Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

καλή χρονιά

Θαρρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο μετράμε το πέρασμα του χρόνου εντός μας, δεν είναι αυτός των ρολογιών. Είναι αυτός που ορίζεται από τον γοργό ρυθμό των ερωτημάτων που θέτουμε, και τον ράθυμο βηματισμό των απαντήσεων που δεν έρχονται. Ο ίδιος ο Χρόνος όμως παραμένει το πιο δύστροπο και αγαπημένο ερώτημα χωρίς απάντηση. Στην αρχή του δεν συμβαίνει τίποτα, στη συνέχειά του δεν θα συμβεί πάλι τίποτα. Τον φαντάζομαι σε ένα σταματημένο χορταριασμένο βαγόνι, χειριστή μιας ηλεκτρικής καρέκλας, να αναζητά συνεχώς θύματα. Εκκαθαριστής των μόνων, των φοβισμένων και των πρόθυμων να πέσουν στην καυτή αγκαλιά της καρέκλας του. Απρόσμενα κοινότυπος.

Ήθελα να μάθω τα πάντα για αυτόν. Τελικά ελάχιστα κατάφερα.
Κουβαλάει εντός του εσώκλειστα τόσα και τόσα θαυμαστά και ευγενή, ο ίδιος όμως ούτε
θαυμαστός είναι, ούτε ευγενής.
Λες τάχα, η περίπτωσή μας να προσκρούει στο γεγονός του εθισμού του ίδιου του χρόνου, στο γνέσιμο του χωροχρονικού μαλλιού; Ή, στο άρμεγμα της κοσμικής αγελάδας;

Για προσωπικούς του λόγους, τους οποίους δεν κατανοούμε πλήρως, ο χρόνος φέτος (όπως αρμοδίως μας ενημέρωσε) αποφάσισε να μην ολοκληρωθεί τάχα. Δεσμεύει τις καταβληθέντες, (σε σκληρό νόμισμα ανθρώπινων ζωών), προκαταβολές στη Γάζα. Και παρακρατεί ως κόστος μη αποσβεσθέντος κεφαλαίου , τα λιγοστά γήινα έτη ζωής, παιδικών και νεανικών κορμιών.
Η «αόρατος χειρ» πιάνει από το γιακά αθώους, και τους ρίχνει στο υπόγειο.
Η απέραντη κοσμική αποθήκη καταπίνει συνεχώς και ασταμάτητα πολλές πολλές μικρές ανθρώπινες εξισώσεις.

Στέκομαι πάλι φέτος ξεφτισμένος ως νοερή απεικόνιση, ενώπιον της μοναδικής ακλόνητης και μνημειώδους πρόκλησης: Να καταφέρω να περάσω στη νέα χρονιά, στις 24:00 και ένα δέκατο του δευτερολέπτου ακριβώς. Χωρίς καθυστέρηση. Γεμάτος ντροπή για την ασημαντότητα της προηγούμενης.

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008


Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

βρε αι... 2


Η παρακολούθηση της επικαιρότητας με ρυθμό «δελτίου των 8» μοιάζει με εκπαίδευση σκύλου. Αδυνατώντας να ξεφύγεις από τη ζώνη του λυκόφωτος της εντυπωσιοθηρίας και της τζάμπα καταγγελίας, αρκείσαι στα «πάνω-πάνω».
Ίσα δηλαδή που ξαφρίζεις την γλίτσα που βγαίνει στην επιφάνεια του –από μόνο του- ανεπαρκή πολιτικοκοινωνικοικονομικού διαλόγου των θεραπόντων των δελτίων.
Με τη γλώσσα λοξά κρεμάμενη, όξω απ΄ το στόμα, μαθαίνεις να τρέχεις να πιάσεις το ξύλο και να το επιστρέψεις στο αφεντικό, για να στο ξαναπετάξει μακρύτερα.
Άμα λάχει και διαβάσεις και καμιά «κεντρική» ανάλυση, καμιάς κυριακάτικης έκδοσης, τότε πια αναβαθμίζεσαι σε κείνο το επίπεδο των «ευφυών» σκύλων που οσφραίνονται το επίπεδο του σακχάρου στο αίμα των αφεντικών τους. Παρότι όμως, το να ανιχνεύεις τις γλυκαιμικές κρίσεις και να προλαμβάνεις πιθανά ισχαιμικά επεισόδια του αφεντικού σου, αποτελεί σημαντικό και θεάρεστο έργο, (έστω και αν εκτελείται με αμοιβή ένα γκουρμέ κόκαλο), δυστυχώς δεν σε κάνει σοφότερο αποτιμητή και ερμηνευτή των όσων συμβαίνουν γύρω σου και εντός σου.
Ωσάν πιστός σε μια μάταιη αγάπη αιωνίως, είσαι καταδικασμένος να ολοφύρεσαι γύρω από τραγικές και αλλεπάλληλες παρανοήσεις.
Κάθεσαι, χυμένος λαπάς, στον καναπέ, και ακτινοβολείς ολόκληρος την ενστικτώδη αλαζονεία του αφοσιωμένου μπάτλερ. Με μισότυφλη υπερηφάνεια θυσιάζεσαι στο βωμό της πρόχειρης υπεραπλούστευσης.
Σε τελική ανάλυση καλά κάνεις. Θυσιάζεσαι για το κοινό σου. Το οποίο κοινό κομψευόμενο, σε βλέπει και σε καμαρώνει μέσα απ΄ το εκράν, και ας μην το ξέρεις.
Μαλάκα.
Πρέπει να το ομολογήσουμε, αποτυγχάνουμε διότι αρκούμαστε σε μια σιωπηλή αναπαράσταση. Το risk management απέτυχε διότι δεν υπήρχε. Ανάμεσα σε τόσες και τόσες σκυλίσιες ζωές, διαλέξαμε την πιο σκυλίσια.
Εντελώς μαλάκες.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

βρε άι...


Προχτές το αφεντικό σχόλασε δέκα. Τους σχόλασε και φούμαρε ένα σιγαρέτο slim για τον καθένα χωριστά. Σε στυλ «καίω το τσιγάρο τούτο στην σεπτή μνήμη της πεφιλημένης θέσης εργασίας η οποία τόσο άδικα, αλλά και τόσο μοιραία απωλέσθη».
Η προσφιλής και καλοζυγισμένη τάση-στάση των εργοδοτών προς την στοχαστική αυτό-ικανοποίηση τον οδήγησε να πράξει το αυτονόητο, να τηρήσει δηλ. και επιπλέον ενός λεπτού σιγή και για τους δέκα. Έξι ολόκληρα δευτερόλεπτα σιγής για τον καθένα. Κατόπιν κοίταξε το έργο του και απεφάνθη πως ορθώς έπραξε, και έκλεισε με απαράμιλλο στυλ την πόρτα του γραφείου. Προχτές το αφεντικό απέλυσε δέκα. Και οι δέκα με παιδιά, στεγαστικά, καταναλωτικά, vises, masters,μπρίζες,μίζες,σχίζες κτλ. Καλούμαι τώρα με τη σειρά μου και αποτίω φόρο τιμής στο περιπετειώδες, ενιαίο και «τέλειο» ζήτημα της, εν γένει, ανθρώπινης αναγκαιότητας. Αλλά πώς να ασκήσεις όψιμη κριτική στον καπιταλισμό με μόνο όπλο λίγο νεανικό κολλυβο-μαρξισμό, και μπόλικο υγιή σύγχρονο θεολογικού τύπου βολικό φιλοτομαρισμό. «Η οικονομική κρίση βλέπετε…» αποφαινόμαστε με ύφος εμβριθούς μελετητή έγκριτων θεολογικών βιβλίων του δόγματος του Μοναδικού Αληθινού Ιερού ελεύθερου ανταγωνισμού. Εντάξει, το μοτίβο του περιχαρούς διαλεκτικού υλισμού μπορεί ακόμα να υποστηρίζει εντός μου ένα σχετικά σταθερό φρούριο κριτικής και φιλολογικού νοιαξίματος για τον κόσμο, αλλά μπρος στην κυνική θεολογία της πίστης και της δύναμης, δεν πιάνει μπάζα. Το ζήτημα παραμένει ότι προχτές τ΄ αφεντικό σχόλασε δέκα Στο «θολωμένο μας μυαλό» στήνεται μια άνευ προηγουμένου συμπαιγνία. «Δουλέψτε καθίκια-τεμπέληδες διότι θα βρεθείτε στα σοκάκια για παρακαλετό μεροκάματο.» Στήνεται η συμπαιγνία κάτω από σωρούς ερειπωμένων πεποιθήσεων, και λυμαίνεται τα τελευταία ψήγματα ενθουσιασμού που διαθέτουμε. Οι κινήσεις των τεκτονικών πλακών του οικονομικού φλοιού της γης, παράγουν σκληρές προειδοποιήσεις με αποδέκτες τα σπλάχνα μας. Μάλλον δεν πρόκειται για παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, όπως εμβριθώς σχολιάζουν αλαλάζοντες οι φτερωτοί εγκέφαλοι της μακροοικονομίας. Μάλλον ήρθε , για άλλη μια φορά η στιγμή να αποδώσουνε ( οι υποψήφιοι κολασμένοι της γης) τις οφειλώμενες προσήκουσες τιμές, (με την γνωστή εύγλωττη αμηχανία τους), στον εφιάλτη της καθημερινής αναγκαιότητας. Μιλάω υπακούοντας στις ακάλυπτες επιταγές του πάθους μου. Ελίσσομαι για να φανώ ευγενής, κατά βάση όμως είμαι
ένας άξεστος θυμωμένος αλήτης. Περιφέρω τον θυμό μου και τις ψευτο-διορατικές μου ιδέες, προς άγρα πελατών, μιλώντας την καμουφλαρισμένη αρχαία γλώσσα του χυδαίου ωφελιμισμού. Ανακαλύπτω και αποκαλύπτω μυστικές συνδιαλλαγές, ,μπας και εξασφαλίσω την θεϊκή εύνοια για πάρτη μου. Αναζητώ την τέλεια γλώσσα για να πω τις απόλυτες μαλακίες.
«Αυτό-οργάνωση σύντροφοι»
«Βρε αϊ γαμήσου κομμούνι»
Πολιτισμένη μεν, αξεδιάλυτη δε η υπόθεση μας.
«Κουφάλες αστοί, ζω για να σας δω να υποφέρετε.»
Δεν σας σώζει τώρα ούτε Χριστός ,ούτε Ερμής τρισμέγιστος, ούτε Όσιρις.
Οι εισηγούμενες, εισηγημένες, εισηγμένες, εισηγητικές προτάσεις τεχνικών εξόδου από την κρίση, παράγουν σημασίες κατάλληλες μόνο για να σκουπίζουμε τον κώλο μας. Και τα επίκαιρα μέτρα παράγουν μόνο επιπλέον ίλιγγο, από αυτό το είδος ιλίγγου που φοβάστε. Αυτόν της απώλειας του εξοχικού και του σκάφους.
Ο θεός σας, κατά πως φαίνεται, θα συνεχίσει να παράγει ασύστολα άτομα. Θ΄ αυξάνει επ΄ άπειρο τα άτομα , ώστε να παράγουν επ΄άπειρο λέξεις. Και ίσως καταφέρουν κάποια στιγμή να διατυπώσουν ορθώς, αυτά που δεν κατάφεραν πουν οι προηγούμενοι. Ποτέ δεν ξέρεις ίσως κάποια στιγμή τα καταφέρουν. Δουλειά στον απολυμένο συνάδελφο όμως, για να βγάλει γιορτές, δεν θα βρούν.
Μαλάκες.

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

άντε πάλι φέτος









Με χαρακτηριστική ευκολία
κρατάνε την πορεία σωστή
μέσα στις ανοιχτές καμπές οι άνθρωποι,
μπας και εισακουστούν οι προσευχές τους.
Αντάξιοι του "λίγο πιο πάνω",
ή του "λίγο πιο κάτω".
Αντάξιοι αυτού που ενδεχωμένως περιμέναν,
και δεν θα ρθει ποτέ.
Πραγματικά αψεγάδιαστοι, αποκλίνουν όμορφα,
ακόμα κι όταν ο ήχος της γκάιντας ευδιάθετος,
ακούγεται εντονότερος του αναμενόμενου.
Το σύνολο ακροβατεί,
ανάμεσα στο κλασικό και στο σπορτίφ.
"Περίσσιο" δεν θα πει "υπέρ του δέοντος".
Θα πει κυκλωτική κίνηση στο χώρο,
δίχως την παραμικρή έκπτωση σε χρόνο.

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

σύντροφοι, τη γαμήσαμε!

Πάντα πίστευα ότι όταν οι άνθρωποι συνομιλούν, ασκούν μια εφαρμοσμένη τέχνη. Ο κάθε συνομιλητής ισορροπεί σαν τον ακροβάτη, και πέφτει μαζί με το κοινό του στο κενό. Οι συνδιαλεγόμενοι δίχως προστατευτικό δίχτυ, ασκούν μια μικρή εξέγερση έναντι όσων πραγμάτων υπάρχουν και τους περιβάλλουν, ή και όσων δεν υπάρχουν αλλά νομίζουν ότι υπάρχουν.
Εν γένει, τα πράγματα γύρω μας , συνηθίζουν να υπάρχουν επειδή γίνονται αντιληπτά.
Μερικές φορές όμως, υπάρχουν και για τον ακριβώς αντίστροφο λόγο. Υπάρχουν δηλαδή, (και μάλιστα με εκκωφαντικό τινά τρόπο) διότι κάποιος, κάποιοι ή όλοι, δυσκολεύονται ή αδυνατούν πλήρως να τα αντιληφθούν.
Παραδείγματος χάριν, δύο φίλοι δίπλα στις γραμμές του τρένου αντιλαμβάνονται το θόρυβο και το ωστικό κύμα και συζητούν με ενθουσιασμό για την αμαξοστοιχία που περνά και τους τραντάζει τα σπλάχνα, ενώ δύο ερωτευμένοι(;) στην ακρογιαλιά συζητούν με πάθος για τον έρωτα τους, επειδή ακριβώς αδυνατούν να τον εντοπίσουν.
Χωριζόμαστε, γενικά, σε δύο κατηγορίες. Σε εκείνους οι οποίοι από φυσική παρόρμηση τείνουν να διερευνούν και να συνδιαλέγονται για αυτά που υπάρχουν, (διότι τα αντιλαμβάνονται), και σε εκείνους που, ομοίως από φυσική έφεση, εννοούν να εξαντλούν όλο το χορηγηθέν πιστωτικό όριο του εγκεφαλικού τους φλοιού, συν-διαλεγόμενοι για την πανίσχυρη και εκκωφαντική ύπαρξη όσων αδυνατούν να εντοπίσουν και αντιληφθούν, πιθανότατα διότι δεν υπάρχουν.
(Υφίσταται βέβαια και μια τρίτη εξίσου εμπνευσμένη υποκατηγορία, αυτών οι οποίοι, μετερχόμενοι μια ιδιωτική διαλεκτική ειρωνεία έναντι των ηθών, αρνούνται να συνομιλήσουν για οτιδήποτε. Αλλά ετούτοι δεν μας απασχολούν προς στιγμήν.)

Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτό που με σιγουριά μπορούμε να πούμε είναι ότι, κάθε διάλογος εφαρμόζεται σε ένα ανελέητα αφηρημένο γλωσσικό πεδίο, και η έκβαση του εξαρτάται από την ικανότητα του καθένα ξεχωριστά, και όλων μαζί, να συνομιλούν.
Ίσως δε, (αν και αποστρέφομαι τη βία) να μην υπήρξε ποτέ σαφέστερος και ευστοχότερος διάλογος από αυτόν που διεξήχθη με γροθιές και τσεκούρια. Αρκεί βέβαια , χάριν της σαφήνειάς του, στο τέλος πάντα να υπάρχει τουλάχιστον ένας νεκρός, ή τέλος πάντων ένας νικημένος. Ως έναν γενικό μπούσουλα διαλεκτικής μπορούμε να θέσουμε το εξής: αν διαθέτουμε την δέουσα «μεταφορική» ψυχραιμία,
είναι δυνατό να περισώζουμε κάθε φορά το «αξιοπρεπές» αποτέλεσμα του διαλόγου, του οποίου τύχαμε συμμέτοχοι και συνωμότες, δίχως να ναι αναγκαίοι οι νεκροί.
Πάλι όμως, εύλογα μπορούμε να αναρωτηθούμε, μα γιατί τόσο μεταφυσικό άχθος με
την «αξιοπρέπεια»; Σε τι ωφελεί το επίμονο κυνήγι μιας αναξιόπιστης αξιοπρέπειας;
Δεν θα εύρισκα καθόλου άστοχη την «αναρώτηση», εάν δεν είχα βάλει τον εαυτό μου σε ημερήσιο (ελαφρύ) προπονητικό πρόγραμμα εξάσκησης, πάνω στις έννοιες της διαφοράς και της ποικιλίας. Στην κατανόηση δηλαδή του ασύγκριτου εύρους των πιθανών κόσμων γύρω μας, οι οποίοι είναι αυτοί ακριβώς που δικαιολογούν και δικαιώνουν, την φροντίδα και την επιμέλεια για προσεκτική διαφύλαξη της αξιοπρέπειας ενός διαλόγου.

Τι να πώ; Ακόμα και αν πατάω ήδη στο έσχατο κατώφλι της προσωπικής μου ισορροπίας… ακόμα και αν έχει ραγίσει οριστικά και αμετάκλητα το κρύσταλλο κάθε πολύτιμης και θλιβερής βεβαιότητάς μου…
…το μόνο που μπορεί να δώσει ένα στοιχειώδες νόημα σε κάθε πιθανό και απίθανο κόσμο γύρω μου…σε κάθε υπαρκτή και ανύπαρκτη πολύχρωμη θάλασσα αντιλήψεων…
είναι η χαρά της εμπειρίας της έκτακτης πραγματικότητας των άλλων…είναι η χαρά της απέραντης ομορφιάς των άλλων. Του καθένα άλλου που στέκει αμήχανος στο έσχατο κατώφλι του, με το ραγισμένο κρυσταλλάκι του ανά χείρας.

Για κάθε, παλιό ή καινοφανές, διατυπωμένο ερώτημα Ηθικής Φιλοσοφίας, υπάρχει μια μικρούλα, ασθενής, και μονολεκτική απάντηση, η οποία όμως διαθέτει μακρά πνοή πλήρωσης: Οι Άλλοι.


Οι κάτωθι άλλοι:

Ο ένας (ηθικός τω τρόπω) είπε: « Δεν με ενδιαφέρει πως ακούγεται αυτό που λέω, με ενδιαφέρει τι εκφράζει»

Ο άλλος (υπαρξιακός τω ήθος) είπε: «Εμένα με ενδιαφέρει η «φόρμα» του,
το περιεχόμενο, αν υπάρχει τέτοιο, θα το βρω καθ΄ οδόν. Κι αν δεν το βρώ στ΄αρχίδια μου.»

Ο τρίτος ( μεστός τω πνεύμα) είπε: «Σύντροφοι, τη γαμήσαμε!»

Ο τέταρτος (αυτοκριτικός τω ύφος) είπε: «Τα παιδιά μου με συμβούλεψαν να πίνω λιγότερο, γιατί όταν πίνω λέω μαλακίες.»

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

...αποσιωπητικά...

Είχε μια άγρια έκφραση. Και δεν μιλούσε…
Περνούσε πολύ άσχημη περίοδο…
Ήθελα να ανακουφίσω την αγωνία της…
Παραδέχομαι πάντως ότι είχε κουράγιο…
Εξακολουθούσε να είναι όμορφη…
Προσπαθούσα να την πείσω για αυτό…
Αλλά πού αυτή…
Δεν ωφελούσε…

Για μένα…
ήταν ανεκτίμητη όταν σήκωνε τους ώμους…
Έπινε μια γουλιά…
Ήταν όμως άλλου καιρού…
Η γλώσσα που μιλούσαμε ήταν άλλου καιρού…
Και κοίτα διάολε, που παρ΄όλα αυτά παρέμενε…
και παραμένει η γλώσσα της απόλαυσης μας…

Θα ήθελα…
θα ήθελα να διαβάσω τη σκοτεινή ιστορία…
τη σκοτεινή ιστορία όλων των απολαύσεων…
που οι άνθρωποι έχουν κρύψει…
Των απολαύσεων…
που δεν τολμούν…
που έχουν χαντακώσει στην κρυφή ιδιωτική τους γλώσσα…
που έχουν διαγράψει από το «έξω» λεξιλόγιο τους…
έτσι φρόνιμοι και βίαιοι ταυτόχρονα όπως είναι…
γεμάτοι αποσιωπητικά…


(Στη χρήση των αποσιωπητικών δεν υπάρχουν αντενδείξεις,
πλην ορισμένων απρόβλεπτων, και καμιά φορά ολέθριων,
αντιδράσεων. Όταν τα όρια της χρήσης ρητορικών σχημάτων
πλέον στενεύουν. Όταν τα παρακινδυνευμένα αποσπασματικά λόγια
ωθούν τη γλώσσα πέρα από τα όρια. Τότε χρησιμοποιούμε αποσιωπητικά ,
για να μας συχωρεθούν οι αμαρτίες.)

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

τρεις μέρες

Μέχρι προχτές ήταν έτοιμη να αυτοεκπαραθυρωθεί και σήμερα βρήκε το κουράγιο να «στρώσει» πρασόπιττα με φύλλο αγορασμένο απ΄το μασούτη.
Μέχρι προχτές, στην κλονισμένη της συνείδηση, βράδιαζε ντάλα μεσημέρι λόγω πλήξης. Μέχρι προχτές, με το κεφάλι γεμάτο μολύβι, ξερνούσε τρεις φορές ανελλιπώς άπαξ της ημέρας. Μέχρι προχτές, έτρεχε με αυταπάρνηση αθλητή δρόμων ημιαντοχής προς το νήμα των 45, με μικρές καθημερινές ανάσες, σιχαμερών οχτάωρων εργασίας.
Μέχρι προχτές ξεφύλλιζε τα χρόνια της γρήγορα και αδιάφορα, καταλήγοντας πάντα να χαζεύει στο κατάλευκο και άγραφο οπισθόφυλλο του άλμπουμ, το τετραγωνάκι του κωδικού μηχανογράφησης ISBN978-960-16-2779-3, στη γωνία κάτω δεξιά.
Μέχρι προχτές σκεφτόταν με λέξεις, οι οποίες αφού τρεμοπαίζανε αχνά για λίγο στον θόλο του κρανίου της, ψοφούσαν αβοήθητες.
Αυτά μέχρι προχτές.
Χτες, εξ΄ αίφνης, δέχτηκε αναπάντεχη επίθεση μιας απροσδόκητης ροής νοημάτων. Το αστικοβουκολικό κωμειδύλιο «η Γκόλφω από το Παλαιό Ψυχικό» εντός του οποίου ζούσε, έλαβε μια παραισθητική και ανακουφιστική τροπή. Ένας λυτρωτικός συνειδησιακός χείμαρρος την πήρε και την σήκωσε. Την έκανε να θέλει να ξανανακαλύψει τη ζωή. Να βρει τη δύναμη να συνεχίσει την κούρσα. Με όρους μεταφυσικής θα λεγε κανείς ότι της ήρθε επιφοίτηση. Με απλά λόγια θα λεγε κανείς, ότι της ήρθε μια εξωφρενική ολογραφική δίνη συχνοτήτων, μια πλημμυρίδα πολύχρωμων αισθητηριακών κυμάτων που έλουσαν τον εγκέφαλό της, διεγείροντας δισεκατομμύρια συνάψεις με ισάριθμες μικρές ηλεκτρικές εκκενώσεις, που τις μετασχημάτισε σε χαρμόσυνες αισθητικές αντιλήψεις. Κι όπως ήταν φυσικό αναθάρρησε. Και… έφτιαξε και αυτήν ένα μπλόγκ.
Σήμερα πάλι όμως, την πλημμύρησε μια βαθύτατη απογοήτευση. Ενώ ακόμα το πρώτο της ποστ ήταν ζεστό, παραδόθηκε στη σκέψη ότι στο εξής διατρέχει τον κίνδυνο, να παραχωθεί εντός της, και να μη μιλάει για τίποτα άλλο εκτός από τον εαυτό της.
Διαμελίστηκε στην «σκέψη-ηλεκτρικό πριόνι», ότι στο εξής το μοναδικό προς δημοσιοποίηση θέμα, θα είναι η εσωτερική της «μηχανική». Και ως ήταν φυσικό, κατηγόρησε τον εαυτό της «επί βρικολακισμό». (με γιώτα)
Λίγο όμως πριν τελειώσει και αυτή η τρίτη μέρα, η θύμηση της προχτεσινής αηδίας την συνέφερε και ξανα ΄δε την κατάσταση πιο ψύχραιμα. Αφού περίμενε να κρυώσει το πτώμα του πρώτου ποστ, σκέφτηκε ότι στον κόσμο υπάρχουν πάρα πολλοί, (οι περισσότεροι) ( οι συντριπτικά περισσότεροι) που αδιαφορούν για αυτά που θα ήθελε να τους πει ένας μπλόγκερ. Και έτσι ησύχασε.
Κατόπιν, έκλεισε το φούρνο διότι η πρασόπιττα ήταν έτοιμη, και στρώθηκε να γράψει το δεύτερο ποστ.

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2008

η συγκινημένη ψυχή



Η, εκ καταδίκης, αέναα «συγκινημένη» ψυχή δεν ξεκουράζεται ποτέ. Κολυμπάει ασταμάτητα παίρνοντας δύναμη από την αυτοαναφορά της. «Γιατί συγκινήσε;» τη ρωτάς. «Μα διότι συγκινούμε» απαντά. Μπορεί καμιά φορά να παίρνει μια ανάσα, μπορεί πότε-πότε να σκαλώνει το πουλόβερ της στα αγκάθια του φράχτη της δογματικής πεποίθησης .Μπορεί να κάνει μερικά άστοχα γκελ ή καμπόσες άτεχνες σφήνες. Πάντα όμως συνεχίζει το ενθουσιώδες κρόουλ, βουτηγμένη στο κατακάθι της συγκίνησης της.
Έχει μια δικιά της υψηλοφροσύνη, αλλά ποτέ προπέτεια. Έχει μια υπερβολή, αλλά ποτέ στόμφο. Η συγκινημένη ψυχή προΐσταται κι αυτής ακόμη της συνοχής των τμημάτων της. Των κομματιών που συνδέονται και την αποτελούν. Το έργο της, προηγείται της μορφής της. Η συγκινημένη ψυχή δεν γνωρίζει ξεκάθαρα το ιδίωμα της συγκίνησης της.. Από τους απόηχους και τα απόνερα των δακρύων της υποψιάζεται ότι κάποτε πήρε την αμετάκλητη απόφαση να συγκινήται, και έκτοτε συνεχίζει. Δεν ξέρει πώς να ικανοποιήσει την άπατη και αδηφάγα χοάνη της .Είτε νοιώθει μοναδική (σαν το θεό), είτε μοναχική (καταραμένη), στέκει μακριά από την ρυθμιστική διακαιοδοσία του νου. Της αρέσει όμως, έτσι όπως ρίχνεται στη μάχη και αντιπαραθέτει την αποφασιστική πληρότητα της , δίχως να λογαριάζει τον υπαρκτό κίνδυνο να περιπέσει σε ολισθηρές μυξιάρικες ρητορείες της πλάκας.

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

θριαμβεύτρια σέρνει το άρμα της αλυσοδεμένη...




Ένα ανυπέρβλητο βουνό ορθωνόταν εμπρός της για χρόνια, το "τίποτα". Μια υποκριτική συνομωσία σιωπής σερνόταν γύρω της, και εφαρμόζονταν ενάντια σε κάθε μορφής «κάτι». Για χρόνια ένοιωθε ως ένα αντεπιστέλλον μέλος της «κοινωνίας των ανύπαρκτων» στο δοβλέτι των σαχλεπίσαχλων μεγαλόσχημων «κάποιων».
Κατά τη γέννησή της υποχρεώθηκε να καπλαντίσει με το χαρτί της υπομονής το (ήδη γραμμένο) δίτομο βιογραφικό έργο «Η λογοδοσία της ζωής που θα ζήσεις».
Ένοιωσε τότε την ζωή σαν κρύο υγρό πλοκάμι να την τυλίγει.
Κατόπιν της επιβλήθηκε να αποστηθήσει όλες αυτές τις χίλιες και μια σελίδες σαβούρας της βιογραφίας της, που επιμελώς επιφύλλασαν για πάρτη της, παπάδες, γεωκτήμονες, καθηγητές, υπουργοί, συγγραφείς, φιλόσοφοι, νομομαθείς, ακαδημαϊκοί, πρόεδροι, ημίθεοι, ηγήτορες, κήνσορες του αισθητισμού,έμποροι,δίκαιοι,κατήγοροι, υπερασπιστές,
αστοί θεράποντες του καλού ντυσίματος και του σικ φαγητού, σκοτεινοί στρατόγκαυλοι, σκατοδημοκράτες φιλελεύθεροι βρικόλακες και άλλοι συνήγοροι του υψίστου.
Υπέστη πολλά…τι να λέμε… από όλους αυτούς τους μετριότατους τσαπατσούληδες.Αλλά άντεξε.
‘Έστω και λίγο αργοπορημένα τώρα, (έναν αιώνα σχεδόν μετά τη γέννηση της), για ένα γαμημένο φιλότιμο, για έναν έρωτα, για μια αξιοπρέπεια, τους χέζει όλους τους ξεφτιλισμένους. Τους προτείνει τον ροζιασμένο μέσο της παλάμης της, πριν επιστρέψει στο σπίτι να δει αν έγινε το φαί.

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2008

η εκδίκηση του ιστοαναγνώστη


Βλέπει τώρα ο επισκέπτης-αναγνώστης την φωτογραφία και οικτίρει τον εαυτό του,
που γελάστηκε και απώλεσε τις φιλοδοξίες και τα όνειρα του, για να αφιερωθεί στον αγαπημένο του βλόγερ. Θυμώνει, ο πλανημένος, που αφέθηκε ξεβράκωτος, άοπλος, γυμνός στα δόλια χέρια κάθε σκατόψυχου πάτρονα βλόγερ. Έτοιμος είναι, επιτέλους, να τα βροντήξει και να φύγει. Όχι! Δεν αντέχει πια να είναι το «αντικείμενο» που ικανοποιεί κάθε είδους ανώμαλη ιδιοτροπία, κάθε τυχάρπαστου κυβερνογραφέα… Να υποθάλπει κάθε άρρωστη φαντασιακή ιδιώτευση…να θηρεύει το ανέφικτο, εντός δικτύου, και να ταΐζει το ιδεατό μυθολόγημα της ζωής του αγαπημένου του βλόγερ, διαβάζοντας τα δήθεν «ανατρεπτικά» ιστολογικά παράδοξά του.
Αναλογίζεται τώρα, ενώπιον τούτης της φωτογραφίας, ότι έκανε λάθος που παράτησε τα μαθήματα υποκριτικής και έκοψε την αναβολή για να πάει φαντάρος.
Καθώς η μέρα γλυκά- γλυκά φεύγει, τούτο το απόγεμα της Παρασκευής 5 Σεπτεμβρίου, ο θυμός του μεταπίπτει σε πικρό απολογισμό, μετουσιώνεται αργά και πέφτει σαν κιτρινισμένο πλατανόφυλλο , για να καταλήξει στον πάτο μιας αβρής και κατηφούς ονειροπόλησης. Ξεφυλλίζει αργά την ιστορία της δικτυακής τους σχέσης.
Χρόνια τώρα σχολιάζει με προσήλωση κάθε νέα του ανάρτηση. Ανταπαντά σε κάθε απάντησή του. Κρατάει τη φλόγα αναμένη. Τη φλόγα της πρώτης-πρώτης επαφής τους.
Και να τώρα τούτη η φωτογραφία...
Η φτηνή, εν αρχή, αλλά πανίσχυρη και διατρητική, σε μια δεύτερη ανάγνωση, ένταση της αναρτημένης φωτογραφίας, τον ενθαρρύνει. Αρχινάει δειλά τώρα, να σκάβει για να φτάσει και να αντλήσει το κρυφό νόημα (παραδόξως επιμένει στην πίστη του ότι υπάρχει καποιο νόημα), πέρα από την απτή φανέρωση του φωτός πάνω στο μόνιτορ. Ιχνηλατεί την ενδόμυχη ισχυρή αναλαμπή της LCD-TFT , αλλά η «σημασία» ξεγλιστρά συνεχώς έξω απ΄το πλαίσιο της οθόνης και μουσκεύει το μικρό ρουστίκ γραφειάκι του. Θέλει να απαγκιστρωθεί πλέον από την δύναμη της έλξης της ανάρτησης, αλλά η φωτογραφία μαγνητίζει το βλέμμα του. Ακορέστως εντρυφεί στην γοητευτική δολιότητα του φωτογράφου, προσπαθώντας να ξεφύγει απ΄το πατρονάρισμα του άτιμου (μέχρι πρώτινως λατρεμένου) ιστολόγου. Θέλει να διαφύγει από τον "έλεγχο" του,θέλει να τον γράψει στα παπάρια του. Ένας ψύχραιμος παρατηρητής βλεποντας τον τώρα θα μπορούσε σχεδόν να συμπεράνει ότι σχεδόν τα κατάφερε.
Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Για την ώρα υπερνικά το πειρασμό να κάνει κλικ στο πεδίο σχολιασμού.
Απεκδύεται κάθε δικτυακής ευπρέπειας, και τολμά επιδεικτικά να φωνάξει: «φτου! ξελεφτερία». Αγνοεί και δεν ανταπαντά στις επικλήσεις-απαντήσεις-αντίδωρα του βλόγερ, στα παλαιότερα σχόλια του. Και αναπολεί…
Ήταν τότε όταν το (απολεσθέν πλέον) θάλος και σφρίγος των σχολίων του, επιδαψίλευε λόγια-παινέματα και ακκισμούς, άμα τη εμφανίσει, κάποιας φρέσκιας ανάρτησης στο εκράν. Τα οποία λόγια έθρεφαν το ήδη ευτραφές και επηρμένο αγλάισμα του ιστολόγου-μαικήνα του.
Τον φαντάζεται τώρα τον πάτρονα του… μόνο του… ματαίως να «αναρτά» για να τον δελεάσει,να κόβει και να ράβει ασύστολα παραγράφους, απεγνωσμένα να ανασύρει παλιές δοκιμασμένες ιδέες με νέο περιτύλιγμα , να σκαρφίζεται πρωτότυπους μινιμαλισμούς και βολικά φλύαρα μανιφέστα εκβιάζοντας σχολιασμό... αλλά φευ, δεν βρίσκει απαντοχή, ο άμοιρος ιστολόγος. Ο αναγνώστης έχει σκληρύνει πια.
Ούτε καν η βαρυτική έλξη ενός υδρόγειου-κώλου δεν μπορεί να τον δελεάσει.

Τον βλέπει να θρηνεί και να πέμπει κοπετούς και ικεσίες προς την κουφή και βουβή μεριά της ηλεκτρονικής του διεύθυνσης. Αλλά πού αυτός… Αυτός βράχος.
Η ατελεύτητος δοξαστική πορεία της αποχής του ιστοαναγνώστη, από τα μαρμαρένια αλώνια των σχολίων, μόλις άρχισε να γράφεται με χρυσά γράμματα.

(σημ. του συντάκτη)
Η σκληρή και ανάλγητη ξαφνική αποστροφή, του ωφεληθέντα αλλά αγνώμονα ιστοαναγνώστη, έναντι του, πάλαι ποτέ, κραταιού ιστολόγου-ευεργέτη του,
επιφέρει σφοδρότατο ράπισμα και ενταφιάζει οριστικώς και την τελευταία ικμάδα αυτοπεποίθησης του άμοιρου ιστολόγου.

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

πάρε τον τίτλο του post, και τρέχα


Αν είναι κάτι που μας σαγηνεύει στο καλοκαίρι,
είναι αυτό το οικιοθελές «χτίσιμο»,κατά στοιβάδες,
των σύννεφων στον ουρανό. Είναι βέβαια και αυτά
τα καλά κρυμμένα μυστικά των θαλάσσιων ρευμάτων.
Τέλος, είναι αυτή η ανάμειξη της υψηλής μοναδικότητας
του καθενός, με το μεγάλο «μοίρασμα» του δημόσιου
χώρου και χρόνου, στις ακρογιαλιές.
Το εξαιρετικά, δυσάρεστο κλίμα, λοιπόν,
το οποίο έχει ξεκινήσει να διαμορφώνεται εις βάρος
του φετινού καλοκαιριού,(διότι οσονούπω τελειώνει),
με αναγκάζει να πάρω άδεια.
Πολλοί νομίζουν ότι το καλοκαίρι είναι εύκολη υπόθεση.
Πρόκειται όμως για μια τεράστια παρεξήγηση.
Το καλοκαίρι είναι λαβύρινθος. Το μόνο που ξέρεις με
σιγουριά για το φετινό καλοκαίρι, είναι ότι
έπεται του περσινού, και προηγείται κατά ένα έτος,
του αμέσως επόμενου.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2008

"...καλοκαίρι,η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει...καλοκαίρι, με οσμή νεκροθαλάμου,καλοκαίρι...καλοκαίρι, μες στα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει..."


Η ένταση της πανίσχυρης εικόνας,ενός χαμογελαστού νεαρού προσώπου,
στοιχειώνει τα όνειρα της τουριστικής βιομηχανίας.
Συγκλονισμένο το τηλεοπτικό κοινό καταναλώνει με κτηνώδη
απληστία και αυτόν τον τραγικό χαμό του νεαρού αυστραλού.
Ο προβληματισμός των αρμοδίων αγγίζει το "ζενίθ", όταν
προσθαφαιρεί, εκτιμά και ζυγιάζει τις ζημιές για το χρηματιστήριο
του τουρισμού. Στον οιονεί μαγικό κόσμο της απόλυτης τουριστικής-
νυχτερινής διασκέδασης, όλα μπορούν να αλλάζουν και να προσαρμόζονται
κατά το δοκούν. Το μόνο που δεν μπορεί να αλλάξει είναι η παράδοξη
πίστη ότι το "παν" γύρω μας, (σε έμψυχο και άψυχο υλικό) πρέπει
να είναι παραδομένο άνευ όρων στην ακατανίκητη σαγήνη του κέρδους.
Ενδιαφέρον θαχει να δούμε τι θα σκαρφιστούν τα "συναρμόδια υπουργεία
και οι εμπλεκόμενοι φορείς" για την καμπάνια "καλοκαίρι 2009".
Ένα κράνος δώρο ίσως, για κάθε αφιχθέντα τουρίστα, στις αίθουσες
arrival των αεροδρομίων.

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

οι έφηβοι


Έχω ακούσει ανθρώπους να μιλούν με φρίκη και αηδία για κείνους.
Να μιλούν με την έσχατη περιφρόνηση . Κείνοι όμως, αγέρωχοι
συνεχίζουν. Οι επικριτές τους, τους είναι εξίσου βαρετοί
και αδιάφοροι, όσο και οι συμβουλάτορες τους. Κάθομαι
καλοκαιριάτικα στο καφενείο με τσίπουρα και τους χαζεύω
να περνάν. Τι ατσούμπαλο και περήφανο στυλ; Τι φρέσκος
και δροσερός γραψαρχιδισμός;
Τι, «είμαι δεκαεξάρης σας γαμώ τα λύκεια…»;
Παρατηρώ συχνά τους έφηβους ανθρώπους διακριτικά στο δρόμο.
Άλλωστε υπήρξα τέτοιος κάποτε.( Άσε που σε δυο-τρια χρόνια
θα είμαι πατέρας έφηβου ανθρώπου.)Τους παρατηρώ λοιπόν αλλά
οι απορίες και τα ερωτηματικά μου, ποτέ δεν βρίσκουν λύση
οριστική. Αντιθέτως, θα ΄λεγα ότι φορές, η παρατήρηση
μου δημιουργεί μεγαλύτερη σύγχυση. Μερικά δεδομένα ενισχύουν
πότε τη μια, πότε την άλλη, και πότε την παράλλη θεωρία.
Και λες, μα καλά τι είν΄τούτοι; Είτε τους παρατηρείς ελεύθερους
στη φύση, είτε στο δρόμο έξω από τα φροντιστήρια, είτε στα
θρανία των σχολικών εργαστηρίων, είτε στα net-καφέ,
επιδεικνύουν εκπληκτική γκάμα συμπεριφορών.
Κατά τη διαδικασία δε, χτισίματος του κόσμου τους,
αναπτύσσουν πλήθος αναπάντεχων δεξιοτήτων , και τεράστιο εύρος
δραστηριοτήτων, τις οποίες η θεσμοθετημένη τυπική λογική
των ενήλικων νοικοκυραίων , τις κατατάσσει και τις καταχωρεί
ως: τεμπελιά, ραχάτι, οκνηρία, μαλακοπιτουρίαση, αλητεία,
κτλ.κτλ. Παραδόξως όμως, μοιάζουν εντυπωσιακά πολύ
με τους στενούς συγγενείς τους και τους άσπονδους επικριτές τους,
κατά την περίοδο που βρισκόταν και εκείνοι στο ίδιο
στάδιο ανάπτυξης. Η διττή φύση τους, του ενήλικα και του
παιδιού δηλαδή, εμπεριέχει μια εγγενή δυσκολία. Είναι πρακτικά
πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να οριστεί, να καταταχθεί και
να λάβει μια αυθύπαρκτη, ξεχωριστή και ξεκάθαρη θέση
στη βιολογική εξέλιξη ενός ανθρώπου. Αν δεχθούμε ότι
για τους πολλούς, της καθιερωμένης τυπικής λογικής,
η παιδική ηλικία είναι η περίοδος του «κουκουλιού», και
η ενηλικίωση είναι η περίοδος της «πεταλούδας». Τότε μοιραία
πρέπει να συμφωνήσουμε ότι η εφηβεία είναι η περίοδος της «κάμπιας»,
που σέρνεται αργά- αργά από φυλλαράκι σε φυλλαράκι. Μια ρήξη
όμως με την τυπική λογική , μια διαλεκτική «άρνηση της άρνησης»,
πιθανότατα θα μας οδηγούσε σε μια εξήγηση της εφηβικής πορείας,
μακριά από το στερεότυπο, του «χαμένου κορμιού
υπό διαδικασία ανάτασης».
Ο έφηβος είναι φλου. Το είδωλο τού δεν καθαρίζει..
Εστιάζεις στον ίδιο και θολώνει το τοπίο. Νετάρεις στο τοπίο,
και θαμπώνει ο ίδιος. Έχω καταλήξει, αν η βιολογική πορεία
ενός ανθρώπου είναι η ακολουθία μιας ανιούσας μουσικής κλίμακας
στο κλαβιέ ενός πιάνου, η εφηβεία δεν εντοπίζεται ούτε στα λευκά,
ούτε στα μαύρα πλήκτρα, αλλά κάπου ανάμεσα σ΄ αυτά
τα απειροελάχιστα κενά, τις φυράδες, που παρεμβάλλονται
μεταξύ των πλήκτρων. Οι ενήλικες απαγγέλουν «από στήθους»
τραγούδια για την κοιλιά τους. Οι έφηβοι, απαγγέλουν «από κοιλίας»,
για το στήθος τους, που φλέγεται. Ακροβατώντας λίγο τώρα,
θα τολμούσα να πω ότι πρόκειται για διαφορετικές, πολιτικές
πρακτικές. Από τη στιγμή που ενεργούν όπως ενεργούν,
(έστω και με έναν μη-συστηματοποιημένο τρόπο) ο οποίος κάθε στιγμή
ελέγχεται και συγκρίνεται με τον κοινωνικά καθιερωμένο και αποδεκτό …
Από τη στιγμή που ο τρόπος ενέργειας τους, αντιτίθεται
με κάποιους άλλους τρόπους, αυτό και μόνο το γεγονός
τον καθιστά «πολιτικό» Και προσμετράται στο σύνολο των «τρόπων»
επί ίσοις όροις. Ή τουλάχιστον έτσι θα ΄πρεπε.
Αν δεχτούμε ότι ο εφηβικός τρόπος εμπεριέχει το «είναι»,
το «νοείν» και το «πράττειν», οφείλουμε να τον δεχτούμε
ως ίσο και γνήσιο κοινωνικό αυτοκαθορισμό, με αυθύπαρκτη
πολιτική στάση. Μια κριτική στάση που ξεδιπλώνεται πλήρως,
κορυφώνεται εκφραστικά και βρίσκει το πολιτικό της νόημα,
όταν ο έφηβος ρεύεται ή κλάνει επιδεικτικά μεν,
αλλά με πηγαίο στυλ δε, και η συνομήλικη παρέα γύρω του,
εξοκείλει σε παράκρουση καθαρτήριου γέλιου.
Ζηλεύω. Αυτά.

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2008

Η συνοπτική βιογραφία ενός κειμένου

Το κειμενάκι που μόλις άρχισε να ξεδιπλώνεται,
σιτίζεται από την πρόνοια.Ζει εδώ και χρόνια ορφανό
μέσα σε υγρό και ανήλιαγο δυάρι, με τ΄ όνειρο κάποια
στιγμή να βγει στον καθαρό αέρα. Τα όρια που το χωρίζουν
από την παραβατικότητα είναι θολά. Κάθε που χαράζει
περιμένει με αγωνία να το καλέσουν επιτέλους στο εδώλιο
για απολογία. Αλλά πάντα κάτι πάει στραβά,κάτι γράφεται λάθος…
και παραμένει.
Αν ήταν άνθρωπος θα ήταν έφηβο αγόρι. Θα «ψείριζε» το ποδήλατο
από την αυλή του γείτονα. Θα τρύπωνε στα όνειρα όμορφων
γυναικών. Θα τριγύριζε έξω ως αργά τη νύχτα, στ΄ αμπέλια.
Παρ΄ ότι θα ήταν «μανούλα» στο «επιζείν», θα απέφευγε
συστηματικά να έρπει. Και θα σφύριζε, περνώντας με τα χέρια
στις τσέπες. Οι φθόγγοι του, οι συλλαβές, οι λέξεις,
οι φράσεις, οι προτάσεις, οι περίοδοι και οι παράγραφοι του,
δεν μπορούν πλέον να κάνουν πίσω. Θα γραφούν! Είναι νομοτέλεια.
Θα γραφεί, ακόμα κι αν τα νοήματά του στριφογυρνούν γύρω
από το ακατανόητο, ακόμα κι αν παλινδρομούν από την ανωριμότητα
στην κοινοτυπία, και ανάποδα. Θα γραφεί με πείσμα,
κι όσο κι αν είναι κουρασμένο, θα αναζητά την καθαρότητα,
την λιτότητα και την χαμένη πρωτοτυπία του.
Το κείμενο αυτό λοιπόν, που ήδη κείται ως ανάρτηση ιστολογίου,
όπως προείπαμε σιτίζεται από την πρόνοια…των αναγνωστών.
Κοντοστέκεται τώρα και φωνάζει:
«Ότι με απαρτίζει, δεν είναι μόνο το σύνολο των φθόγγων
και των λέξεων. Κυρίως είναι η φιλαρέσκεια του πληκτρολογίου,
και ο ψωνισμένος νους αυτουνού που με συνέταξε.
Κατά έναν τρόπο αυτός ο τύπος σπίλωσε την ιερή
ανυπαρξία μου. Διατάραξε την ησυχία μου και με
παρέδωσε στο φως. Σκαιός προαγωγός, με έβγαλε στο κλαρί.
Με έσπρωξε στο κουρμπέτι. Με ανέβασε στο εδώλιο της σκηνής,
και ακροβάτης σε ανεμόσκαλα τώρα, κρέμομαι το δόλιο
από ένα ψεύτικο φεγγάρι. Καρτερώ να ενηλικιωθώ
και να οδηγηθώ στο τέλος. Στο φιλί-σχόλιο δηλαδή, του αναγνώστη».

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

Το θέρος του αλλουνού


Η επιχείρηση αποκαθήλωσης του καλοκαιριού καλά κρατεί.
Οι μέρες του φυλλορροούν υπό το βάρος της συνεχιζόμενης
θηριωδίας γνωστών-άγνωστων κέντρων, που απεργάζονται
την ερημοποίηση ψυχών και τσεπών. Η τηλεόραση, ευτυχώς,
(μόνη της αυτή), ενσαρκώνει την συλλογική συνείδηση.
Στην οποία κάθε νοικοκύρης οφείλει πειθήνια να υποκύψει.
Η φετινή απονομή των βραβείων playmate απογοήτευσε.
Η περσινή διοργάνωση είχε να επιδείξει σαφώς πιο στρογγυλούς,
και σίγουρα πιο επιδέξιους κώλους. Οι πρώιμοι υβριδικοί
παραθεριστές του Ιουνίου, αμφιταλαντευόμενης πίστης,
(πότε ορκίζονται στο δυνατό σήμα της cosmote, και πότε
κάνουν τρισάγια στο χαμηλό πάγιο της wind), μάταια φυτεύουν
γόπες τσιγάρων στην άγονη άμμο και στα βότσαλα των
χέρσων παραλιών.Μέσα σ΄ αυτόν τον θερινό ορυμαγδό
ξεραμένων αφρών φραπόγαλου,ένα-δυο αιφνίδια δώρα με βρήκαν
ευχάριστα απροετοίμαστο. Υπάρχει ακόμα ελπίδα, είπα.
Μια-δυο αχτίδες "φωτός" χαλάρωσαν τον ασφυκτικό κλοιό του ζόφου:
α) Ο Πάρης Κασιδόκωστας-Λάτσης κυνηγάει γκόμενες-μοντέλα
στην Ψαρρού με το αλιευτικό του γιότ.
β) Η Τζίνα Βαρώνη σκέφτεται σοβαρά να επανακάμψει,
επαναλαμβάνοντας την επιτυχή συνεργασία με τα θρυλικά
μασαζοκαλσόν slim.

Παίρνω ανάσα και βουτάω…
Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω…
Καλό μήνα.

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2008

πίνεται παγωμένη*




Τα χρωματιστά νήματά τους μπλέχτηκαν κι έγιναν κουβάρι
με τις κρυφές γαστρικές επιθυμίες τους, γύρω απ΄ αυτό
το γόρδιο τραπέζι. Ξημερώνει κι ακόμα δεν κατέληξαν
αν είναι προνομιούχοι, ή υποψήφιοι αυτοεξόντωσης.
Το ρολόι του τοίχου, (τύπου "κούκου" ) σκορπάει τζάμπα χρόνο,
δω και κεί ανάρια.
Χρόνο διαθέσιμο για κάθε είδους χρήση και εκμετάλλευση…
Χρόνο, χάριν της καλοτάξιδης αγρύπνιας τους.
Χρόνο, χάριν και του τελευταίου τους,
αμυδρού ψήγματος χαμένου ονείρου.
Ο πάσα εις μετέωρος σκακιστής τώρα, μπρος στις γεμάτες,ή άδειες,
ή μισοάδειες φιάλες-στρατιωτάκια, σκέφτεται την επόμενη
κίνηση. Και αλήθεια, προτιμά να θυσιάσει τη βασίλισσα,
προκειμένου να εξασφαλίσει και να επεκτείνει στο διηνεκές
τούτη την ανοικονόμητη μεθυσμένη θερινή παρτίδα.
Αν πρέπει πάντως κάποιος να καταναλώνει τέτοιου
είδους, (απεχθείς στους γευσιγνώστες) ουσίες, όπως η θρυλική
μαλαματίνα, καλό είναι να το κάνει με τον σωστό τρόπο:
α) «πίνεται παγωμένη» όπως σοφά παρακινεί το λογότυπο της ετικέτας
β) ποτέ ξεροσφύρι… πάντα τη συνοδεία ιστοριών.


(*)για να πυκνώσω λίγο το, έτσι κι αλλιώς, αραιό ποστάρισμα

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2008

Είμαι φραουλί

Παρόλο το άχθος, είσαι ο βασιλιάς των πρόσφατων τελευταίων
ετών του τρέχοντος βίου σου, που μοιραία ακολούθησαν
τη γέννηση σου. Παρ΄ όλη τη συστολή σου, κρύβεις σπίρτα
στην τσέπη, για κάθε είδος φυτιλιού.
Μια μικρή μπρούτζινη πλάκα πάνω στο μαρμαρένιο στήθος σου,
πιστοποιεί την ευγενική καταγωγή σου. Πήρες το όνομά σου
από τον τεράστιο βράχο που κατοικεί στην καμπούρα σου.
Βράχος ρωγμώδης μεν, αλλά άτεγκτος τιμητής των πιο
θαλερών οραμάτων σου, δε. Επιλέγεις κάθε φορά να αφηγηθείς
μια δραματική ιστορία, με μερικά διάσπαρτα διασκεδαστικά
επεισόδια. Τα κρυφά σου παράπονα όμως,τρίζουν εντός σου,
σαν παλιές πόρτες που ανοιγοκλείνουν.
Χαλάνε το περίφημο ήπιο και ξηρό σου κλίμα, για το οποίο
από παλιά περηφανευόσουν στις παρέες.
Το προσωπικό και ιδιότυπο χιούμορ σου, λαδώνει τους μεντεσέδες.
Τοιουτοτρόπως, διατηρείς αρκούντως αλμυρή την ατμόσφαιρα
της αφήγησης, για κάθε απαιτητικό ουρανίσκο.
Οι σχέσεις σου με τους αναγνώστες είναι σχέσεις κατάποσης.
Κατάποσης,βαθιάς και ειλικρινούς ευγνωμοσύνης και κατανόησης.
Ο βράχος σου (να μην ξεχνάμε παρακαλώ τις κτητικές αντωνυμίες) όμως,
σείεται και ταρακουνάει και τα πιο μεγαλόπνοα μυθοπλαστικά
σου πονήματα, και τις πιο ηλεκτρισμένες επινοήσεις σου.
Απόπειρες ανταλλαγής παλιών και συχνά απαγορευμένων
ψιλοσκουριασμένων προτιμήσεων.
Είσαι ένας θανατοποινίτης και μισός,
έρμαιο του δαίμονα (όπως τον ονομάζεις)
της ασίγαστης ανάγκης για επαφή (χρώματος «λιλά»)
και για έκφραση χρώματος «φραουλί».
Απ΄ αυτές τις επαφές του είδους της:
«από μακριά εν αγωνίου αναγνώρισης»..
Επιπλωμένες, εξοπλισμένες, με εσωτερικό ρουστίκ διάκοσμο
σε ξύλο καρυδιάς, και όμορφες χρωμιομένες απολήξεις
στα μπαλκόνια, φινετσάτες, αλλά……της «εν αγωνίου αναγνώρισης».
Είσαι μια τιμημένη αψηλή σεκόγια εκατόν είκοσι μέτρων,
που διατηρεί άσβεστη τη διακαή λαχτάρα της,να γίνει παρανάλωμα,
για να δοξαστεί. Αλλά οι συνθήκες, κατόπιν ενδελεχούς έρευνας,
πάντα κρίνονται ανώριμες, για τέτοιες μαγκιές.
Είσαι…είσαι…είσαι……
Το βρήκα!!! Είσαι conneX! Δικτυώνεσαι γρήγορα,ασύρματα και φτηνά.
Είσαι κέντρο-απόκεντρο της κυβερνοζωής.
Είσαι πάροδος της 5ης λεωφόρου του δικτύου.
Μπορείς να διατυπώνεις φιλελεύθερα τις μαλακίες σου,
και κατόπιν δημοκρατικά να σε τρώνε οι ταξικές ενοχές.
Είσαι αυτό που λέμε στην κοινή νεοελληνική:«και γαμώ το χρωματάκι».
Είσαι ένα φραουλί και ζωντανό όνειρο.

Και ως «στάση ζωής» να το δεις,
(όπως συνηθίζεται να λένε οι ερασιτέχνες ψυχοκοινωνιστές),
είναι μια φυσική στάση.

Ως ερωτική στάση αν το δεις,
είναι μια old fashion ιεραποστολική.

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2008

Ιστορίες απ΄το Γουρμεδιστάν 2 (Η μητέρα όλων των γαστρών)








Οι εικόνες αυτές βρίσκονται στο κέντρο μιας τραγωδίας.
Συγχρόνως όμως αποδεικνύουν ότι η προσήλωση σε μελλοντικούς
στόχους,και η επιμονή σ΄ ένα «τίμιο» και σωστά σχεδιασμένο
project, δύνανται να υπερκεράσουν κάθε επιπλοκή και να
παρακάμψουν κάθε εμπόδιο, δίνοντας απαντήσεις, και δείχνοντας
τον δρόμο, στις αιτιάσεις γενεών και γενεών πεινασμένων.
Η γαστροπλαστική, ως δυναμικός τομέας της αγγειοπλαστικής,
αλλά και ως εφαρμοσμένο επιστημονικό πεδίο, αφορά ένα σημαντικό
μέρος της κοινωνίας. Παράλληλα, η θεωρητική σκευή της,
μεταφέρει και προάγει ένα ευρύ φάσμα γνώσεων, τόσο στο πεδίο
της μελέτης των υλικών κατασκευής μιας γάστρας, όσο και στην
πρόοδο των πολιτισμικών και ανθρωπιστικών σπουδών της ζωοτροφίας.
Εδώ η οπτική του γαστροπλάστη (Γιάννη), εστίαζε κατ΄αρχήν
στην εύληπτη απ΄τον καθένα, νοηματική σαφήνεια του εγχειρήματος.
Μια γάστρα ικανών διαστάσεων,ώστε να φιλοξενεί και να εξυπηρετεί
τις ανάγκες μαγειρέματος, ενός ζώου βάρους, εως και δώδεκα κιλών,
σε συνθήκες υπαίθρου, δίχως τις ευκολίες μιας επαγγελματικής
κουζίνας σύγχρονου εστιατορίου.
Επί δύο και πλέον έτη, αναμοχλεύτηκε η πιερική γη,
(Όλυμπος και Πιέρια Όρη),ώστε να βρεθεί το κατάλληλο χώμα.
Συγχρόνως «έτρεχε» και η έρευνα για υάλωμα(εσωτερικό επίχρισμα)
ανθεκτικό και ελεύθερο του βλαβερού μολύβδου.
Αφού οι σωστές προϋποθέσεις των υλικών εξασφαλίστηκαν,
ο δημιουργός μέσα από έναν γόνιμο διάλογο με γνωστούς πτωματοφάγους,
και κυρίως σε συνεργασία με τον γνωστό πρωτεΐνομάχο-κοπαδοκτόνο
Θανάση, προχώρησε στην κυρίως ειπείν γαστροπλαστική διαδικασία.
Μέρες και νύχτες σχεδιαστικών, στατικών και θερμοδυναμικών
μελετών χρειάστηκαν. Τα πρώτα σχέδια προέβλεπαν γάστρα
ακτίνας κύκλου 60 εκατοστών. Ήτοι, 120 εκατοστά διάμετρο!
Οι πρώτες αγωνιώδεις πειραματικές εφαρμογές έδειξαν πως αυτές
οι διαστάσεις μπορεί να αποδειχθούν καταστροφικές
για το όλο εγχείρημα.
«…είναι σε θέση άραγε, ένα σχεδόν τετραγωνικό μέτρο πηλού,
κοιλοκωνικού σχήματος, να αντέξει, απ΄τη μια,
το βάρος 10 εως 15 κιλών μάζας υλικού, και απ΄την άλλη,
το ανομολόγητο μένος 20 εως 25 πεινασμένων σαρκοβόρων ενηλίκων…»

Τέτοια βασανιστικά ερωτήματα ταλάνιζαν τους εμπλεκόμενους.
Οι δοκιμές υπέδειξαν: «Όχι!».
Ποιώντας την ανάγκη φιλότιμο, οι ευγενείς ερευνητές
περιορίστηκαν στις διαστάσεις των 80 εκατοστών διαμέτρου
και 11 χιλιογράμμων μάζας ψημένου πηλού.
Μετά τα τελευταία test αντοχής όλα ήταν έτοιμα.
Η τραγωδία της θυσίας του νεαρού κατσικιού πλέχτηκε
στο γνωστό αμπέλι,πλάι στην γνωστή καρυδιά,
(τί έχει δει κι αυτήν η δόλια) φρικώδες θέατρο πολλαπλών
τέτοιων ανηλεών επιχειρήσεων σκαιού σαρκοβορισμού.
Το τεμαχισμένο ερίφιο, (μετα της άμοιρης κεφαλής του)
αντιστάθηκε ηρωικά επί επταώρου ήπιου και σιγανού μαγειρέματος,
εως που υπέκυψε,όχι μόνο στις ταλαιπωρίες και στην μεγάλη
θερμοχωρητικότητα του πηλού, αλλά και στα δίκαια αιτήματα
των επίλεκτων μοβόρων εστιαζόμενων.

(Αφιερωμένο στον καρβουνιάρη καθώς και στο σύνολο της ολομέλειας)

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

Ιστορίες απ΄το Γουρμεδιστάν

Η σημερινή διήγησή μας έχει λόγια. Και πότε δεν έχει δηλαδή;
Έχει και πρόσωπα. Ως συνήθως.
Σήμερα όμως πρωταγωνιστούν τα λόγια.
Αφορμή στάθηκαν οι γενίτσαροι του αξιαγάπητου Μοίρη,
και τον ευχαριστώ για αυτό.
Πριν μπω αναπτύσοντας το κυρίως ειπείν θέμα, θα ήθελα
να διευκρινήσω τα εξής:
α)πως δεν αρνούμαι πως η θεωρητική γνώση και κατάρτηση
είναι απόλυτα αναγκαία για να καταπολεμηθούν οι δυσκολίες της ζωής.
β) πως η ακόλουθη ιστοριούλα θα μπορούσε να ήταν
και φανταστική.
γ) πως η φύσις της (της ιστοριούλας), είναι ψυχοκοινωνική και
στηλιτεύει την τεράστια δυσκολία που έχουν οι άνδρες, να υποτάξουν
τα νοσηρά τους αισθήματα υπεροχής και επίδειξης.
και δ) συγχωρέστε με, αν δείχνω μικρόψυχος και παρωχημένος.
Λοιπόν…ξεκινάω.
Της έλεγε, της έλεγε, της έλεγε, της έλεγε, της έλεγε…
Και κείνη άδειαζε, άδειαζε, άδειαζε…
Εκείνος μιλούσε, εκείνη άδειαζε.
Στο τέλος είχε μείνει μόνο το τσόφλι της.
Εκείνος συνέχιζε να λέει… και κείνη… είχε βγει μαζί του για φαΐ.
Εκείνος περιέγραφε ένα φαντασμαγορικό πανόραμα
με ιπτάμενους δίσκους διαγαλαξιακών γεύσεων, και κείνη είχε
αρχίσει να ξεχνάει την μαύρη της την πείνα.
Λίκνιζε τα βαριά κλαδιά του σαν ψηλό οπορωφόρο, και κήρυττε
τον οριστικό θάνατο του χύμα κρασιού, της πατάτας φούρνου
και της πάστας αμυγδάλου. Όμορφος σαν Απόλλωνας ξερνούσε
λόγια με σιγουριά δημόσιου κατήγορου σε έξαψη.
Εκείνη χάνονταν στην όψη και στην τάξη δύο διμοιριών
κρυστάλλινων ποτηριών, και μιας αντιπυραυλικής συστοιχίας
ανοξείδωτων μαχαιροπιρουνοκούταλων.
Τι τα θες όμως; Η έπαρση των λέξεων γεννάει τον αδίστακτο.
Και τον κάνει παχύσαρκο των εννοιών. Τις λέξεις τις θεωρεί
δοξαστικές της θεότητας. Της μιας και μοναδικής θεότητας.
Του εαυτού του δηλαδή.
Εκείνη πάλι, αλλιώς τα ήξερε από μικρή. Ήξερε πως τα φαγητά
(όπως και ο έρωτας) είναι φτιαγμένα από το υλικό που είναι
φτιαγμένα τα όνειρα και όχι από αυτό των λέξεων.
΄Ηξερε πως για να πετύχουν, βασική προϋπόθεση είχαν
την φροντίδα για τον άλλο, αυτόν που θα τα φάει,
τον τυχερό που θα τα γευτεί γιατί τα αποζητά,
κι όχι τον σταδιακό αφανισμό της άδολης, δίκαιης και ώριμης
ζωοτροφίας, προς δόξαν κάθε χορτάτου καταδιωκόμενου
από την εμμονή μιας ανώδυνης ευκαιριακής εξοικείωσης
με τους –ντε και καλά- νεωτερισμούς.
Για αυτό, εκείνη συνέχιζε να αδειάζει. Έρημο αδειανό κέλυφος.
Κλείνει τα μάτια τώρα, μπας και καταφέρει να αποκαταστήσει
το αλισβερίσι με τις πέντε αδυνατισμένες και μπερδεμένες
αισθήσεις της. Μύριζε τις λέξεις, άκουγε το απείραχτο πιάτο φαΐ
μπροστά της , έβλεπε το βουητό των θαμώνων του εστιατορίου.
Και να πείς δεν τα ΄βλεπε τα χαΐρια τους; Τα ΄βλεπε.
Σαν την Κασσάνδρα και αυτή, την τραγική θυγατέρα του Πριάμου
και της Εκάβης. Που, την άρνησή της να υποκύψει στα θέλγητρα
του θεού (του Απόλλωνα ντε), την πλήρωσε σκληρά.
Έβλεπε το κακό να πλησιάζει δίχως κανείς να την πιστεύει.
Απ΄ την αρχή μάντευε αυτά που πρόκειται να συμβούν,
και σαν ξεχαρβαλωμένο ελατήριο που χασε τον παλμό του,
αδυνατούσε να αντιδράσει.
Δυστυχώς όμως, είναι άλλο να είσαι χορτάτος από λέξεις
και να επαίρεσαι πως κατάλαβες το παν, (διότι την τύφλα σου κατάλαβες),
και είναι άλλο να καθησυχάζεις σαν παιδί που ευχαριστημένο
αποκοιμιέται απ΄το παιχνίδι στην αγκαλιά της μαμάς.
Είναι άλλο να αναδιπλώνεσαι πίσω στην αυτοκυριαρχία,
στην συμπόνια και στην χλιαρή κατανόηση,
και είναι άλλο, να ρέει η εμπιστοσύνη απ΄τα απαλά κλειστά βλέφαρα,
να γλιστράει από τον λάρυγγα κελαριστά στον οισοφάγο,
για να καταβαραθρωθεί τελικά στα άδυτα
του ιερού στομάχου.
Τα βλεπε λοιπόν τα μελλούμενα η τραγική Κασσάνδρα,
but…ουδείς την πίστευε.
Ως που ήρθε ο λογαριασμός.

Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

στα μισά...του έρωτα



Πόσο απερίσκεπτα την εκλιπαρούσε;
Πόσο τον έτρωγε τούτη η υπόθεση;
«Ζωή, παλουκώσου! Μείνε εδώ ακίνητη!» την διάταζε.
«Θα τελειώσω με τη δουλειά και θα πάμε για καφέ το απόγευμα» της έταζε μετά.
Την λάτρευε, την προστάτευε, την κρατούσε τρυφερά στα χέρια του,
την εκθείαζε στους άλλους…
Κι αυτήν αγέρωχη. Γλυκιά και τερατώδης. Υπέροχη ανάμεσα σ΄ όλες…
με απαλές γραμμές και μικρές μελωδικές πτυχώσεις.
Πιο θαμπός, αυτός, αγκυροβολημένος στην ράδα της…
Στην κοσμάρα της αυτή…
Άλλοτε πάλι, άγρια και κυματιστή, τυλιγόταν στα πέπλα του σκοταδιού της,
και του έφευγε για κάποιους μακρινούς ακατοίκητους αμμόλοφους.
«Αχ αυτή η σπατάλη της…» μονολογούσε εντός του.
Kαι την περίμενε να γυρίσει.

Αυτός ήταν του ακριβούς, του μετρίου και του ευσταθούς. Και ήθελε ελεγχόμενη απόσβεση των κραδασμών. Αυτήν… πότε ουράνια και πότε αβυσσαλέα, πότε δόξαζε και πότε ευτέλιζε οποιονδήποτε αιχμαλώτιζε στη ροή της.

Διάλεγε για τον εαυτό του, τον ρόλο του ενάρετου ακροατή,
και στη μουσική, και στον έρωτα. (Με γκρίζα μάτια και σκυφτό κεφάλι, παλιότερα.
Με γκρίζο κεφάλι και σκυφτά μάτια, τώρα…στα μισά)
Διάλεγε για τον εαυτό του, μια εκ περιτροπής εθελούσια αιχμαλωσία .
Τη μια στο νόημα και την άλλη στη φόρμα. Τη μια στη σάρκα και το κορμί,
την άλλη στο μυαλό και την ψυχή.
«…ζωή, παλουκώσου! Μείνε εδώ ακίνητη!» την διάταζε.
Πόσο απερίσκεπτα την εκλιπαρούσε;
Πόσο τον έτρωγε τούτη η υπόθεση της μοναδικής του ζωής;

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2008

ιδιόγραφο

(κάνε κλίκ)

Φχαριστώ την Νίνα για την κλήση,
το autographcollectors για τη ιδέα,
και τον Καζαντζίδη για την ερμηνεία.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Έρωτες παρελθόντων χρήσεων

Το αλησμόνητο παλιό παιχνίδι τους την Άνοιξη, στις ψηλές
ταράτσες της πόλης, και στα χορτάρια του πάρκου το καλοκαίρι,
του προκαλεί ακόμα και σήμερα ερεθισμό στην όσφρηση
και στη γεύση. Την κατάβαθη ζεστή πνοή της στο λαιμό του, τότε,
την είχε ονοματίσει: «φλέβα»

«Τόσο εξευγενισμένη και όμορφη φλέβα, να πάλλεται
και να χτυπά στο δεξί κρόταφο, δίπλα στο φρύδι …
άλλη δεν βρίσκεις» έλεγε.
Ίδια η ζωή, απείραχτη, ήταν τότε η φλέβα της,
κι η νύχτα αγνάντια τους, έπαιζε με τις τηλεοπτικές κεραίες
των απέναντι ταρατσών.

Απόψε, χρόνια μετά,
ετεροβαρώς, προς το συμφέρον του, θέλησε να ωφεληθεί,
και της ψιθύρισε γλυκά: «Να στον μπήξω;»

Διπλός άρρυθμος χτύπος, σαν διχασμένος εραστής,
χτύπησε αναπάντεχα στην ξεχασμένη από χρόνια,
φλέβα του κροτάφου της.
«Δεν διανέμονται κέρδη μέχρι πλήρους αποσβέσεως
παρελθόντων ερώτων» του είπε.

Εκείνος αποκρίθηκε ξαναμμένος: « Δικαιολογίες…Εάν τούτο
ήθελε ο έρως, θα εισήγαγε ασφαλώς κάποια ειδική ρύθμιση,
ή, εν πάση περιπτώσει, θα όριζε ρητώς με κάποιο τρόπο ότι
δεν διανέμονται κέρδη μέχρι αποσβέσεως παλαιοτέρων
συσσωρευμένων ζημιών. Κάτι το οποίο, γνωρίζω καλώς,
δεν έχει πράξει μέχρι τούδε.»

«Και τώρα τι θες να μου πεις δηλαδή, πως μια τέτοια ρύθμιση
θα αντέβαινε στην διάταξη περί προστασίας του
μερίσματος των επενδυτών..;» του είπε.

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

Παραμύθι από πρώτο χέρι.

Παραμύθι από πρώτο χέρι, ονομάζω το εσωτερικό αφήγημα
που ο καθείς, άπαξ της ημέρας μια φορά, διηγείται στον εαυτό του.
Αλλάζοντας διαρκώς θέση στο κάτοπτρό του, ο καθένας
πολύπειρος παραμυθάς, ξεδιπλώνει τη πολύπτυχη ερμηνεία του,
σε ένα παιχνίδι νοημάτων και προτροπών, με ήρωα ποιόν άλλον;
τον εαυτό του.
Είναι, το δίχως άλλο, το πιο αγαπημένο και «πολυδιαβασμένο»
παραμύθι. Τον αινιγματικό και γοητευτικό ήρωά του,
ούτε καν εκείνη η διπρόσωπη αρχή προστασίας προσωπικών
δεδομένων, μπορεί να πτοήσει και να καταρρακώσει…
προστατεύοντας τον. Ούτε οι κάμερες του υπουργείου
δημοσίας τάξεως, να καταγράψουν. Διότι αυτός βρίσκει τις πιο
τρυφερές αφορμές, προκειμένου να ζει νεανικά, σε μια ώριμη
ανεμελιά. Να συνομιλεί, επί ίσοις όροις, με την τύχη του.
Να είναι ευπρόσδεκτος στο παιχνίδι κατά το οποίο, τρελαίνονται
τα νοήματα που συναπαρτίζουν την θέλησή του.
Σκουντουφλά στους ομηρικούς ιάμβους σαν Οδυσσέας,
και ξεχνάει ηθελημένα να δεθεί στο κατάρτι.
( καθότι είναι σίγουρος πως οι Σειρήνες μαζί του, θα γνωρίσουν
τον πραγματικό έρωτα.). Είναι αρνητής των μαζικοποιημένων
συμπεριφορών, και γυρίζει την πλάτη στις ετοιματζίδικες
συνταγές ευτυχίας. Αμετανόητος, ευφυής πέραν του δεόντως,
γλυκά μανιακός, εφευρετικός, από καλή οικογένεια,
καταβάλει προσπάθειες, σπαταλά τα πλούσια ταλέντα του,
συνειδητοποιεί γενικώς, διάγει εγκαταλελειμμένος από εκείνους
που βοήθησε, πληρώνει γαμισιάτικα για άλλους, παρασύρεται
από το μέγα πάθος,
αλλά με ισχυρή εσωτερική φλόγα διαπλέει όρθιος και γενναίος
τον Αχέρωντα... Αν χρειαστεί.
Τυχοδιώκτης, γυναικοκατακτητής, μεθοδικός. Απαλλαγμένος
από την i priori ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος.
Ζορρό ή Ρομπέν, επιστρέφει συνεχώς για να εξαλείψει
την δυστυχία…όταν έχει χρόνο. Με γνώση του μέτρου και
των ορίων, για τα οποία όμως αδιαφορεί. Εξαντλεί και την
τελευταία ρανίδα επιθυμίας για έρωτα και ζωή,
και φυσικά οδηγεί σαν τον σουμάχερ.
Κάθε του λάθος (εσκεμμένο φυσικά) αποτελεί μια αλληγορία
διδακτική για την ανθρωπότητα.
Αυτός είναι ο ήρωας του παραμυθιού του.
Του Παραμυθιού από πρώτο χέρι.
Αυτός είναι. Ο απλός, λαϊκός, μπεσαλής, σύγχρονος,
του καθενός κρυφός εταίρος.
Διάγει εν μέσω ενός υγιούς φιλελεύθερου ανταγωνισμού,
με εκατομμύρια άλλους κρυφούς, απλούς και μπεσαλήδες σπάιντερμαν.
Αυτός είναι… το παγκοσμιοποιημένο υποζύγιο.
Και αυτό είναι ένα παραμύθι από πρώτο χέρι.
Το παραμύθι με το καλοκάγαθο γαϊδουράκι, του οποίου
οι χαμένες ψευδαισθήσεις, γίνονται οριστικά χαμένες,
μόλις λίγο πριν «τινάξει τα πέταλα».

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2008

Το βέλος του χρόνου

Αυτάρεσκος, πολυρρήμων και αερολόγος τω τρόπω,
βρίθων ιδιωτικά βίτσια, χαίρων όμως πλούτου δημοσίων αρετών,
εξετρέπετο συχνά σε αυθόρμητο λαϊκό σουρεαλισμό.
Εξέπεμπε τότε χαχανητά και δάκρυα στο περιβάλλον ένα γύρω…
προσφέροντας αφειδώς ανεκτίμητο υλικό σχολίων, για τους
θαμώνες των καφενείων. Ασταθή, ύπουλα και επικίνδυνα
τα παράγωγα της δράσης του, σαν ισότοπα του πλουτωνίου.
Ο Ιεροκλής όταν μιλούσε, δεν μιλούσε. Συνέθετε με χρωματιστά
νήματα, και έντυνε τα κενά που άφηναν οι διηγήσεις των άλλων.
Μια μικρούλα, τόση δα φράση-μπάλωμα, του αρκούσε
για να ξεθάψει το φέρετρο του κόσμου.
Έλειωνε τόνους γλωσσικό μετάλλευμα, από τα ορυχεία
των μακροσκελών τοποθετήσεων των συνδαιτυμόνων,
και έστηνε αργά και μεθοδικά το μαυσωλείο της ήττας τους.
Όταν η ομήγυρις ήταν πλέον έτοιμη, ξεκούμπωνε τη βαλβίδα
εκτόνωσης με τις λαβίδες της απαξίας που διέθετε …
και όποιον πάρει ο χάρος.
Πρόβαινε σε ερμηνευτική κλασματική απόσταξη, όσων είχαν
ως τότε ακουστεί στο τραπέζι. Μπάχαλο το καφενείο.
Σύγκλητος και λαός, απολάμβαναν μια πολύτροπη και
διατρητική πρόκληση, σαν εφηβική ομαδική μαλακία
συγχρονισμένης εκσπερμάτωσης, η οποία καθώς προσέπιπτε
στο ασταθές υλικό των ζαλισμένων από το τσίπουρο
τετραμελών παρεών, προκαλούσε σχάση των πυρήνων τους.
Μ΄αυτά και μ΄ αυτά , σε κανέναν δεν ξένιζε η αστρονομική
εμπορική αξία της συντροφιάς του Ιεροκλή στην πιάτσα …
ούτε ενοχλούσε το βαρύ κόστος της παρέας του…
ούτε η ανυπόφορη γοητεία του…ούτε καν η συχνά γεμάτη
απελπισία, χαρά του. Να΄ταν τυχαίο άραγε που λίγο κάτω
από τον καρπό, στο δεξί χέρι είχε ερασιτεχνικό νεανικό τατουάζ,
το αλχημιστικό σύμβολο της ποτάσας; Καυστικός σαν ποτάσα
κι αυτός, διέλυε τους λιπαρούς λεκέδες μαζί με το ύφασμα.
Συνεκδοχικά υπέθετα και ενίσχυα την βεβαιότητά μου, καθότι
διαστροφικά αναλυτικός, πως όσο πιο πυρίμαχα «ταξίδευε»
ο Ιεροκλής μες στη φωτιά, τόσο το σημείο τήξης,
του κουρκουτιασμένου για πολλούς, μυαλού του,
μετατίθονταν βαθύτερα στο μάκρος του ορίζοντά του.

Χρόνος
Προχωρημένο πρωινό του περασμένου Σαββάτου,
δέκα και μισή με έντεκα.
Τόπος
Περνάει από την πλατεία Δημοκρατίας, φρέσκος και
(σπάνιο για αυτόν) καθαρός από αλκοόλ..
Tρόπος
Νευρώδης, λεπτός και γεμάτος ενέργεια τριποδίζει
(με δύο πόδια όμως) σαν νεαρό άλογο πάνω στις πλάκες του
δρόμου. Ο λαμπρός ήλιος, όπως έχει σηκωθεί πάνω απ΄ τα σπίτια,
σχηματίζει ένα φωτοστέφανο γύρω απ΄ το μαλλιαρό γκρίζο κεφάλι του.

«Τι χαμπάρια Ιεροκλή..;»

«Βρίσκομαι σε φάση λεπτοδουλειάς, και διαμόρφωσης ύφους…
Εσείς πού πάτε σαββατιάτικος και γυμνός πτωχέ μου, Κωστή; «

«Εγώ βρίσκομαι σε φάση αδείας, και πάω λαϊκή για κάνα
ζαρζαβατικό…αλλά για ξηγήσου ρε Κλή, για ποιό ακριβώς
ύφος μιλάς;»
αποκρίθηκα κοιτώντας συγχρόνως να τσεκάρω
αν έβαλα ρούχα πριν βγω.

«Για το ύφος "ιχθυόμορφο βδελυρό άφθαρτο και σαλιάρικο
εξωγήινο τέρας"».

«Ενδιαφέρον…για συνέχισε»

«Περιπλανιέμαι στο σύμπαν , άσχημο, ζέον και γλοιώδες,
(πλην όμως με καλή ευαίσθητη και μελαγχολική ψυχή)
και ψάχνω για το ουσιαστικό και το θεμελιώδες…».

«Κι αν επιτρέπεται, αγαπητό αποτρόπαιο alien, ποιο
πικρόχολο συμπαντικό χιούμορ σε έριξε εδώ στη γή;
Ποια βάσκανος μοίρα σε μούτζωξε, και φόρτωσε στις αθώες
εξωγήινες πλάτες σου, μια τόσο σκληρή τιμωρία,
ένα τόσο βαρύ έργο, όπως αυτό του να βρεις νόημα στην ανοησία;»

« Με τράβηξε η βαρύτητα της γης. Αφενός.
Αφετέρου, η ανοίκειος φύσις των ανθρώπων»

Έκανα να προσπεράσω, μια κρυφή, αμυδρή-τόση δα- συγκίνηση όμως,
σαν να με κράτησε από το μανίκι.
«Δηλαδή;» ρώτησα.

«Να …εσύ, φερ΄ ειπείν, ως συνεπής απολογητής του είδους σας,
ξεκινάς έναν μεγάλο, δίχως ελπίδα, νυν υπέρ πάντων αγώνα
με τον χρόνο, κάθε πρωί. Ενώ το θεμελιώδες, αλλά και το εφικτό,
θα ΄ταν να μάχεσαι βήμα-βήμα για την κατάκτηση
της κάθε χαμένης ηλιόλουστης μέρας σου.»

«Για Ιχθυόμορφο βδελυρό εκτόπλασμα, δεν τα λες κι άσχημα.
Προτείνεις δηλαδή, να κατέβω από την ατμομηχανή
που σέρνει τον χρόνο;»

«Όχι ακριβώς…σου προτείνω να ξαναγράψεις το σενάριο.
Εκεί, λίγο πριν την κορύφωση του δράματος, να γίνεις επινοητής
ενός «από ατμομηχανής θεού», ας πούμε. Διότι σε βλέπω,
κατά την διαδικασία του μοντάζ, να σου κόβουν τις σκηνές.
Και τις έπαιξες με τόσο κόπο…»

«Κλη, πες σε παρακαλώ στον Υπέρτατο Μοντέρ, πως ο λόγος που
με κρατάει στο "έργο" είναι το κωλοβάρεμα. Και σκοπεύω έτσι
κωλοβαρώντας να συνεχίσω.»

«Ο.Κ. δεν θα παραλείψω…»

«Άντε γεια»

«Πού πας; Ναρθω και γω;»

« Έλα βιάσου. Πάμε λαϊκή να δούμε αν το βέλος του χρόνου
και η εντροπία του σύμπαντος , έριξαν τις τιμές στα μαρούλια
και στα μπρόκολα...
Μετά θα σε κεράσω ένα τσίπουρο».

«Φύγαμε».

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

keep up the good work

Σε πείσμα, όσων η επίσημη βλογοκατήχηση ισχυρίζεται
και προβάλει, η συμπεριφορά των ατομικών, υποατομικών,
συλλογικών, και διασυλλογικών βλογς ξεδιπλώνεται και
αναπτύσσεται ΚΑΙ σε ένα μυστηριακό επίπεδο πραγματικότητας,
του οποίου δεν είμαστε ενήμεροι. Ούτε εμείς, ούτε τα ίδια.
Υπάρχει δηλαδή μια διάσταση, πέραν εκείνων των γνωστών
που ενημερώνουν, λογοτεχνίζουν, διυλίζουν, αποφορτίζουν,
σολοικίζουν, βαρβαρίζουν, μετρούν στατιστικά, λογαριάζουν
επισκεψιμότητες, βρίζουν, κουτσουρεύουν, αποκαλύπτουν,
μαλακίζονται, φιλοσοφούν,ομφαλοσκοπούν, ξεψειρίζονται. κτλ κτλ.
Πρόκειται για κείνη την διάσταση εντός της οποίας
το κάθε επιμέρους ιστολόγιο εμπεριέχει το σύνολο της εικόνας
της μπλογκοσφαίρας. Παραπέμπει δηλαδή, στη δομή ενός
μορφοκλάσματος (fractal στην κοινή διεθνή ονομασία), του οποίου
το βασικό χαρακτηριστικό είναι η αυτό-ομοιότητα των δομών του,
σε οποιοδήποτε τυχαίο τμήμα του. Τούτο δε,
επιβεβαιώνεται ως ένα βαθμό, κάθε Παρασκευή, νωρίς
το απόγευμα. Όταν μια αλλόκοτη «τρέλα» παρεισφρέει,
και επί εικοσιτετραώρου διακατέχει το σύνολο του τρόπου
βλογο-ύπαρξης. Τότε, όταν σύσσωμα τα ιστολόγια
γιορτάζουν το τέλος της κουτσουρεμένης εβδομάδας.

(φωτό: Όμορφη απωανατολίτισσα ιστολόγος, απολαμβάνει
τον βραδινό ύπνο της Παρασκευής, αγκαλιά με το ιστολόγιο της.
Στην ένθετη φωτογραφία κάτω δεξιά, χαρακτηριστικά δείγματα
ιστολογίων, σε κατάσταση fridayevening).

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2008

πρωινό

Για εκατομμυριοστή φορά περπατώ πάνω στο ξύλινο πάτωμα,
με τους διάσπαρτους μελανούς ρόζους. Οι καρέκλες της κουζίνας,
μόλις ξημερώσει, θα ΄χουν τις ίδιες χρωματιστές ζωγραφισμένες
ράχες, με πιγκουΐνους ακροβάτες και χαζοχαρούμενες
πολικές αρκούδες. Μόλις ξημερώσει όμως.
Ή, μόλις ανάψω το φως της κουζίνας.
Για την ώρα οι καρέκλες στέκουν με τις ράχες σκοτεινές,
σαν μεσαιωνικές ασπίδες, κόντρα στο ιλαρό της τζαμαρίας φως.
Ευτυχώς, να λες, που υπάρχει και αυτή η τζαμαρία και κρατάει
τον ουρανό στη θέση του. Πρέπει να βιαστώ όμως η ώρα περνάει.
Θα βάλω κάτι πρόχειρο για πρωινό.
Τι όμως; Μήπως, πάλι, λίγες απ΄αυτές τις θεσπέσιες,
αλλά αδύνατες και καχεκτικές λέξεις, που σερβίρω πού και πού
ηλεκτρονικά, για τα μάτια του κόσμου;
Ή μήπως, μερικές από κείνες τις άλλες, που διατηρώ πάντα φρέσκες
με καθημερινή φροντίδα, δια παν ενδεχόμενο...;
Τις οποίες με σπουδή τις πλένω, τις βουρτσίζω, τις σιδερώνω,
τις γυαλίζω, κι αυτές με τη σειρά τους , μου κάνουν χαρούλες,
μου κλείνουν μαργιόλικα το μάτι, και μου θυμίζουν ξανά και ξανά,
την κορυφαία και αξεπέραστα βαρύγδουπη κοινοτυπία:
«Είμαι ότι σκέφτομαι!»

Σιγά μην είμαι…
Σιγά μη σκέφτομαι…
Άσε καλύτερα. Τίποτα απ΄τα δυό. Θα πιω μόνο ένα σκέτο ζεστό
τσάι βουνίσιο, κι ύστερα θα κάνω ένα επιτόπιο ταξίδι για ένα
μισάωρο. Σαν άλμα εις ύψος δίχως φορά, με γωνία 90 μοιρών,
προς τα πάνω. Όσο, δηλαδή, να ΄ρθει η ώρα να φύγω
για τη δουλειά. Ένα ταξίδι που δεν θα με κουνήσει ρούπι
απ΄το στίγμα μου. 40 40΄ 30΄΄ βόρεια, 22 70΄ 30΄΄ ανατολικά.
Θα σκαρφαλώσω στον τρεμάμενο και ελαφρύ χρόνο μου,
με το γυλιό μου γεμάτο με ακριβές ιδέες (πάντα),
συγκεχυμένες πληροφορίες (συχνά), και θολές δυνατότητες (ενίοτε).
Θα στήσω μηχανορραφίες, θα προβώ σε δολοπλοκίες, με έναν
και μόνο τελικό στόχο. Να διασταυρώσω τη ζωή μου με τους άλλους.
Μπας και ο χρόνος λάβει εκείνη την ειδική ποιότητα, που τον κάνει
να μοιάζει με γιορτή.

Αλλά να… σαν να σκάει ο ήλιος απ΄τη μεριά της θάλασσας.
Σε λίγο θα φτάσει στα κεραμίδια του γείτονα.

Ακολουθεί ρουά- ματ σε δύο κινήσεις:
α) Φιλική ασθενική κλωτσιά στα οπίσθια του διαβολάκου

που με κατατρέχει.
β) Άνοιγμα της εξώπορτας με ταυτόχρονη είσοδο στο χαγιάτι

της Άνοιξης που μόλις ήρθε.

Αυτό ήταν. Πάω να μαρινάρω τα σκώτια μου
και όλο το «μέσα» μου, στο «έξω» της μέρας που αρχίζει.
Ζητώ να μου σχωρεθεί η άγνοια που με κρατάει κωλυόμενο
στην εποχή του παρόντος μου.
(Αν χρειαστεί θα μου βάλω λίγο λίπος, για να μην κολλήσω
στον πάτο της κατσαρόλας).

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2008

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2008

"Κανένα μέρος του σύμπαντος δεν είναι πιο σημαντικό απ΄τα υπόλοιπα" Τζορντάνο Μπρούνο

Τέτοια έλεγε ο Τζορντάνο Μπρούνο και δεν γλύτωσε από των
Αγίων Πατέρων την σωφρονιστική καθαρτήρια κουλτούρα
και την εξαγνιστική πυρά της Ιεράς Εξέτασης. Άλλωστε η
«κάθαρσις», τα «καθαρτήρια»,και τα «καθαρτικά»
δεν έλειψαν ποτέ από το λεξιλόγιο των σφιχτόκολων οπαδών
της υπέρτατης αλήθειας, και των μουτζαχεντίν-φρουρών
του ορθού δρόμου. Τι άλλο χαρακτήριζε πάντα τον πολιτισμό
του κυρίαρχου λόγου, πέρα από την αναζήτηση χώρου
για να θαφτούν, ή να αποτεφρωθούν τα περιττώματα.
Διότι την αυθάδεια και την ανυπακοή, έναντι κάθε ιερής
πρωτοκαθεδρίας , πολλοί εζήλεψαν, τον αυθάδη και τον
ανυπάκουο ουδείς. Πάντα ως περίττωμα τον αντιμετώπιζαν.
Εντάξει. Ας δεχτούμε ότι, ο κάθε υμνητής και προπαγανδιστής
του «υπέρτατου όντος» δρα όπως δρα, και λέει ότι λέει,
για να εξυπηρετήσει την «υπέρτατη αλήθεια» του. Δικιά του είναι
η αλήθεια άλλωστε, ότι γουστάρει κάνει μαζί της. Αν είναι έτσι όμως ,
το αρχαίο απόφθεγμα που λέει ότι, «στο όνομα της αλήθειας
ειπώθηκαν τα πιο μεγάλα ψέματα», δεν στέκει και τόσο καλά
στα πόδια του. Διότι εδώ μιλάμε για μεγάλα ψέματα , τα οποία
καλούνται να «υπηρετήσουν» ένα άλλο, πιο μεγάλο και πιο τερατώδες.
Το κορυφαίο των ψεμάτων.
Εκτός πια κι αν ο Σάντα Κλάους κάθε χρόνο, αφού διασχίσει
τις ερήμους της Αριζόνας, τα αστικά φαράγγια της Νέας Υόρκης,
τις στέπες της Σκανδιναβίας, τις χίλιες και μια λίμνες του Καναδά,
τους αμπελώνες του Μπορντό, τις Άλπεις της κεντρικής Ευρώπης
και τις δαντελωτές ακρογιαλιές της ευρωπαϊκής μεσογείου,
παίρνει εντολή από τον Κύριο του, και αφήνει «απότιστη»
την υποσαχάρια Αφρική και πνιγμένο στη λάσπη το ρημάδι
το Μπαγκλαντές, έτσι από διαστροφική κακία και εκδικητικότητα.
Ή ακόμα χειρότερα, απλά για την πλάκα του, απλά για να
διασκεδάσει την θεϊκή ανία του.
Όχι πως το ψέμα είναι εύκολη υπόθεση, κάθε άλλο.
Κανείς δεν μπορεί να παίζει μαζί του. Αντιθέτως, η ενασχόληση
μαζί του απαιτεί σοβαρότητα και έναν τεράστιο όγκο δουλειάς.
Το ψέμα ήταν και θα είναι ένας παιάνας στον πολιτισμό που
έρχεται, και ένας πανηγυρικός επικήδειος ψαλμός σε αυτόν
που φεύγει. Τα σαχλοτράγουδα της πεζής υλιστικής αλήθειας,
ταιριάζουν μόνο στο ταπεινό, ελαφρύ,χυδαίο και φευγαλέο παρόν.

Ο ποιητικός όρος «άνθρωπος» (άνω-θρώσκω) με την φαντασιακή
υπεροχή που μεταφέρει και προσδίδει στο εν λόγω δίποδο
ανώτερο θηλαστικό … πάντα πρόδιδε ένα κρυμμένο σκοτεινό
απωθημένο του ανθρώπου, ως προς την Θεία, ή μη, καταγωγή του.
Αλλά και η φιλόξενη (κατ΄ αρχήν) όψη των κοινωνικών συγκροτήσεων,
που με μαεστρία σκάρωσε τούτο το υπέρτατο θηλαστικό,
ποτέ δεν μπόρεσε να αποκρύψει ικανοποιητικά, πως όσο επιμένει
να επικαλείται και να κηρύττει την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον,
τόσο μαυρίζει και χαντακώνει το παρόν.
Από τη μια, η νευρωτική φοβία μιας μελλοντικής τιμωρίας,
που κρέμεται από μια λεπτή κλωστή πάνω από τα ανώνυμα κεφάλια μας,
της οποίας κλωστής η άλλη άκρη βρίσκεται στο δεξί χέρι
του υπέρτατου κριτή….
Και από την άλλη, η ψυχαναγκαστική ιδεοληψία μιας
«ανθρώπινης υπεροχής» που πρέπει οπωσδήποτε να ικανοποιηθεί…
δεν λέω… μπορεί να βοήθησαν την κοινωνία των ανθρώπων
να διαρθρωθεί και σταδιακά να «προχωρήσει» .
Δεν την βοήθησαν όμως να πάψει να φοβάται, και κυρίως
δεν την βοήθησαν να φανταστεί τον εαυτό της αλλιώς.
Πώς αλλιώς; Μα, με λιγότερη μεταλλική κλαγγή, λιγότερες
βιβλικές επιταγές, λιγότερη υπερβατική νοσταλγία για χαμένες δόξες,
λιγότερο αποκλεισμό, λιγότερη βία και περισσότερες διάσπαρτες
δροσερές συστάδες ανοχής και φιλοξενίας.
Αναρωτιέμαι, πώς να βρει εύφορο έδαφος να ευδοκιμήσει
η ισορροπία και η κοινωνία ενός όντος,
όταν το ίδιο πιστεύει ότι ο κόσμος φτιάχτηκε με μοναδικό σκοπό
να αποτελέσει το θεατρικό σκηνικό της δράσης του;
Που πιστεύει ότι το σύμπαν υπήρξε μόνο και μόνο για να
εγκαθιδρύσει και να πλαισιώσει την πρωτοκαθεδρία του,
έναντι παντός επιστητού.
«Καθ΄ ομοίωσιν», σου λέει, φτιάχτηκα …
…και «φκιάχνεται»!
Κι άντε μετά να αποφύγει κανείς τις μεταπτώσεις,
από την μανία της κυριαρχίας στην θλίψη της ματαιότητας,
από την κόλαση στον παράδεισο, από τον ουρανό στη γη,
από τη γη στη σελήνη, απ΄τη Σκύλλα στη Χάρυβδη .
Αφού η Βίβλος, γαμώ το κέρατο μου, με έχρισε κτήτορα του παντός,
ελέω Θεού, εγώ γιατί γαμώτι μου δεν μπορώ να βάλω σε τάξη
τα φυλετικά μου, τα εθνικά μου, τα οικογενειακά μου,
τα οικονομικά μου, τα γκομενικά μου, τα όνειρά μου…;
Εκτός πια αν όνειρο εννοείς, αγαπητέ αναγνώστη,
τον γράν-γκινιόλ εφιάλτη, μιας ατέλειωτης ζωής,
εν μέσω μιας ατέρμονης υποταγής στο όνομα του Μεγάλου Κριτή…
Ή το Μεγάλο Τίποτα της υπεροχής και της κυριαρχίας,
έναντι του άλλου…;

Ο.Κ. ότι και να πείτε θα ΄χετε δίκιο. Είναι εμφανές.
Τελευταία, δεν διέρχομαι (ως βλογ και ως άνθρωπος) από μια
κατάσταση η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί,
διαδικασία προηγμένης συναίνεσης .
Σίγουρα όμως, διανύω μια περίοδο οικοδόμησης μέτρων
εμπιστοσύνης με τον εαυτό μου.
Χρόνια και χρόνια πέρασαν εν μέσω ρητορειών καφενείου,
εξάψαλμους και εναλλαγές φυλλοβόλων πεποιθήσεων.
Αυτό που δεν άλλαξε ευτυχώς είναι η επιμονή μας.
Καθημερινά, κολλάμε βαριά και ανθυγιεινά ένσημα
στα λατομεία εξιλέωσης με τον νοητό και απλησίαστο εαυτό μας.
Το παρόν κείμενο είναι ενδεικτικό, και η ευθύνη ανάρτησής του
βαρύνει αποκλειστικά το μπλογκ.
Η ευθύνη της ανάγνωσής του, ή μη, βαρύνει αποκλειστικά
τον αναγνώστη. Οι τελικές μέσες τιμές θυμάτων,
που θα λάβει ο εσωτερικός μας πόλεμος,
εξαρτώνται από το κατά πόσο πάμε γυρεύοντας.
Μην πάμε γυρεύοντας λοιπόν…αν δεν θέ΄με.
Αν θέ΄με όμως …εκλιπαρώ να μην λογαριάζουμε τις επιπτώσεις.
Σας το λέω, δυστυχώς ( και είναι κρίμα) δεν αντιστεκόμαστε
όταν διαβάζουμε, ή όταν γράφουμε ένα ποίημα.
Είναι κρίμα το ξέρω... αλλά, απλώς αποπειρούμαστε απεγνωσμένα.
Επαγγελματίες της απόπειρας. Και ερασιτέχνες της απόγνωσης.
Το ανεπίδοτο μήνυμα θα μένει πάντα κρυμμένο στο συρτάρι.
Το δεδηλωμένο και δημοσιευμένο θα είναι πάντοτε άλλο.
Συνεργαστήκαμε χρόνια και χρόνια υποδειγματικά
στη συγγραφή του συγκινητικού και συναρπαστικού σεναρίου
με λογής-λογής ξόρκια.
Άντε να δούμε πότε θα μας ζητηθεί να το σκηνοθετήσουμε,
με πτωχούς, πλην όμως τίμιους, αλγόριθμους.

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2008

αντισταθείτε μ΄ ένα ποιήμα

Eυχαριστώντας την αξιαγάπητη κ. Κορνάρου Λουΐζα για την ευγενή πρόσκληση, συμμετέχω στο αντιστασιακό κίνημα με ένα αγαπημένο ποιήμα που έρχεται να κατακλύσει σώμα και ψυχή. Ένα ποίημα του μεγάλου μας τερατωδού Ευσταθίου Δαμίρα.








Homo Homini Lupus

στον Wolfgang Isegrimm


Κάποτε ζούσαν δυό λυκάνθρωποι στην πόλη.
Ο είς γινόταν τα μεσάνυχτα ληστής:
τον εσκιαζόντουσαν και τον φοβούνταν όλοι
γιατί ήταν άτιμος, κακός και σαδιστής.

Κι ο άλλος έδειχνε του λόγου του 'μοβόρος
- ήτο λυκάνθρωψ γαρ, δεν έφταιγε γι αυτό-
μα ήταν μαζί και της αγάπης σταυροφόρος,
μες στην καρδιά του είχε πάντα το σωστό.

Γνησίου τζέντλεμαν αρίστους είχε τρόπους,
κρυφά συνέδραμε τις χήρες με ορφανά,
φερόταν τίμια σε όλους τους ανθρώπους
και συμμετείχε δίχως δόλο στα κοινά

Μιά φορά δε, στην τοπική εφημερίδα
σε πρωτοσέλιδο τον βγάλαν ρεπορτάζ,
όπου, μια νύχτα με βροχή και καταιγίδα,
άλλαζε λάστιχο στ' αμάξι μιας γιαγιάς.

Μόνο σαν φώτιζε τ' ολόγιομο φεγγάρι
πόθος για αίμα μέσα του άναβε φρικτός
κι έψαχνε κάποιον δυστυχή, παραπονιάρη,
που ο θάνατός του γι' αυτόν θά' ταν λυτρωμός.

Κι αφού τη μαύρη του την πείνα ξεγελούσε
κι απ' τη σελήνη ο νούς του γύριζε στη γή
σ' ένα σωρό όλα τα οστά τοποθετούσε
κι έλεγε πάνω τους σεμνά μια προσευχή.

Είναι ασυγχώρητη αυτή του η αμαρτία ;
Για ένα ελάττωμα μικρό τής φύσης ποιός
μία ψυχή θα καταδίκαζε αγία
και μιά καρδιά αγνή που σκόρπιζε το φώς ;

Θαρρώ κανείς! Κι είθε σ' αυτούς εδώ τους τόπους
όπου φωλιάζουν η κακία κι η αδικιά
χιλιάδες νά χαμε σαν δαύτον λυκανθρώπους,
τον ίσιο δρόμο μήπως βρίσκαμε ξανά.

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2008

δεύτε φίλοι μου εις το πυρ




Τον ζωγράφο τον διακρίνει μια νηφαλιότητα και μια ακατανόητη κατανόηση,
αναφορικά με την παρανόηση τα ζωγραφικής του, από τους αφόρητους πιστούς.
Τούτο εξηγεί εν μέρει, γιατί οι ζωγραφιές του, είναι στην ουσία
μια παρωδία.
Υποβάλει τον εαυτό του, σε μια χρόνια τεχνητή κρίση , για να μπορεί να «τιμωρεί». Να τιμωρεί με σκεύη όπως: βλητικές αιχμές, λεπίδες, τριβεία, τριπτήρες, κόπανους, μυλόπετρες κ.α.
Πολυάριθμα τεχνικά «ευρήματα» του πολιτισμού, γίνονται όργανα βασανισμού,
με υποκείμενα τους ίδιους τους χρήστες τους. Ο γιδάρης που κλέβει γίδια σουβλίζεται ως γίδι. Ο μπακάλης που κλέβει στο ζύγι υποβάλλεται στο μαρτύριο, «κρέμασμα ζυγού από τη μύτη», και ο πονηρός μυλωνάς λυγίζει από το βάρος της μυλόπετρας που κρέμεται από τον λαιμό του.
Ο έντονος ηθικός του τόνος, δεν τον εμποδίζει να σπάει πλάκα. «Χαμένος» και ο ίδιος, αναζητάει ηθικές σταθερές και "πολιτικές" αρχές, ζωγραφίζοντας τον νάρθηκα
του Αγ. Γεωργίου μυρόφυλλου, κοντά στη Μεσοχώρα Τρικάλων.
Τι να χέσει τούτος εδώ ο ανώνυμος λαϊκός ζωγράφος, μπρος στην «εγγράμματη» και σπουδαγμένη ζωγραφική της εποχής του..; αλλά και μπρός στην σύγχρονη αβαντγκάρντ τέχνη, η οποία όσο μετά μανίας επιδιώκει την πρωτοπορία, τόσο πιο παρωχημένη μοιάζει, η άμοιρη.

Δεν είναι τυχαίο που οι αδελφές (πιθανότατα), Τζένη και Ντίνα Ζάχου δήλωσαν απερίφραστα τον ενθουσιασμό τους, αφήνοντας τα αυτόγραφά τους πάνω στον δαίμωνα Βελζεβούλ, εν έτη 1987.


Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2008

Π.Β.Β.Σ.Χ.

Συγχαρητήρια,
μόλις παραλάβατε τον νέο ολοκαίνουργιο χρόνο σας.
Αφού σας ευχηθώ Καλή Χρονιά, επικαλούμαι την επιτυχή
ή μη, αποκομιδή των παλαιών ημερών των παρελθόντων
χρόνων σας, και εφιστώ την προσοχή σε ζητήματα
περιποίησης του νέου σας χρόνου.
Ως εκ τούτου θα παρακαλούσα να τηρείτε τις
προδιαγραφές χρήσης και συντήρησης του νέου έτους,
πάντα με γνώμονα την καλύτερη διαχείριση των ημερών του,
όπως αυτές προβλέπονται από τον κατασκευαστή
και προμηθευτή του χρόνου σας.
Η έγκαιρη διενέργεια αλλαγών και επεμβάσεων
στην ροή του ολοκαίνουργου 2008 σας, επιβάλλεται.
Και υπόκειται αποκλειστικά στην διακριτική ευχαίρια σας .
Ως χρήστης του χρόνου σας ευθύνεστε αποκλειστικά
για την πλημμελή διενέργεια των προβλεπομένων εργασιών
αξιοποίησής του, απαραίτητων για την απρόσκοπτη ροή
των ημερών του.
Στην αναστολή της ροής του, υφίστανται νόμιμοι περιορισμοί ,
οι οποίοι όμως τελούν υπό διαπραγμάτευση, κατά περίπτωση.
Αποφύγετε την άμεση επαφή με τα εύφλεκτα υλικά
των τοιχωμάτων που οριοθετούν την κοίτη του.
Εκτός πια κι αν μια τέτοια ενέργεια κριθεί
απαραίτητη για την αποκατάσταση της αξιοπρεπούς και
ελεύθερης ροής του.
Τέλος, σηκώνω ένα ποτήρι γεμάτο
με το λειτουργικό υγρό του χρόνου,το κρασί,
και εύχομαι σ΄ όλους να εγείρουν αδιαλείπτως απαιτήσεις
εγγυήσεως καλής λειτουργίας του έτους τους,
σε κάθε στραβή τιμονιά του.

ΥΓ. Συμβουλεύουμε, η πιστοποίηση και καταγραφή
της απρόσκοπτης ροής του 2008, καθώς και η έγερση
απαιτήσεων ομαλής και ανθρώπινης λειτουργίας του,
να ξεκινά από το Π. Β. Β. Σ. Χ*. αλλά να μην μένει
μόνο σ΄αυτό.

*Προσωπικό Βλογ Βεβαίωσης Συντηρήσεως Χρόνου.