
Ξεκινάει λοιπόν και μπαίνει στο πυκνό δάσος με τις οξιές και
τις σκόρπιες συστάδες
βηματισμό πάνω σ΄ ένα μονοπάτι συνειρμικής αλληλουχίας
φιλοπερίεργων βημάτων.
Και κατευθύνεται προς το ξέφωτο όπου ενδέχεται να βρίσκεται το πρώτο αίτιο μιας γάργαρης και δροσερής αιτιακής σχέσης που, όντας διψασμένος, θέλει διακαώς να φωτίσει.
Ανθίσταται σιωπηρά και γενναία στην κούραση της πορείας.
Ακόμα όμως και όταν νοιώθει τις δυνάμεις του να λιγοστεύουν…
Ακόμα κι όταν αντιλαμβάνεται την «λογική του επάρκεια»
να εξασθενεί… Αράζει στη ρίζα ενός ψηλού ρόμπολου
(προσεχτικά διαλεγμένου έτσι ώστε να έχει αγνάντι)
και φτιάνει ιστορίες δίχως τελείες, παύλες και κόμματα,
γεμάτες με ήρωες που δεν αναπαύονται ποτέ.
Άμα αποσώσει με τις ιστορίες και «αναλάβει», ξαναξεκινά
το βάδην της παρατήρησης
και πριν αρχινίσει επικίνδυνα να παραφουσκώνει το στήθος του
με παγερούς θεούς και ανώφελα ξόρκια, και να παραγεμίζει
την κοιλιά του με απονευρωμένες νεράιδες και ανύπαρκτα ξωτικά,
στήνει μια πρόχειρη καλύβα δίχως ταβάνι.
Και ανάσκελα χαζεύει τα άστρα και την γαλακτώδη γέφυρα
του χρόνου ανάμεσα από τα πλεχτά κλωνάρια.
Έως ότου αποκοιμηθεί.
Εντοπίζει τον Μπεντελγκέζ. Έναν τεράστιο κόκκινο γίγαντα
που απέχει από την αυτοσχέδια καλύβα του 510 έτη φωτός.
Τον βλέπει τώρα όπως ακριβώς ήταν, όταν ο Βάσκο ντε Γκάμα
έφτανε για πρώτη φορά στην Ινδία. Και υπομειδιά.
Παραδίπλα, πάλι στον Ωρίωνα, εντοπίζει το άστρο Ρίγκελ.
Λίγο πιο μακρινό αυτό.
900 χρόνια ταξίδεψε το φως του, για να το θαυμάζει τούτη
τη νύχτα. Το βλέπει
τότε όταν οι σταυροφόροι έσφαζαν απίστους,
για του Χριστού την πίστη την αγία.
Κοντά, λίγο πιο κει, στον αστερισμό του Ταύρου, αναζητά
τον «κοντινό» και όμορφο
Απόψε τον αντικρίζει όπως ήταν όταν ο Χίτλερ εισέβαλε
στην Πολωνία. Σκέφτεται πως αν συνεχίσει την περιήγηση
σε τούτο το δάσος, το βράδυ των 68ων γενεθλίων του,
θα μπορέσει να δει τον Αλντεμπαράν όπως ήταν
τη μέρα που γεννήθηκε…
Όπως φώτιζε, όταν η μάνα του τον πρωτακούμπησε στο στήθος της.
Όλοι στα 68α γενέθλια τους, πάντα, θα βλέπουν
τον Αλντεμπαράν όπως ήταν την ώρα
«Να ένας καλός λόγος» σκέφτηκε «Για να συνεχίσω ως
τα εξήντα οχτώ…»
Με αυτή τη σκέψη κοιμήθηκε γλυκά, μ΄ ένα χαμόγελο.
Με ένα νέο πολύτιμο εύρημα.
Η λογική του «διψασμένου» κάνει γκελ,
μα δεν σκαλώνει στα πουρνάρια.
Ο ορίζοντάς του, μετακινείται συνεχώς μαζί του,
και δεν παγιδεύεται.
Οι μετακινούμενοι, εν γένει, το χουν αυτό,
δεν σκαλώνουν.
3 σχόλια:
Έχω σοβαρούς λόγους να περιμένω να 'ρθει το 2025!!!
Θα δω τον Αλντεμπαράν!
"...Κι αν θα διψάσω για νερό θα στίψουμε ένα σύννεφο. Κι αν θα πεινάσω για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι..."
Καλημέρα. Ζηλεύω τη δροσιά δίπλα στο τρεχούμενο νερό που μπαίνει ως μέσα σου και συγκλαδοκορμόριζα σε ξεδιψάει.
Αυτό κο κομμάτι με τον Αλντεμπαράν το έκλεψα. θα το χρησιμοποιήσω σε ποστ προσεχώς...
Εσείς αγαπητέ Μήτσε, με τέτοια
καρδιά και τόσο φρέσκο ψάρι,
το 2025 ίσα που θα μπαίνετε στην προεφηβία.
Cd,
ασμένως αναμένουμε το ποστ σας.
Δημοσίευση σχολίου