Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

καλοκαίρι 1945

¨ένας λεβέντης έσβησε¨(Ν. Μάθεσης

Μ.Χιώτης Μ.Γενίτσαρης)

4 σχόλια:

hdd345f είπε...

Τι ποστ κι αυτό! Οι νέοι μαθαίνουν οι γέροι θυμούνται, οι μεσήλικες υποθέτουν…

kostis-b είπε...

αυτοί οι ενήλικες συνεχώς μαλακίες κάνουν

Ανώνυμος είπε...

Οι στίχοι γράφτηκαν από τον Νίκο Μάθεση το 1945 και το μελοποίησε αρχικά ο Μανώλης Χιώτης, σε ρυθμό χασαποσέρβικο, από τον οποίο γράφτηκε και η τελευταία στροφή. Όταν μίλησε ο Μάθεσης, το 1974, στον Κώστα Χατζηδουλή για την ύπαρξη του τραγουδιού, δεν μπορούσε να θυμηθεί τη μελωδία. Ο δε Χιώτης είχε πεθάνει ήδη το 1970. Έτσι μελοποίησε ξανά τους στίχους ο Μιχάλης Γενίτσαρης, σε ρυθμό ζεϊμπέκικο, στη μνήμη και των δύο προηγούμενων δημιουργών. Ο ίδιος ο Μάθεσης, λέει στον Κ. Χατζηδουλή, για το πώς έγραψε το τραγούδι: «Λίγο μετά που σκοτώθηκε ο Άρης Βελουχιώτης το ‘γραψα. Είχε τρία τετράστιχα και όχι τέσσερα. Ο Άρης, ήτανε φίνος άντρας, μάγκας κι αγωνιστής και Έλληνας. Κατάλαβες; Μιλάει ο Μάθεσης. Υπήρχανε κι άλλοι αγωνιστές, δηλαδή που θέλανε να τους λένε έτσι, αλλά αυτοί ήτανε αγωνιστές για την πάρτη τους. Δηλαδή, αποφάγια. Άλλη ταρίφα αυτοί. Όταν έσβησε το καντήλι του παλικαριού, έκατσα και το ‘γραψα, γιατί έγινε θρήνος. Θρήνος και ύμνος. Το θέμα είναι παλιό, πολύ παλιό – η ιδέα. Τα λόγια δικά μου και τιμής πρόσωπο ο Άρης. Μετά συναντήθηκα με το Χιώτη, που είχε έρθει με τον Παπαϊωάννου, το Στεφανάκη και το Γενίτσαρη, να παίξουνε σ’ ένα χορό, στο Χατζηκυριάκειο. Είπα του Χιώτη για το τραγούδι και δώσαμε ραντεβού και του ‘δωσα τα λόγια. Έβαλε ένα τετράστιχο ακόμα ο Μανώλης, το τελευταίο, κι άλλαξε το “Νεκροπούλι” που είχα εγώ και το ‘κανε “Κλαψοπούλι”. Δεν είπα τίποτα. Ο Μανώλης ήτανε φίλος μου, καλός άντρας και μάγκας από τους λίγους. Άμα θες να μάθεις ποιοι είναι οι μάγκες, κοίτα το Χιώτη. Εξηγήσεις ζόρικες, ρεμπέτικες και ψυχή μόρτικια μεγάλη. Μιλάω εγώ ο Μάθεσης. Το ‘παμε: προσφορά για το παιδί που χάθηκε, ήτανε το τραγούδι. Ζούλα γίνανε όλα. Βλέπεις, εγώ και σ’ αυτό το περιβόλι, είχα τσαμπουκάδες. Ένα απόγευμα που ήμουνα τότες στην Αθήνα, παρέα με το Νίκο Γούναρη, είδα στο δρόμο τυχαία, σε μια στοά, τον αρχηγό τότες του κόμματος. Αυτόνε που δεν ήτανε όνομα και πράμα δεν ήτανε, λέμε, γλυκός στις εξηγήσεις του. Του τα ‘χα μαζεμένα από τότε. Αυτός ήτανε όλα του τα χρόνια, μολύβι με σπασμένη μύτη. Κατάλαβες; Μετά άκουσα τη μουσική που έβαλε ο Χιώτης. Χασαποσέρβικο ήτανε, πολύ ζόρικο τραγούδι. Δίσκος δεν έγινε όμως, γιατί όλοι αυτοί εδώ οι λάγιοι, δεν αφήνανε. Γι’ αυτό τους έχω μαζέψει πολλά….».


θανάσης Αποστόλου

kostis-b είπε...

Και ο εκπληκτικός, κατά κόσμον Δημήτρης Γκόγκος, ο θρυλικός Μπαγιαντέρας κατά πάλκο, έγραψε δυό τραγούδια για τον Άρη.
Τα έγραψε ενόσω ο Άρης σάρωνε τα βουνά με τον εθελοντικό στρατό του.

«Να ναι γλυκό το βόλι (φόρεσε αντάρτη τ΄ άρματα)» [Μπαγιαντέρα] (Στίχοι - σύνθεση του 1942).

«Φόρεσ' αντάρτη τ' άρματα
ζώσε και το σπαθί σου
και σύρε για τον πόλεμο
κι η λευτεριά μαζί σου.

Σύρε και θέλω νικητής
παιδί μου να γυρίσεις
για τη γλυκιά τη λευτεριά
το αίμα σου να χύσεις.

Πολέμησε αντάρτη μου
πως πολεμάνε όλοι
και με τον Αρη αρχηγό
γλυκό να 'ναι το βόλι».



«Αρχηγό μου έχω τον Αρη» [Μπαγιαντέρα] (1942).

«Για ντουφέκι δε με νοιάζει,
ούτε βάζω πια μαράζι,
αρχηγό μου έχω τον Αρη,
το λεβεντοπαλικάρι.

Συντροφιά μ' αυτόν νικάμε,
τους Κενταύρους δε φοβάμαι,
θαύματα μαζί του κάνω
στις βουνοκορφές απάνω.

Οι φασίστες σαν με δούνε,
ψάχνουν δρόμο για να βρούνε,
και τους στρώνω στο κυνήγι
κι αυτοί όπου φύγει-φύγει».


( Ο Μπαγιαντέρας είχε τυφλωθεί από το 41 λόγω αβιταμίνωσης. Η ιστορία λέει ότι τυφλώθηκε πάνω στο πάλκο, ενώ έπαιζε και τραγουδούσε.)