιονισμένου ακόμα ανατολικού Ολύμπου, όπως κανείς τον βλέπει από την ακρογιαλιά κοιτάζοντας ντιρέκτ δυτικά και στρέφοντας επιδεικτικά την πλάτη του προς την Κασσάνδρα της Χαλκιδικής και την μύτη-κορφή του Άθω, καρφιτσωμένη στον ουρανίσκο του ορίζοντα, σαν μικρούλα ενοχλητική παρανυχίδα ενός απολεσθέντος βίου θαμμένου σε μια γωνίτσα αυτής ακριβώς της κοιλότητας του χρόνου που ο καθείς διάλεξε για να κρυφτεί, ενοχλημένος από το πενιχρό αποτέλεσμα της αποκαλυπτικής, στην αρχή, γοητείας που άσκησε πάνω του το καινοφανές αίσθημα του έρωτα, όταν πρώτη φορά το «αντίκρισε»,
και κεραυνοβολώντας τον, τον αποσυναρμολόγησε και τον ξανα-αρμολόγησε, έτσι όπως μόνο αυτός συνηθίζει, με γλυκερούς περιπαθείς επαίνους και «κιτς» σπαραξικάρδιες υποσχέσεις, με ντεκόρ ένα βασίλειο φωτεινό και σκοτεινό εξίσου, με μια φωνή ουράνια και αβυσσαλέα εξίσου, που αδικεί κατάφωρα και υμνεί εξίσου οτιδήποτε αιχμαλωτίζει στη ροή του, καθιστώντας το ταυτοχρόνως ευτελές και εκτυφλωτικό, σαν στίλβο περίττωμα, προς δόξαν της αχρήστευσης πασών των ματαιοτήτων, που ως σκουπιδάκια της μνήμης παραμένουν ενοχλητικά κολλημένα στην ίριδα του ματιού ερεθίζοντας τους δακρυγόνους αδένες… σαν σκάρτο ποίημα που σκάλωσε στη γλώσσα και δεν εννοεί να φύγει παρά μόνο με ποτό και με τσιγάρο,
που και αυτό δεν εξασφαλίζει πως δεν θα χρειαστεί και επιπλέον ισχυρότερα «παρηγορητικά», επαρκή τόσο ώστε, όσο σε γεμίζουν ρυτίδες απέξω, τόσο να σε κρατούν λείο και στιλπνό εντός σου, εκεί στο βάθος που το αίμα σου τραγουδά.


Ουουφ...το είπα λίγο πριν μου σωθεί το οξυγόνο,
κατόπιν της ευγενούς παραινέσεως του hdd345f στο τελευταίο σχόλιο του προτελευταίου ποστ.

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2009

Τί μ΄οφελούν οι Άνοιξες... (Μ. Βαμβακάρης)

Απειροστικός λογισμός είναι ο κλάδος των μαθηματικών που ασχολείται με την σύγκλιση των ορίων, και κατ΄ επέκταση με την διαφορησιμότητα και ολοκληρωσιμότητα των συναρτήσεων πραγματικών αριθμών.
Εαρινός Απειροστικός Ιστολογισμός από την άλλη, είναι ο κλάδος της κυβερνο-γραφής του οποίου οι φιλόδοξες υπερβολές και οι μεγαλοστομίες τείνουν, κυρίως κατά την περίοδο της άνοιξης, να απειρούνται. Ενώπιον της ηφαίστειας έκρηξης της εαρινής ατμόσφαιρας, ο καθείς βλογερ, προκειμένου να καταφέρει να ισοσκελίσει τις υψηλές τιμές που λαμβάνουν τα βροντόφωνα και εμπνευσμένα σκέρτσα της φύσης,
με τις τιμές του εντός του ψυχικού ισοδύναμου, καταφεύγει στον πρωταθλητισμό ένος θυελλώδους μπαράζ, ελευθέριων αναρτήσεων υψηλού κόστους. (τι ψάχνουμε όμως…αυτό που αγαπάει το κοινό, είναι αυτό που γεμίζει τα ταμεία, κι ανάποδα). Σύσσωμη η βλογερική ιντελλιγκέντσια παλεύει να βρει ένα ρόλο και να αυτοπροσδιοριστεί, μέσα στο τρελό ζουζούνισμα των μελισσών και των κολεόπτερων κάθε είδους. Να αποδώσει λουλουδιασμένες σημασίες, οι οποίες κατά τους προηγούμενους μήνες ήταν χαμένες μέσα στη νάρκη της τυπολογίας του χειμώνα. Ζήτω λοιπόν ο εαρινός απειροστικός ιστολογισμός. Ζήτω!
Παρόλα αυτά και η μαλακία έχει τα όρια της.

Δεν το θέλω, και επ΄ουδενί δεν θα το επιχειρούσα, να σας κουράσω περαιτέρω , από όσο ήδη μέχρι τούδε το χω κάνει, με ένα ακόμα μάθημα μορφολογίας της άμορφης σκέψης, από αυτά που συνηθίζω τελευταία να πουλάω. Με ένα δηλαδή ακόμα ποστ …με μια ακόμα θλιμμένη σονάτα εσωτερικών εγκεφαλικών δονήσεων 8 ριχτερ. Και μάλιστα χρησιμοποιώντας για άλλη μια φορά την γνωστή πλέον μελωδική μέθοδο, των διαλεκτικών πιασάρικων φράσεων. Αυτήν, την molto allegro μετρική, των αραδιασμένων λέξεων-θραυσμάτων,από τα αριστερά της σελίδας προς τα δεξιά, προς άγραν και προσεταιρισμό πελατών.
Εν πάση περιπτώσει, αυτές είναι , κατ΄αρχήν, οι αγαθές των προθέσεών μου.
Υπάρχουν όμως και οι άλλες, οι ανομολόγητες, οι αμαρτωλές, στις οποίες όντας βαθιά εμβαπτισμένος, δεν δύναμαι να αντισταθώ. Και κατά πως φαίνεται, δεν θα αποφύγω να υποκύψω, (για άλλη μια φορά), στην πεισματική γοητεία των ατίθασων μελωδιών τους. Όπως καταλαβαίνετε…δεν την γλυτώνετε. ΄Ενα τρομακτικά μεγάλο πλήθος νευρώνων και συνάψεων συνωμοτεί εντός του κρανίου μου, και μετερχόμενο ενός ευφυούς σχεδίου, με πιέζει προς την κατεύθυνση που όλοι απευχόμεθα. Στην ανάπτυξη δηλαδή και ανάρτηση ενός ακόμα νέου ποστ. Φρίκη!

Σε τούτες τις εποχές, που οδηγούμαστε σταθερά προς την κατεύθυνση της διάσπασης της μίας και μοναδικής αλήθειας για τον κόσμο…
Σε τούτα τα χρόνια, που τα ευφυή ιδεολογήματα, κλείνουν ταπεινωμένα την κεφαλή και αποχωρούν, προς δόξαν των ευφυών τεχνολογημάτων…
Σε τούτη την εποχή, που ακόμα και οι χοντροκέφαλοι χριστιανοί, βλέπουν έκθαμβοι τον θεό τους να την «κάνει» δειλά-δειλά, και να αφήνει μετέωρo το μέχρι πρότινoς σταθερό βιβλικό τους υπόβαθρο… αφήνοντας τους ορφανούς, δίχως μια στάλα οντολογικής σημασίας, δίχως έναν, έστω σκισμένο, χιτώνα γνωσιολογικής θαλπωρής…
Στον αιώνα λοιπόν, που η λογική του διψασμένου για γνώση ανθρώπου αρχίζει να κάνει γκελ στα προσωπικά αδιέξοδα , και να επιστρέφει με βαριά ποινή καταδικασμένη, στην αφετηρία, για να πάρει το μονοπάτι απ΄την αρχή…
Σε τούτα λοιπόν τα «ενδιαφέροντα» χρόνια , αυτής της τερατώδους κωμικής πλημμυρίδας πλήξεως, το μόνο που δεν σας χρειαζόταν ήταν ακόμα ένα ποστ στα «ξόρκια». Παρόλα αυτά (λυπάμαι πολύ) ήδη το έχετε υποστεί. Έχετε ήδη διαβάσει το μισό και παραπάνω.
Μην δειλιάζετε όμως. Μην απογοητεύεστε. Πάντα θα ζει το όνειρο της ενδεχόμενης ολοσχερούς κατάρευσης του web, που θα συμπαρασύρει μαζί της, στη λήθη και στην ανυπαρξία και αυτό το γαμωβλογ.
Για την ώρα, κάντε υπομονή και δείτε το σαν μια αναπόφευκτη και μοιραία ανταπόδοση, στα δικά σας ανθρώπινα παραπτώματα και λάθη. Σαν μια θεία Γουεμποδικαιοσύνη. Αφήστε κατά μέρος τον επηρμένο εγωισμό σας και με παρρησία αρθρώστε τα εξής: «…έφταιξα..θα πληρώσω! Τέτοιες μαλακίες επιφυλάσσω, και γράφω, για τους άλλους στο ιστολόγιο μου… τέτοιες μαλακίες θα γράφουν και θα «φυλάνε» οι άλλοι για μένα. Μία τους και μία μου…Ίσως στο μέλλον , με μια πιο πειθαρχημένη τακτική ιστογραφείας και έναν ξεκάθαρα στοχευμένο απειροστικό ιστολογισμό, καταφέρω να τους κατατροπόσω τους αλήτες. Κανάγιες, μέχρι τότε θα προσεύχομαι και θα παρακαλώ τον Θεό του web να σας κόψει και το βήχα και τη γρήγορη σύνδεση…»
.

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

ανάγκη vs ικανοποίησης

Η «ανάγκη» και η «ικανοποίηση» έχουν κοινές ρίζες. Η δεύτερη επωφελείται λαθραία από τα κρυφά πλεονεκτήματα που της προσφέρει η πρώτη.
Εντούτοις δεν ξέρω αλήθεια, ποια είναι απ΄ τις δυό η πιο ανυπόφορη.
Το μόνο που ίσως ξέρω με βεβαιότητα είναι ότι καμία από τις δυό, από μόνη της δεν αποτελεί έγκλημα καθοσιώσεως. Επιδοκιμάζω και την «ικανοποίηση» και την «ανάγκη» και δεν τις βάζω σε όρια. Συγχρόνως όμως σκέφτομαι πως δεν υπάρχουν όρια στις ζημιές που μπορούν να προέλθουν από τις αυθαίρετες πράξεις, και των δυό.

Η κατάσταση γίνεται τουλάχιστον ύποπτη όταν η μια επικαλείται την άλλη. Και μέσω της αναλογίας τους, γευόμαστε τη σούπα που εντός της σιγοβράζει ο τάχα-γκουρμέ βίος μας. (αυτές οι μαγειρικές παρομοιώσεις πάντα εντυπωσιάζουν). Όταν δηλαδή, η μια μετατρέπεται σε βολική συνθήκη, έναντι και υπέρ, της άλλης.

Όταν λοιπόν μου δίνουν στο πιάτο την «ικανοποίηση» …όταν μου την προσφέρουν τελειωμένη, πλήρη, άρτια, νοιώθω αμηχανία , σχεδόν εκνευρισμό. Για να πω την μαύρη αλήθεια, αισθάνομαι τρόπον τινά, εξαπατημένος. (τόσο κολλημένο το άτομο)
Όταν πάλι η «ανάγκη» μου χτυπάει με θρασύτητα την πόρτα, εξοργίζομαι. Θέλω να της πω «Τι θες μωρή;» και να της την κλείσω κατάμουτρα. Αλλά η μοιραία και αιωνίως ατιμώρητη σκληράδα της, με οδηγεί να ψάχνω να δικαιολογηθώ με ένα ψέμα. Να ισχυριστώ με ύφος νικημένου Ναπολέοντα ότι:«τουλάχιστον υπήρξα γενναίος». Παρά το ότι γνωρίζω καλά, πως το ουσιώδες είναι να ανακαλύψω όχι το αν, αλλά το πόσο ακριβώς δειλός υπήρξα.

Απ΄ τη μια η έμφυτη προαίσθηση της αναγκαιότητας.
Απ΄την άλλη η ανακλαστική πρόγευση της ικανοποίησης.
Όταν η μια κουφάλα αδυνατεί, η άλλη η παμπόνηρη επιφυλάσσεται. Και τούμπαλιν.

Τέλος! Κατέληξα! Κι ας κατηγορηθώ για βαριά κοινοτυπία. Το πιο σίγουρο ένστικτο με το οποίο μας προίκισε η φύση είναι η «ανάγκη για ικανοποίηση». (τι λέω πάλι ο γάτος)

Για να τελειώνω. Η βαθύτερή κρυφή μου ελπίδα είναι, να νοιώσω κάποια στιγμή την «ικανοποίηση», πως με καταλαβαίνετε. (αν και πολύ αμφιβάλω). Και πως, επίσης κι εσείς ενοχλείστε, όπως και γω, από την «ανάγκη». Θα ήταν πιο απλό να πάψουμε να υποκρινόμαστε, και να παραδεχτούμε μια για πάντα, ότι αυτό που κολακεύει την «ικανοποίηση» μας, είναι η αληθινή σημασία της «ανάγκης» μας.

(Σε ποιόν μιλάω, τέλος πάντων)

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

φυσική ιστορία





Ο παρακείμενος της γειτονιάς μου Όλυμπος,
έλαμπε σήμερα το πρωί, και φώτιζε τη δυσκίνητη Δευτέρα.
Μετεωριζόμενος πάνω απ΄τα κεφάλια μας τούτος ο πέτρινος πύργος δεν μας προδίδει ποτέ.
Φρεσκοχιονισμένος, συμπαγής, ολόλαμπρος.
Τον εμπιστεύομαι, ετούτον τον γέρο...τί να λέμε.
Φαντάσου αγαπητέ αναγνώστη, όταν σχηματίστηκε πριν από 250.000.000 χρόνια,
η ινδική χερσόνησος ακόμα αρμένιζε αμέριμνη στον ωκεανό. Πολύ αργότερα συγκρούστηκε με την ασιατική ήπειρο και σχημάτισε τα (γεωλογικώς έφηβα) Ιμαλάια.

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

homo player

Η ελαχιστότατη απόσταση , το χιλιοστό του χιλιοστού, το νανοσαντιμετρ του πικοσαντιμετρ, η απειροελάχιστη φιράδα , που σε χωρίζει από την καθεστηκυία λογική, είναι η μεγαλύτερη απόσταση που έχεις κληθεί ποτέ να διατρέξεις.
Ξέρω τι τρέχει. Συχνά σου συμβαίνει να μην καταλαβαίνεις τι λες, αλλά αυτό που λες να ανταποκρίνεται πλήρως σ΄ αυτό που αισθάνεσαι.
Σαν να έπεσες όρθιος σε ελαφρύ παραΰπνι, από αυτά που κάνουν τον αλάργα-δρόμο από τους άλλους να μοιάζει συνάμα απέραντος και ελάχιστος. Έτσι είναι. Ο καθείς αναπτύσσεται στη σκιά της αδημονίας του άλλου. Εκτείνεται, μεγαλώνει, ταπεινώνεται, εκπληρώνει, δέεται,
για να παίξει με τα άλλα παιδάκια στην αυλή.
Τούτο δεν σημαίνει ότι είσαι ένας απλός συλλογιστικός μηχανισμός.
Αλλά ότι είσαι ένας ευτυχής φιλοπαίγμονας ναυαγός, ο οποίος ρίχνει ασύστολα σφραγισμένα μπουκάλια με μηνύματα στον ωκεανό.
Γδαρμένος από το κατά μόνας ημερήσιο παιχνίδι, αγρυπνάς δεόμενος μια ακόμα νυχτερινή συνάντηση. Έτσι είσαι. Ένα τυπικό δείγμα Homo player.
Κι αυτό, λόγω φυσικής επιλογής, κι όχι για κανέναν άλλο εξω-δαρβινικό λόγο.
Πότε συγκλίνεις λυρικώς, πότε διαχέεσαι επικώς, και πότε εχθρεύεσαι ειλικρινώς το περιβάλλον σου, επειδή επιμένει να μην σου μοιάζει.
Ως και η ταπεινότητά σου, περικλείει μια κρυφή συνείδηση υπεροχής.

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

η οδύσσεια του αναγνώστη

Έσκυψε η κυρία να χαϊδέψει τρυφερά το nappa δέρμα του καθίσματος. Ο διακηρυκτικός , εως δημαγωγικός, λόγος των οπίσθιων της, δεν μου άφησε κανένα περιθώριο αντίδρασης Με αποστόμωσε. Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν η δηλητηριώδης επίκυψη, τη συνδρομή του αποκαλυπτικού ανοίγματος του πουκαμίσου, μου φανέρωσε μια γλυκιά ελαφριά ασυμμετρία στο μπούστο, προς όφελος του αριστερού βυζιού.
«Σε μπεζ βγαίνει.;» με αιφνιδίασε στρέφοντας το κεφάλι προς το μέρος μου, δίχως να εγκαταλείψει στιγμή την βαθιά επίκυψη. Η τόσο κατανοητή και απλή ερώτησή της, μέσα στην ονειρική και παράξενη ατμόσφαιρα που σκόρπισε γύρω η μη-λεκτική διακήρυξη του σώματός της, μου φάνηκε φαρμακερά σαρκαστική. Προφανώς η σχεδόν ικετευτική αμηχανία μου, με ύφος: «έλεος! Λάβετε μια πιο όρθια θέση…»,
της έδωσε θάρρος να διευρύνει σαδιστικά, τον κύκλο των αποριών της και σε τεχνικά θέματα, εντρυφώντας βαθύτερα σε πιο εξειδικευμένα τεχνολογικά ζητήματα: «Γιατί στα πλευρικά πάνελ, στις πόρτες, καθώς και στο τιμόνι υπάρχει η ένδειξη SRS;»Παρόλο το διαμορφωθέν πνιγηρό κλίμα, αναδιπλώθηκα, και αντλώντας κουράγιο από τα πνευμόνια μου επιχείρησα να λύσω τις εύλογες απορίες της.
«Βεβαίως και διατίθεται και σε μπεζ δέρμα… το λογότυπο SRS υποδεικνύει τη θέση των αερόσακων, supplementary restraint system, συμπληρωματικό σύστημα συγκράτησης…» και έστρεψα το κεφάλι για ξεκάρφωμα σε μια καμένη λάμπα της ψευδοροφής, ώστε ν΄ αποφύγω περαιτέρω έκθεση στο ισχυρό μαγνητικό πεδίο των «αερόσακων» της.
«Είμαι γω επαγγελματίας ρε..; σκατά είμαι!» φώναξα εντός μου, μπας και με επαναφέρω στην τάξη και στην αρμόζουσα τετραγωνική λογική και πειθαρχεία του συμβούλου πωλήσεων.
Αι στο διάολο. Καλύτερα να αναζητώ το «θυελώδες», μόνος αγκαλιά με το πληκτρολόγιο. Σαν γνήσιος μαλάκας βλογερ. Ούτως ή άλλως μέσα από το ίδιο «καμίνι» διέρχομαι, είτε μιλώ με το στόμα είτε με τα πλήκτρα. Είναι η καταδίκη μου.
Δεν φέρω την παραμικρή ευθύνη για όσα ξεστομίζει το πληκτρολόγιο, ερήμην μου.
Η καταδίκη φταίει.
Για τούτο λοιπόν μου είναι πιο βολικό να επιστρέφω σ΄αυτό. (στο πληκτρολόγιο)
Που στο κάτω κάτω υπολείπεται ανησυχαστικών και δηλητηριωδών καμπυλών. Κάνω delete στο ατυχές (ευτυχές;) επεισόδιο, και εισέρχομαι στον γαλήνιο βυθό της LCD.
Φορέστε παρακαλώ τα κράνη.
Δεν προσπαθώ να παίξω άσκοπα με τις λέξεις. Αν πάψουν να με εξυπηρετούν, οποιαδήποτε στιγμή, τις παρατώ. Μου αρκεί τότε, να βλέπω και να ακούω.
Για την ώρα διαπιστώνω ότι, ποτέ δεν κατάφερα να διαλέξω ποια αισθητική «τάξη» των λέξεων και των φράσεων μου ταιριάζει. Μήπως αυτήν που η εντύπωση του ωραίου ξεπηδάει αβίαστα σαν δημώδες άσμα της τάβλας…και αναβλύζει σαν αρτεσιανό νερό; Αυτήν δηλαδή που χωρίς να είναι αποτέλεσμα υπολογισμών, αγγίζει το ωραίο, δίχως συντεταγμένους κανόνες αισθητικής, αλλά μόνο και μόνο κυνηγώντας το χρήσιμο;
Ή, η άλλη, η κάπως πιο εκλεκτιστική, που μελετάει εξαντλητικά τη φόρμα, και «μεταφράζει» τα όνειρα του τεχνίτη, ακολουθεί τάσεις, εγκαθιδρύει σχολές, με καλά κουρδισμένη την χρωματική της διαβάθμιση. Που απαιτεί συνειδητές επιλογές και πατάει σε εξαντλητικά μελετημένες δομές, έτσι ώστε καταλήγει στο τέλος να επιβάλει ως «ζητούμενο» όχι το «τι λες», αλλά το «πως το λες». Όχι το αποτέλεσμα, αλλά τη διαδικασία. Όχι το τέρμα, αλλά το δρόμο.
Δεν ξέρω.
Κι άντε, πες ότι ήξερα. Άντε πες, ότι κατάφερα και διάλεξα μια εκ των δύο οδών. Το ερώτημα που θα παραμένει , είναι γιατί τα αναφέρω όλα αυτά ο εμποροϋπάλληλος . Προφανώς διότι με απασχολούν. Και γιατί με απασχολούν; Άντε πάλι ερωτήματα δίχως απάντηση.
Μήπως διότι θέλω να κατασκευάζω «οράματα» με τη μεγαλύτερη δυνατή αληθοφάνεια, και ως εκ τούτου ψάχνω τον καταλληλότερο τρόπο να συμπαρασύρω και άλλους στη σκοτεινή μου νύχτα, για να μην νοιώθω μόνος;
Ή, μήπως τα λέω έτσι , για να επιδεικνύω ακροβατικές λεκτικές δυνατότητες, μέσω του «λογισμικού προσομοίωσης επικοινωνίας» του ιστολογίου, μπας και καταφέρω να εντυπωσιάσω κάποιον; Μπας και «βγάλω» καμιά γκόμενα;
Πάλι δεν ξέρω.
Πιστεύω πάντως, ότι αν κάποιος μπορεί μέσω του λόγου να συγκροτεί και να συγκρατεί (έστω και υποτυπωδώς) τα θεμέλια μιας εφικτής πραγματικότητας (έστω και φανταστικής) δίχως να συρρικνώνει και να ταλαιπωρεί πολύ, τον άμοιρο και αδηφάγο αναγνώστη, τότε αναμφίβολα αυτό από μόνο του είναι κάτι.
Για να μην παρεξηγούμε, αυτά τα λέω κυρίως ως άμοιρος και αδηφάγος αναγνώστης και όχι ως κάτι άλλο.
Πριν προχωρήσω οφείλω να προειδοποιήσω το φιλοθεάμον κοινό, ότι αν κάποιος θέλει να ενημερωθεί σχετικά με τις καταστατικές αρχές της κριτικής σκέψης, και τις προτεραιότητες του σύγχρονου ηθικού στοχασμού, καλά θα κάνει να σταματήσει εδώ την ανάγνωση, και να ανατρέξει στα κατάλληλα και καθ΄ ύλην αρμόδια κλασικά αναγνώσματα. Εδώ χάνει το χρόνο του.
Η έκφραση με τις λέξεις (και όχι μόνο αυτή), όσο κι αν αποδεικνύεται φορές εξαγνιστική, ή άλλες φορές διασκεδαστική, ή ακόμα άλλοτε απλώς βολική για εκείνον που την ασκεί, δεν εξασφαλίζει απαραίτητα ότι θα ναι σαφής, λειτουργική και χρήσιμη, και για αυτόν που τη διαβάζει.
Όταν διαβάζεις είσαι ένας φιλοπερίεργος τύπος, ο οποίος ισορροπώντας όρθιος πάνω σε μια βάρκα, διαπλέεις ένα έλος με ενοχλητικά κουνούπια. (χώρια οι καλά κρυμμένοι κροκόδειλοι). Τώρα τρία τινά μπορούν να συμβούν. Ή που θα εξοκείλεις σε ξέρα , αποχωρώντας κουρασμένος και απογοητευμένος. Παρατώντας την ανάγνωση στη μέση. Ή, που θα συνεχίσεις, παρατηρώντας από απόσταση ασφαλείας πάντα, την πολυτάραχη και «λαχανιασμένη» περιπέτεια του αναγνώσματος. Μνημονεύοντας συγχρόνως εντός σου σιωπηλά, αποσπάσματα και ολόκληρα εδάφια από τη δική σου πολυτάραχη οδύσσεια πεποιθήσεων…
Ή που θα γίνεις πυρωμένη πέτρα στα χέρια του γραφέα. Θα γίνεις τα πολεμοφόδια του. Η κοφτερή αιχμή του.

Ότι και να σου συμβεί μην απορείς και μην τρομάζεις. Το γεγονός και μόνο ότι κατάφερες και έφτασες στο τέλος ετούτου δω του ποστ, είναι ένας ακόμα άθλος, της οδύσσειας σου.
Είσαι σε καλό δρόμο.

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2009

Το χούι

Αν κάτι μπορώ να πω με βεβαιότητα για τον εαυτό μου είναι ότι: Δεν είμαι άκληρος.
Έχω! που να πάρει… Είμαι ένας κατέχων… και μισός. Και μάλιστα έχω πολλά.
Έχω πάρα πολλά …χούγια. Αρκετά ώστε να μπορώ να χαρίζω κιόλας. Είμαι αυτό που έλεγε η γιαγιά μου, «χουιλής». Το έλεγε πότε ως ουσιαστικό και πότε ως επίρρημα. Ρίξτε μια ματιά στο γουικιπίντια και θα δείτε. Χουιλής -ού: ο κάτοχος πολλών χουγιών.
Είναι δε φανερό πλέον, και γνωστό τοις πάσι, πως ένα εκ των χουγιών που διαθέτω είναι η «ενδοσκόπηση». Α, η «ενδοσκόπηση»… είναι το καμάρι μου.
Στέκομαι σαν old-fashion σκρίνιο, από μασίφ καρυδιά, στον δυτικομεσημβρινό τοίχο της σάλας, γεμάτος συρτάρια, ντουλάπια, γυάλινες προθήκες, τα οποία συνεχώς τα ανοιγοκλείνω, τα ψαχουλεύω , τα ερευνώ, τα ξεκοιλιάζω, μέχρι αηδίας. Αλλά τι τα θες, άλλοι το έχουνε πεί καλύτερα: «το χούι δεν κόβεται».
Το έχω δε παρακάνει τόσο με την ενδοσκόπηση, που πιστεύω ότι αν δεν ήμουν ο άνθρωπος-χούι (Xούι-man), και ήμουν ας πούμε βιβλίο, το δίχως άλλο θα ήμουν δερματόδετος τόμος, και στο εξώφυλλο θα έγραφε με γοτθική γραμματοσειρά,
“EtymologicoumMagnumLexiconEndoscopicum”.
Ενδοσκοπώντας λοιπόν ασυστόλως, δίχως αιδώ, με αντικείμενο το συνολικό πακέτο της ύπαρξής μου, τείνω να φτάνω δια διαφόρων και ποικίλων οδών, πάντα εκεί από όπου ξεκίνησα. Τι να λέμε τώρα… Ένας ταλαίπωρος Σίσυφος που σπρώχνει στον ανήφορο έναν βαρύ βράχο, από συμπυκνωμένα χούγια.
Το χούι εν γένει όμως σύντροφοι, δεν είναι, όπως νομίζουν πολλοί, μια απλή συνήθεια. Δεν είναι καν ένας σκληρός εθισμός. Είναι κάτι πιο ευρύ και πιο βαθύ.
Είναι μια βαρύτατη εξάρτηση ( και λίγο λοξή), με έναν κεντρικό άξονα ζωής, μια κεντρική ιδέα. Με την ιδέα (χάριν παραδείγματος) ότι ολάκερη η πραγματικότητα, (αυτήν που αντιλαμβάνεσαι με τις αισθήσεις, αλλά και αυτήν που δεν σου αποκαλύπτεται), είναι μια ωραία γυναίκα που σου προσφέρεται οικιοθελώς, και συ δεν έχεις τι άλλο να κάνεις, από το να δράσεις προς την κατεύθυνση της ευόδωσης, της μοναδικής αυτής προσφοράς. Για αυτό λοιπόν υποθέτω λένε όλοι ότι «το χούι δεν κόβεται». Ή, ακόμα πιο θεατρικά: «πρώτα βγαίνει η ψυχή, και μετά το χούι».

Συνεχίζοντας να ενδοσκοπώ πεισματικά (το χούι βλέπετε) αίφνης συνειδητοποιώ πως και το ίδιο το φαινόμενο της ζωής από μόνο του, είναι ένα μεγάλο χούι. Ένα κολοσσιαίο όμορφο χούι της πλάσης. Οπόταν, κει που κάθεσαι και την παρατηρείς (ενδοσκοπώντας πάντα) τη βλέπεις άξαφνα να μετατοπίζεται πάντα προς την κατεύθυνση της παράτασής της. Το ΄χει αυτό η ζωή. Εννοεί να παρατείνεται με κάθε δυνατό τρόπο, προς κάθε δυνατή κατεύθυνση. Η ζωή, η ύπαρξη τελικά, είναι το απόλυτο ανθρώπινο χούι. Στην εμμονή δε, του ανθρώπου με τη ζωή και την αέναη (ει δυνατόν) παράτασή της, ταιριάζει το σοφό ρητό: «καλόμαθε η γριά στα σύκα, θα φάει και τα συκόφυλλα». Δυστυχώς όμως τα συκόφυλλα δεν τρώγονται.
Και κάποια στιγμή, θες δεν θες, πρέπει να απαρνηθείς το χούι σου να ζεις, και να την κάνεις για την ξεκούραστη και ανέμελη ανυπαρξία με ελαφρά πηδηματάκια. Δίχως φωνές, οιμωγές και άλλα σαλιαρίσματα.
Τελειώνοντας ,(υπομονή σύντροφοι) θα ήθελα, για λόγους εντυπωσιασμού, να παραφράσω τον μεγάλο σταγειρίτη μαέστρο της λογικής. Θα έλεγα λοιπόν (συμπάθα με Τέλη) ότι όλες οι ανθρώπινες πράξεις, το σύνολο της ανθρώπινης βούλησης, το όλον αβάσταχτο «είναι» του ανθρώπου, εδράζεται πάνω στα εξής επτά χούγια της ύπαρξης: την τύχη, τη φύση, την παρόρμηση, τη συνήθεια, τη λογική, το πάθος, και τον πόθο. Το υπέρ-χούι όμως που λέγεται ύπαρξη, οφείλει κάποια στιγμή να τελειώσει . Και μαζί της να αποχωρήσουν και τα ως άνω υπο-χούγια.

Είμαι ένα όρθιο χούι, με χέρια, πόδια, κεφάλι, κορμό κτλ.
Όσα κατανοώ για τα χούγια των άλλων, τα συνάγω κοιτώντας τα δικά μου.
Με το μάτι μου, συνήθισε κι ο νους μου.
Με αφτί μου, καλόμαθε η ακοή μου.
Με το άγγιγμα, έπαθε εξάρτηση η αφή μου.
Με το κρασί και τα τραγούδια, πλανεύτηκε η ψυχή μου.
Είμαι η λαλούσα εύχαρις υποδήλωση των χουγιών μου.
Οι χίλιες και μια νύχτες των ενδοσκοπήσεων μου, θα λήξουν κάποια στιγμή με ευτυχή τρόπο.
Και το μοναδικό συμπέρασμα που θα μένει, θα είναι: μην υποβιβάζεις κανέναν άνθρωπο στο ουσιαστικό του νόημα. Διότι αν το κάνεις δεν θα χει κανένα νόημα.
Ένα χούι είμαι, και κάποια στιγμή πρέπει να «στρίβω» από δω.Τα συκόφυλλα δεν τρώγονται με τίποτα.

Χαρά στην υπομονή σας.

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

το μέλλον

Δεν ανησυχώ καθόλου για το μέλλον μας. Δεν υπάρχει λόγος. Με την επιφύλαξη βέβαια για κάθε νόμιμο δικαίωμα χρήσης.
Όπως διαχέονται στο χώρο οι ομόκεντροι κύκλοι μιας μελωδίας που αγαπήσαμε,
έτσι προχωρά και το κυκλικό μονοπάτι της κοινής ιστορίας, που μας μέλλει να ζήσουμε.
Κακά τα ψέματα…την χρειάζομαι την προοπτική. Την χρειάζομαι για να μπορώ ελεύθερα να αναπολώ το μέλλον μας με νοσταλγία.

Υποφέρω, όπως όλοι μας, από βαριάς μορφής επιθυμίες. «Καραμπινάτη καλπάζουσα ακρατιοεπιθυμίαση» θα μπορούσε να διαγνώσει ένας καλός Ειδικός Επιθυμιολόγος. Αν υπήρχε τέτοιος.
Το κακό με τις επιθυμίες είναι ότι, απαιτούν αγωγή με μέλλον ευρέως φάσματος. Που θα έχει άμεσης δράσης αντιβιοτική ικανοποίηση. Αντενδείκνυται (το λέει ξεκάθαρα στις οδηγίες χρήσεως) η παραίτηση. Δεν μπορείς άλλωστε να είσαι παραιτημένος, όταν δεν ξέρεις από τι να παραιτηθείς.

Σαν τους ομόκεντρους κύκλους, λοιπόν, μιας μελωδίας, ξεδιπλώνονται οι επιθυμίες του μέλλοντος μας, (ή μήπως το μέλλον των επιθυμιών μας;), και μας εμπνέουν.
Μόλις προχθές θα ΄ταν , (έρμαιο των επιθυμιών μου, γαρ) που ενεπνεύσθην σφοδρό και ωραίο μέλλον. Το εμπνεύσθηκα , εν είδει οράματος, και στην απλή μόνο θέαση της ωραίας εικόνας των επιθυμιών μου. Το αποτέλεσμα ήταν, οικιοθελώς να αυνανισθώ νοητικώς. Ωραία περάσαμε όλοι μας, σ΄ αυτό το όραμα. Και εγώ και οι επιθυμίες μου.
«Τι ευτραφές μέλλον;» είπα. «Τι ζουμερές επιθυμίες;» εθαύμασα.
« Τι ευειδείς προοπτικές;» ξαναείπα, σε κατάσταση ακούσιας ρεύσης.

Μην κοιτάτε που καμιά φορά, θωρούμε το μέλλον μας, με μια ελεγχόμενη απαισιοδοξία. Δεν το κάνουμε για κανέναν άλλο λόγο, παρά μόνο για να του δίνουμε τη χαρά, (του μέλλοντος μας) να μας εκπλήσσει ευχάριστα με τις αναπάντεχες τροπές που παίρνει.
Το μέλλον γενικώς, μου είναι συμπαθές. Εάν τελικώς έρθει ως οφείλει, (διότι αλλιώς τι διάολο μέλλον είναι), και με την προϋπόθεση ότι θα είμαι και γω εκεί, θα το υποδεχτώ θερμώς. Δίχως μεμψιμοιρίες.


Το παρόν κειμενάκι ξεκίνησε να γράφεται μόνο του, το ξημέρωμα της Κυριακής στις 4 και 17 λεπτά, στον μεγάλο διάδρομο με τα παλιομοδίτικα μωσαϊκά της Νευροχειρουργικής κλινικής κάποιου άθλιου κρατικού νοσοκομείου. Το τροφοδότησαν, και τους ευχαριστώ για αυτό, οι ευγενικές μορφές των γαλήνιων μέσα στον λήθαργο τους, βαριά ασθενών. Καθώς τους έβλεπα από τις μισάνοιχτες πόρτες των θαλάμων, ήμουν σίγουρος ότι ονειρευόταν το μέλλον τους.

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

ο μονόλογος ενός ταριχευμένου

Κάποια στιγμή αποφάσισα να φύγω, και να αφήσω άδεια τη σαρκοφάγο μου, για πολύ καιρό. Διότι , καλό είναι, κατά καιρούς να διευρύνεις το πεδίο σου, και δη κατά τις διαστάσεις, που οι συνθήκες και οι αισθήσεις σου ορίζουν. Και ακόμα καλύτερα, όσα παλιά απωθούσες, να τα επαναφέρεις κατά καιρούς, εάν υπάρχει χρεία. Και όσα απτά έχασες, νοητώς να τα ξαναβρίσκεις. Και ξανά-μανά απ΄την αρχή.
Ο ταριχευμένος διαχειρίζεται όλο του το «βιός», κατά έναν τρόπο αφιλοκερδή, ανεπίκαιρο, κατάλευκο, και συνεπώς για αυτούς ακριβώς τους λόγους, απρόσβλητο.
Με τη μελωδία του τελευταίου του παλιού ρόγχου στα χείλη, σφυρίζει , όπως τότε, ένα σιγανόφωνο τραγουδάκι ανέμελου απογευματινού περίπατου.

Έφυγα λοιπόν με τελετουργικό τρόπο, μπας και προσδώσω λίγη «σημασία»,
της οποίας η έλλειψη, σερνόταν βαριά, εσχάτως.
Όταν επέστρεψα, ήταν πια νύχτα. Είχε περάσει ένας μήνας, ή κάτι που, τέλος πάντων,
μου φάνηκε σαν μήνας.

Ξάπλωσα πάλι στη σαρκοφάγο-ντιβανοκασέλα μου, και χάζευα τα σύννεφα ψηλά, να περνάνε προς μια κατεύθυνση, πολύ μα πάρα πολύ μακριά από τις προθέσεις μου.
Εντάξει, υπάρχουν πολλοί και εξόχως διασκεδαστικοί τρόποι , για να χάσει κανείς την αθωότητά του. Θα μπορούσα να παίζω και να πειραματίζομαι μαζί τους ως το τέλος του χρόνου και του τόπου. Προτιμώ όμως να πετώ κρυφά χαλικάκια, στα ξερά κεφάλια όσων δεν εννοούν. Έτσι διασκεδάζω. Με χαλικάκια.

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

εξαλλοσύνες part two

Τσίτα τα γκάζια το τριήμερο. Με λαγάνες –γίγας και χαρταετούς κολοσσούς. Με αρκετό αλκοόλ και ατέλειωτα τσιγάρα. Με κλινικές και μάσκες οξυγόνου. Τσίτα.
Αυτό το «τσίτα» όμως, μετά την παρέλευση του τριημέρου δεν μεταβολίζεται με τίποτα.
Πολλές φορές έχω σκεφτεί και έχω αμπελοφιλοσοφήσει για το ζήτημα του πώς οδηγείται κανείς να αποφασίσει να διάγει και μια digital ζωή, εκτός της κλασικής πια, φυσικής. Της γνωστής ανθρώπινης ζωής που όλοι αγαπήσαμε. Αυτής, της γεμάτης λειτουργικά υγρά: σάλιο, δάκρυα, αίμα, σπέρμα, καφέ, κρασί, κτλ

Σκέφτομαι λοιπόν, (ναι, και από αυτό μπορώ…) πως υπάρχει μια διάσταση συμβολική, και ως ένα σημείο ποιητική, στην επιμονή κάποιου, να θέλει να υφίσταται και να διαχέεται μέσα στο δαιδαλώδες δίκτυο. Να θέλει να διατηρεί την εικόνα του, εν είδει μιας ακόμα εγκεφαλικής σύναψης…μιας ακόμα μικρής ηλεκτρικής εκκένωσης , μέσα στις εκατομμύρια άλλες που συγκροτούν το υδροκέφαλο παγκόσμιο ιστοχωριό.
Σαν να αποτεφρώνεσαι οικιοθελώς, και κατόπιν να πετιέσαι, ως στάχτη πλέον, στο πέλαγος. Με την ψευδαίσθηση ότι οι αέρηδες θα σε διαχέουν και θα σε σκορπούν για πάντα, παντού. (η Κάλας δεν ήταν που «σκορπίστηκε» στο Αιγαίο;)
Αυτό το τριήμερο επιχείρησα να διαχυθώ ως τέφρα στο δίκτυο. Με έναν ανάξιο λόγου, τρόπο. Ως δείγμα παρακμής. Παρακμής, και στην ηθική και στο κοινό περί καλού γούστου, αίσθημα. Δεν κατάφερα όμως να διαχυθώ ως τέφρα με όχημα τους ψηφιακούς ανέμους, διότι δεν είχα φροντίσει προηγουμένως τουλάχιστον να αποτεφρωθώ αξιοπρεπώς. Το αποτέλεσμα ήταν να υποστώ μια άνευ προηγουμένου , ήττα.
Λυπάμαι. Τη στάχτη μου, (εμένα δηλαδή), δεν την πήρε ο άνεμος, παρά την πετάξαν στα σκουπίδια. Ποια σκουπίδια δηλαδή; Πολύ χειρότερα. Την πετάξαν στον υπόνομο μες στα σκατά. Με ρίξαν στη λεκάνη της τουαλέτας, και τραβήξανε και το καζανάκι.
Η όλη κατάσταση αναμφιβόλως έχει κάτι από τον συμβολισμό που λέγαμε στην αρχή. Αλλά ποιητική δεν τη λες, επ΄ουδενί.
Ευχαριστώ.