Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2007

Anonymizer








Όσο πιο κακόμοιρος και ευάλωτος ήταν ο «στόχος» του,
τόσο πιο ανελέητα και βάναυσα πέφταν τα χτυπήματα του.
Η παραλυσία του καλοκαιριού κυκλοφορούσε παντού
στους δρόμους.
Το Αυγουστιάτικο βράδυ κατέβαινε συνοδεία ενός χλιαρού
και γλίσχρου αέρα. Ήταν μια ακόμα απ΄ αυτές
τις αινιγματικές Κυριακές, με τα μαγαζιά κλειστά
και την κίνηση αραιή.
Το αδιάκοπο ασθενές ψιθύρισμα της πόλης όμως, ήταν εκεί…
και του τραγουδούσε σιγανά στο αφτί.
Με περιοδικότητα δεκαλέπτου διόρθωνε την στάσή του
στην πλαστική καρέκλα, ξεκολλώντας από τα ιδρωμένα
μπούτια του το παντελόνι.
Αναρωτιέται τώρα:
αν δεν ήταν αυτός που ήταν και ήταν ένας άλλος …
Ένας ακόμα απ΄ αυτούς που γνώριζε κατά καιρούς…
που επορεύοντο κομπλεξικώς παραδομένοι
στην καθημερινή προσπάθεια…
που υπέτασσαν υπάκουα την έμπνευση στο «ύφος»…
σπουδαγμένοι εις την αλλοδαπήν… άσχετοι και βαρετοί…
ισόβια παρθένοι… τί θα άλλαζε..; Τίποτα.!
Τα ίδια σκατά και χειρότερα.
Τουλάχιστον τώρα, πηγαίνει μόνος και αυτάρκης…
άνευ κινδύνου αλλοιώσεων…
πρύτανης των κακών προθέσεων…
τιμωρός των ανυποψίαστων…

Γύρω από τα βαλτόνερα του φραπόγαλου του,
μια μοβ μύγα πετούσε με φανερή διάθεση
να προσγειωθεί στο φούξια καλαμάκι.
Από ΄κει, η κουφάλα, είχε σκοπό να καταρριχηθεί
ως τους ξεραμένους αφρούς που είχαν μείνει
ψηλά στα χείλη του ποτηριού.
Δεν θα της περάσει όμως…Της την είχε στημένη.

Το γεγονός ότι εύκολα κάποιος μπορεί να κάψει
το μυαλό του και να χαθεί στη χοάνη του ακατάσχετου
δικτυακού βανδαλισμού,
κάποιες στιγμές είχε περάσει από το νου του.
Τελευταία όμως δεν τον απασχολούσε καθόλου.
Αν και το γνώρισε μεγάλος, ήταν πεπεισμένος
για την τεράστια αξία του κολασμένου διαδικτύου.
Τον συνάρπαζε η παγκοσμιοποιημένη διατρητικότητα του,
και αυτή η δυνατότητα να δρα ανώνυμα
δίχως χρονικούς, γεωγραφικούς και ηθικούς περιορισμούς.

Τον εαυτό του, με έναν περίεργο τρόπο,
τον ενέπλεκε στην «δημιουργία».
Τον κατέτασσε στους μεγάλους δημιουργούς
της δεξιοτεχνικής κακοήθειας.
Όταν έδινε την χαριστική βολή στα θύματα του,
ανακαλούσε στο μυαλό του τα τακτικά βήματα που είχε κάνει,
και θαύμαζε την στρατηγική του δεινότητα.

Οι πρώτες εκδιδόμενες κυρίες, είχαν ήδη σκάσει μύτη
στην πιάτσα. Δυό πέρασαν από μπροστά του.
Μια κοντόχοντρη, που ανασήκωσε τη φούστα της
προς επίδειξη της πραμάτειας της, και μια άλλη ψηλή
και γεροδεμένη, με πουδραρισμένη και ρημαγμένη φάτσα.

Ποτέ του δεν είχε πάει με πουτάνα.
Ωστόσο εκείνη τη στιγμή η σκέψη του πληρωμένου έρωτα
χτυπούσε συναγερμό στο τρελό του αίμα…
«Παλιοπουτάνες…» μουρμούρισε.
Έχει και αυτόν τον διάολο που τον τρώει…
Τρεις φορές άπαξ της εβδομάδος,
στην αιμοκάθαρση από τα 25 του. Και τώρα είναι 44.

Ξεσηκώθηκε Αυγουστιάτικα από το Βόλο, απ΄ την Νέα Ιωνία,
να ΄ρθει στη Σαλονίκη που βρήκε κενή θέση
σε μονάδα τεχνητού νεφρού.
Αύριο Δευτέρα θα τέλειωνε τη δουλειά και με καθαρό αίμα
θα γύριζε πίσω. Ωστόσο δεν τον είχε καταβάλει
η κουτσουρεμένη και εξαρτημένη από τα μηχανήματα ζωή.

Πιο πολύ τον είχαν κουράσει τα ψίχουλα της κουτσουρεμένης
αναπηρικής σύνταξης.

Από το πρωί, που ΄χε φτάσει με το ΚΤΕΛ Λαρίσης,
χώθηκε σε ένα ιντερνετκαφέ και δεν βγήκε
παρά νωρίς το απόγευμα.
Με συριγμούς και πνιχτά γελάκια απολάμβανε
την «μαυραγορίτικη» περιήγηση του σε σελίδες
και ιστολόγια που περιφέρονταν αμέριμνα
υποψήφια θύματα. Το τελευταίο χτύπημα γιόρταζε τώρα,
με ένα φραπέ σε ένα καφενείο πίσω από το δικαστικό μέγαρο.
Ο ανύποπτος βλάκας, που είχε όρεξη για εξομολόγηση
απογευματιάτικα, ισοπεδώθηκε με αριστοτεχνικό τρόπο.

Δέχτηκε ένα αναζωογονητικό χαστούκι
δροσερού βορειοδυτικού αέρα, που του ΄φερε στα ρουθούνια
όλες τις βαριές οσμές του λιμανιού. Αναθάρρησε…


«…ευγενής κι ατρόμητος έως το τέλος

θα πέσει όπως οι δυνατοί και οι μεγάλοι…»

Πριν πάει για ύπνο θα δειπνήσει ξεσκίζοντας κάποιον…
...αν είναι τυχερός.
Φώναξε να πληρώσει.
Μια απόχρωση απαξίωσης και κοροϊδίας
στην φωνή του καφετζή, βάρεσε ταμπούρλο στα μηνίγγια του,
κάνοντας τον να ακούσει ένα ηρωικό κονσέρτο εκδίκησης…

«…μπορεί όπως ο Φοίνικας από τις φλόγες να υψωθεί
όταν μια μέρα κάποτε θα φέξει…»
«…άτιμοι επιχείρησαν
εκείνου που τους πλήρωσε με καταφρόνια
το τόσο τίμιο να ρυπάνουν όνομα του
άμποτε καταισχύνη να ΄πεφτε αιώνια…»

Ύστερα από μια μάλλον μακριά παύση,
(σαν να απάγγελνε ένα επικό ποίημα από μέσα του),
σηκώθηκε, άφησε 2,5 ευρώ στο τραπέζι,
και έφυγε κατά τον έρημο δρόμο.

Κατόπιν, ξέσπασαν γύρω του επευφημίες και
χειροκροτήματα…
οι θεατές παραληρούσαν στην έξοδο του από την σκηνή.

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2007

Πέντε... και το λουρί της μάνας.

1.Ότι με αποτελεί είναι τα θλιβερά απομεινάρια
και ξεφτίδια
που σώζονται από ένα παιδάκι που έπαιζε
πάνω σε δέντρα,σε λάκκους, σε γκρέμια,
με σαΐτες, τόξα και πέτρες.

2. Κατά την διαδικασία εξέτασης για την εισαγωγή μου
στας τάξεις των ενηλίκων, η επιτροπή
των εξετάσεων αναγνώρισε τις εξαιρετικές
ικανότητες του «υποψηφίου»,
στην αρχή.
Ωστόσο, μη ανταποκρινόμενος με θέρμη στο concept
των διαδικασιών, θεωρήθηκε ότι δεν συγκέντρωνα
τελικώς, τις απαραίτητες προϋποθέσεις εισαγωγής.

3. Έκτοτε αποφεύγω τις κακοτοπιές με την αρωγή
ψυχοτρόπων «ουσιών», κάθε είδους.
Οι οποίες με βοηθούν να παραμένω εντός του,
δικής μου εμπνεύσεως, παιχνιδιού το οποίο
με πραγματικό αίσθημα ευθύνης αλλά και ειλικρινή
ντροπή έναντι των δυστυχισμένων,
ονόμασα: «αφήστε με να διασκεδάσω».

4. Αδυνατώ να «πιστέψω», αν και θα το ΄θελα πολύ.
Και κατά πως φαίνεται θα αποχωρήσω για το
«πουθενά», έρμαιο ενός μόνιμου εσωτερικού
διαλεχτικού ματεριαλιστικού αντίλογου.
Η μοναδική βεβαιότητα που με κρατάει όρθιο,
είναι οι «άλλοι».
Το κωλοβάρεμα της ύπαρξης νοηματοδοτείται,
σχεδόν αποκλειστικά, από την
ύπαρξη των «άλλων».
Με τους οποίους η μοναδική σχέση
που μπορώ να συνάψω είναι αυτήν του «Έρωτος».

5. Κλαίω, και γω, κυρίως όταν θυμάμαι.
Γελάω κυρίως όταν σκέφτομαι.
Δεν έχω πάει στο Παρίσι, και προς το παρόν
τουλάχιστον δεν βλέπω λόγο να το κάνω.



Ουφ...βαρύ το φτυάρι σας, κυρία Λουίζα μας.

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2007

Ο Διγενής ψυχομαχεί, κι η γης τον ετρομάζει....

Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις σοβαροί λόγοι που με κάνουν να αγαπώ και να αποδέχομαι
την «ημέτερη» λαϊκή μουσική ως κάτι ιδιαίτερα σημαντικό.
Ως μια ικανή εκφραστική συνθήκη που στοχεύει
κατευθείαν στο συναισθηματικό κέντρο
που εδράζονται τα δυσκολότερα και μεγαλύτερα ερωτήματα.
Τα οποία ερωτήματα, αξίζει να το πούμε,συχνά τα ξεδιαλύνει με επιτυχία.
(Κι όταν λέω «λαϊκή μουσική» δεν την εννοώ με την
τρέχουσα χρονολογική και γεωγραφική λογιστική τακτοποίηση που την κατατάσσει σε παραδοσιακή ή δημοτική, ρεμπέτικη ή λαϊκή του ΄50,αστική ή επαρχιώτικη, ρουμελιώτικη, νησιώτικη
ή ηπειρώτικη, ή μικρασιάτικη κτλ κτλ.
Αλλά την εννοώ ως το σύνολο του συλλογικού βλέμματος των ανθρώπων, όπως αυτό πέφτει με τόλμη πάνω σε ότι μας περιβάλλει, με ξεκάθαρη τη βούληση να κατανοήσει το καθετί τραγουδώντας το).

Σίγουρα λοιπόν ο ένας απ΄αυτούς τους λόγους
ΔΕΝ είναι το ότι, κατά πως λένε, «η μουσική εξημερώνει τα ήθη…»
Και πως θα μπορούσε άλλωστε αυτό να συμβεί με το θεϊκό:
«…θα κάνω ντου βρε πονηρή Αθήνα και Περαία,
κι αν θα σε κάνω τσακωτή
να ξέρεις η βραδιά σου αυτή
θα είναι η τελευταία.»
Αυτές οι «περί εξημέρωσης των ηθών» θεωρίες ,η μοναδική αξία που έχουν είναι για να μας αφήνουν ήσυχους, και να μην «μας τα πρήζουν», οι ευγενείς
οπαδοί του γλυκερού τοπίου της δήθεν στοχαστικής μελαγχολίας του μεσοαστικού
ψευδορομαντισμού. Ο οποίος ψευδορομαντισμός
εξαντλείται στα πλαίσια των «συλλόγων φίλων των γραμμάτων και των τεχνών»,
ενώπιον κλειδοκυμβάλου και άρπας.
Με την απαραίτητη συνοδεία ζεστού ροφήματος, μέχρι τις 10 το βράδυ.
Διότι μετά έχουμε να πάμε και Βανδή-Πλούταρχο,
ίνα κοινωνήσουμε αγλαϊσμένοι ανέραστο καψουροπόπ.

Επίσης, λόγο ΔΕΝ αποτελεί, για την αγάπη μου αυτή,
η παμφημολογούμενη ιδιαιτερότητα και μοναδικότητα της καθ΄ ημάς λαϊκής τραγουδοποιίας…
Διότι σχεδόν όλες οι μουσικές και ιδιαίτερες είναι και μοναδικές.
Ούτε βέβαια αποτελεί λόγο η ,ομολογουμένως, τεράστια συναισθηματική φόρτιση που σκορπάει η ερμηνεία των λαϊκών τραγουδιστών και μουσικών,
διότι τέτοια φόρτιση βρίσκεις και σε άπειρες άλλες μουσικές. Κι ας μην είναι απ΄ αυτές που τις λέμε λαϊκές.

Αυτό που συναρπάζει, τέλος, σε κάθε μουσική, ή άλλη καλλιτεχνική δημιουργία είναι ο τρόπος με τον οποίο τα λεπταίσθητα αγγίγματα
και η προσωπική ματιά του καλλιτέχνη μετουσιώνεται σε κοινό τόπο των ακροατών.
Αλλά και αυτή η ακαταμάχητη ιδιαιτερότητα της τέχνης δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο
της λαϊκής τέχνης.


Ο ένας σοβαρός λόγος λοιπόν που αγαπώ όλο το θρύλο της «λαϊκής» μουσικής με τους
παρελκυόμενους μύθους της, είναι το γεγονός ότι
με αυτήν μεγάλωσα.(και αυτό δεν αλλάζει).

Ο δεύτερος σημαντικότατος λόγος είναι απλώς το ότι μου αρέσει.

Ο τρίτος λόγος (και εδώ θα επεκταθώ) αφορά στο
πώς η γοητευτική διαχρονία της,
( από τους ζουρνάδες και τα νταούλια, τις λύρες και τις τσαμπούνες, μέχρι τα κλαρίνα,
τα χάλκινα,τα σαντουροβιόλια, τους μπαγλαμάδες και τα μπουζούκια)
με την διαλεκτική και ανάλαφρη τοπογραφία της ,
με τα αντιδάνεια και τους αμφίδρομους επηρεασμούς της, μπορεί και μεταφέρει τούτον
τον τεράστιο όγκο πολιτισμού,
(του πολιτισμού κυρίως με την έννοια του
civilization, και όχι του culture),
και τον ταξιδεύει σαν αναζωογονητική απαλή θαλάσσια αύρα, χωρίς ποτέ να γίνεται καταιγίδα.
Ευέλικτη, ευπροσήγορη και αειφόρος προσφέρεται σε όλους με την ίδια γενναιοδωρία.
Ένα αέναο «δούναι και λαβείν» που συνδέει το παρόν με το παρελθόν. Γεφυρώνει την ανατολή με τη δύση,
το βορά με το νότο.
Μας πιάνει απ΄ το χεράκι και μας πάει στο μέλλον.

Συρτός, Μπάλος, Χασαποσέρβικος, τσιφτετέλια,
ζεϊμπέκικος, μελωδίες, μουσικοί τρόποι, δρόμοι,ρυθμοί, θρύλοι, μύθοι, ήχοι, περιπέτειες, έρωτες.
Ακούς και αναρωτιέσαι, Έλληνας, Τούρκος, Αλβανός,
Σέρβος, Βούλγαρος, Άραβας ή άλλος σκάρωσε άραγε τούτη τη μελωδία ή κείνο το στιχούργημα;
Ότι κι αν ακούς έτσι υπέροχα δουλεμένο,απ’ τους αιώνες και τους ανθρώπους, πάντα συνοδεύει τα ίδια γλέντια, τους ίδιους θρήνους.
Και απαντά ξανά και ξανά στα ίδια ερωτήματα και στις ίδιες έγνοιες.
Σαν τσιγγάνοι οι μουσικές φράσεις, τα στολίσματα,
τα γυρίσματα, οι ρυθμοί και οι «τρόποι», οι θρύλοι και οι μύθοι,πλανώνται διαπερνώντας
βουνά, σύνορα, ποτάμια και αιώνες.
Τούτος είναι ο λόγος που την αγαπώ.
Οι πλάνητες αυτοί αλήτες αδιαφορούν, μα και αντιστέκονται, σε όσους θέλουν τις κοινωνίες των ανθρώπων καθηλωμένες σε απομόνωση μεταξύ τους.
Αντιστέκονται σε ότι κρατάει τις κοινωνίες σε απομόνωση από το ίδιο, το δικό τους ζωντανό παρόν.
Οι «τσιγγάνοι» αυτοί ήχοι, ρυθμοί, μύθοι αντιμάχονται
κάθε συλλογική ψευδαίσθηση υπεροχής.
Αντιμάχονται όσους προωθούν την μισαλλοδοξία και την έπαρση (με αποκλειστικό σκοπό να ελέγχουν
και να διαφεντεύουν).
Πάνε κόντρα στο σύγχρονο ρεύμα που λέει:
«το μόνο που αξίζει είναι αυτό που πουλάει».
Βάζουν τρικλοποδιά στους ταγούς των μαζών, που προτείνουν ως ύπατη αξία το «κέρδος».

Ο Διγενής των ακριτικών τραγουδιών ψυχομαχεί,
παλεύει, αντιστέκεται, μα δεν ξεψυχά ποτέ,… ευτυχώς.


Διαβάζοντας το «Γεφύρι με τις τρεις καμάρες», ένα διήγημα του αλβανού Ισμαήλ Κανταρέ,
διαπιστώνεις ότι διαβάζεις τον θρύλο του Γεφυριού της Άρτας. Έναν παμβαλκανικό μύθο
γεμάτο τραγούδια και συμβολισμούς.
Όλοι είναι εκεί.
Ο πρωτομάστορας,
το γεφύρι που ολημερίς το χτίζανε και χαλάει συνεχώς,
η γυναίκα του πρωτομάστορα
που πρέπει να θυσιαστεί κτλ. κτλ.
Ο παγιδευμένος στην «εθνική αρτηριοσκλήρυνση» εύκολα μπορεί να καταλήξει στο μεγαλοφυές συμπέρασμα ότι πρόκειται για κλοπή εθνικής περιουσίας.
(τί κάνει ο αρχιεπίσκοπος, ας οργανώσει μια λαοσύναξη…).
Ο υποψιασμένος αντίθετα κατανοεί και δεν αγνοεί
την προοπτική του χρόνου, την ιδιαιτερότητα,
την ιστορική αλληλεξάρτηση.
Καταλαβαίνει ότι υπάρχουν πάρα πολλά που μοιραζόμαστε με τους γύρω μας.
Αντιλαμβάνεται πόσο πολύ μοιάζουμε.
Συνειδητοποιεί πως στη δίνη μιας κυκλωτικής συρτορούμπας περιστρεφόμαστε, και η κυτταρική μας μνήμη, μας κρατάει παρέα για να μη βαριόμαστε.
Καταλαβαίνει ότι όταν επιδιώκεις αχόρταγα
να οικειοποιηθείς τα πάντα για να εξυπηρετήσεις το οποιοδήποτε απατηλό, δήθεν «ύψιστο ιδεολόγημα»,
οδηγείσαι με σιγουριά στο σκοτάδι, στην στενομυαλιά και στην ψυχική παγωνιά.
Ενίοτε και στην καταστροφή. (βλ.1922)
Στην Ελλάδα ανέκαθεν υπήρχε μια ευχάριστη διγλωσσία, τριγλωσία, τετραγλωσσία
στην παράδοση, στη μουσική, στον πολιτισμό.
Μια πολυγλωσσία που ποτέ δεν έβλαψε κανέναν.
Αντιθέτως…
Ο Διγενής (αυτός που κατάγεται από δύο γένη)
ως ακρίτας που είναι, υπερασπίζεται όχι τα στενά
σύνορα ενός έθνους, ή μιας φυλής, αλλά την ψυχή ενός πολύχρωμου, πολυσυλλεκτικού
πολιτισμού ανθρωπιάς.
Κι όπως είπαμε, ψυχομαχεί ακόμα στα μαρμαρένια
αλώνια της ελευθερίας μα δεν ξεψυχά.
Είμαστε ταυτόχρονα Βαλκάνιοι, Ευρωπαίοι,
Ασιάτες και Έλληνες.
Η παράδοση των ακριτών (κοινή στους λαούς που
ζούσαν στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία)
και ο θρύλος του αντρειωμένου Διγενή προτείνει τον αέναο αγώνα για την ελευθερία
,αλλά και την προσήλωση στον κοσμοπολιτισμό.
Αυτόν τον κοσμοπολιτισμό και την ανοχή, προτάσσει
και η σπαρακτική αυτοσχεδιαστική τόλμη
των εξαιρετικών λαϊκών οργανοπαιχτών,τραγουδιστών και τραγουδιστριών,
έτσι όπως εξαίσια «μελωδούν» στα πανηγύρια και στους γάμους. Έτσι όπως ακούραστοι περνούν και ξαναπερνούν τους χιλιοπερπατημένους
μελωδικούς δρόμους, και τραγουδούν σαν μεθυσμένοι δαίμονες (οι τραγουδιστές)
και σαν ελαφρώς πιωμένες σειρήνες (οι τραγουδίστριες).
Πάντα όμως γοητευτικοί και γοητευτικές..

Αλίμονο όμως,
ο λαϊκός πολιτισμός και οι παραδόσεις χρησιμοποιήθηκαν συχνά από δημόσιους άρχοντες
και κάθε είδους δεσποτάδες ποιμαντικά και προτρεπτικά προς την κατεύθυνση του διαχωρισμού.
Τα προσεταιρίστηκαν για να υπερτονίζουν τις διαφορές και τις εθνικές εξάρσεις ,
να κατευθύνουν τις κοινωνίες σε σκοτεινά μονοπάτια μίσους.
Πάντα, οι κατ΄ επάγγελμα δημεγέρτες, στόχευαν στα αγελαία συναισθήματα των λαών.
Λάθρα ιστοριογραφούσαν, εσφαλμένα παρακινούσαν,
υποβουλιμιαία και μεθοδευμένα φρόντιζαν
να καλλιεργούν την μισαλλοδοξία και την φτηνή
έπαρση μιας «δήθεν» ανωτερότητας.
Για αυτό θα συμβούλευα, να είναι άκρως προσεκτικοί
όσοι εύκολα προσάπτουν, φερ΄ ειπείν,
«βαρβαρισμό» στους δυτικούς, συλλήβδην (η γνωστή θεωρία των βελανιδιών και του Παρθενώνα).
Ή, όσοι παρασυρμένοι από ενθουσιασμό και εθνικοφροσύνη επιμένουν να θεωρούν τους Τούρκους γείτονες τρωγλοδύτες,
τους Άραβες φανατικούς ,
τους Σκοπιανούς κατσικοκλέφτες ,
και τους Άγγλους αδελφές.

Κι όμως, κανείς από μόνος του δεν τα καταφέρνει καλύτερα. Κι όμως, καμιά κοινωνία ή έθνος ή φυλή δεν ορθοποδεί χωρίς συνεργασία και ανοχή.
Κανένα χέρι από μόνο του, όσο επιδέξιο κι αν είναι,
καμιά σμίλη, όση επιτηδειότητα κι αν έχει, δεν δίνει στα βότσαλα της ακρογιαλιάς τις τέλειες και απέριττες φόρμες που τους δίνει η συνεργασία
της θάλασσας, της αλμύρας και του χρόνου.
Έτσι και οι λαοί, οι πολιτισμοί, οι θρύλοι τους, οι μουσικές και οι στιχουργίες τους,
ανεπαίσθητα παραλλάζουν,
ομορφαίνουν και εξελίσσονται με την συνεργασία του χρόνου και του τόπου, της κοινωνίας και των ανθρώπων,
του σπαραγμού και της χαράς,
του πόνου και της ίασης.
Το κρυστάλλινο σύμπαν των παραδόσεων και των μύθων, το διαυγές της λαϊκής τέχνης,
δεν καταβάλλεται από καμιά περίτεχνη φιοριτούρα,
από καμιά πομπώδη αρμονία,
από κανένα μισαλλόδοξο διαχωρισμό, από καμιά επηρμένη ψευτοϊδέα.
Αυτό το απόσταγμα λιτότητας και αρτιότητας της λαϊκής δημιουργίας ανήκει σε όλους μαζί και στον καθένα ξεχωριστά, κανείς δεν το κατέχει με τίτλους ιδιοκτησίας, κληρονομικά δικόγραφα
ή διεθνείς συμβάσεις, ή προικοσύμφωνα.
Με το σφρίγος του τροφοδοτεί «δωρεάν» κάθε νέα ιδέα και γίνεται αντίδωρο που ενισχύει κάθε προσπάθεια για συνεννόηση.
Διδάσκει την αξία της συνύπαρξης.
Αποκαλύπτει πως είμαστε ίσης αξίας κομμάτια, του ίδιου πολύχρωμου παζλ.
Απελευθερώνει, με την σύνθεση των διαφορετικών,
και αφήνει κενό γράμμα κάθε ύποπτη διαμάχη για καταγωγές, καθαρότητες, παντιέρες, ονόματα,
τοπωνυμία,προίκες,κληρονομιές,

διαόλους, τριβόλους
και άλλα τέτοια ανόητα και φαντασμαγορικά.



Υ.Γ.: Ο καινοτόμος Μάρκος Βαμβακάρης όταν ρωτήθηκε για τον τρόπο που συνέθετε
τα τραγούδιά του, απάντησε:
« το όργανο πιάνει τα τραγούδια».
Με αυτήν την απάντηση δεν αποποιούνταν την πατρότητα των τραγουδιών του,
αλλά επεσήμανε με τον τρόπο του, πως η μητρική καταγωγή τους, εντοπίζεται στον απέραντο ωκεανό «τρόπων», «ήχων», και «μύθων»
της βυζαντινής μουσικής , της αγροτικής δημοτικής,
της αστικής μουσικής της Πόλης και της Μικρασίας,
και γενικά, σ΄ όλον αυτόν τον αδέσποτο και περιπλανώμενο πλούτο.
Όσο για την στιχουργική του…
τα είπε όλα με ένα τετράστιχο:
«Μα γω δεν είμαι ποιητής
τραγούδια να ταιριάζω
και μου τα φέρνει ο ναργιλές
και τα κατασκευάζω»

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2007

Υψιπετών γουρ-γουρουνισμών συνέχεια...

"Ήρθε η ώρα, είπε το θαλάσσιο άλογο, να μιλήσουμε για
πράγματα πολλά.
Για παπούτσια και πλοία και βουλοκέρι.
Για λάχανα και βασιλιάδες.
Γιατί η θάλασσα έγινε τόσο ζεστή.
Και γιατί τα γουρούνια ξαφνικά απέκτησαν φτερά."
(Λουίς Κάρολ)

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2007

Εμπρός της γης οι κολασμένοι, της πείνας σκλάβοι εμπρός εμπρός...


Το ακόλουθο κειμενάκι το΄χω «ξαναταξιδέψει»,
προ αμνημονεύτων ετών και μέσω άλλου δικτυακού τόπου,
στις άναρχες και ατέρμονες δομές του αχανούς
αυτού κυβερνοχώρου της ματαιοπονίας.

Εδώ ξαναδημοσιεύεται για δυόμισι λόγους.(1+1+1/2= 2,5 λόγοι λοιπόν)
Ο μισός λόγος αφορά απλά στην επίφαση λειτουργίας
τούτου του μπλογκακίου.
(Τι διάολο…Άλλωστε τζάμπα μας τα παρέχουν τα Bytes
τζάμπα είναι και το διακύβευμα…
ας ξοδέψω λίγο και από τα δύο).

Ο δεύτερος ολόκληρος λόγος αφορά στην εσωτερική
και επιτακτική ανάγκη να αποτίσω φόρο τιμής
στο ηρωικό www.hungry.gr

Ο πρώτος όμως, και κυριότερος λόγος είναι για να
να αφιερωθεί σε δύο μύστες της κουζίνας
και της «ψαγμένης» συν-εστίασης.
Στους αξιότιμους συντρόφους λοιπόν:
(προηγούνται οι κυρίες)
Magica de spell και Μr. Όλα στα κάρβουνα.

Με το παρακείμενο του χωρίου μας χωριό λοιπόν, διεξάγεται
η τυπική αρχαία κόντρα των γειτόνων.
Μια "κόντρα" που πάντα συνοδεύεται από την απαραίτητη
φιλολογία ανεκδότων που παράγει ο εις, για τον άλλο
και τούμπαλιν.
Όπως ακριβώς οι Άγγλοι διηγούνται αστείες ιστορίες
με Γάλλους. Και οι Γάλλοι σαρκάζουν το μπαστουνοειδές
φλέγμα των Άγγλων. Ή όπως, οι βόρειοι Γερμανοί
γελάν με τον επαρχιωτισμό των Βαυαρών.
Οι Σέρβοι με τους Σκοπιανούς.
Οι χαμουτζίδες με τους βορειοελλαδίτες.
Όλοι μαζί με τους Πόντιους.
Οι Ρουμελιώτες με τους Πατρινούς. κτλ. κτλ.
Υπάρχει λοιπόν, μια εμπνευσμένη ιστορία, παραγωγής
του ημετέρου χωρίου, που διηγείται πως κάποτε
πριν πολλά χρόνια πέρασε ένας "δικός" μας
από το χωριό των "γειτόνων". Και διαπίστωσε ότι
όλος ο πληθυσμός ήταν σε κακό χάλι.
Όλοι κρατούσαν τις κοιλιές τους, λόγω ενός τρομερού
κοιλόπονου που τους ταλαιπωρούσε. Και τους ρώτησε:
« τι έγινε ρε παιδιά, γιατί είστε έτσι;»
«Δεν ξέρουμε» απάντησαν με μια φωνή οι γείτονες.
«Πονάνε οι κοιλιές μας, και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε…»
Τότε ο ευφυής συμπατριώτης μου, τους ρώτησε: «Φάγατε;»
«Όχι» είπαν πάλι με μια φωνή. « Τι είναι αυτό;»
«Δεν ξέρετε τι είναι φαγητό;»
«Όχι» ξανάπαν εν χωρώ.
«Καθίστε να σας εξηγήσω…»
Και έτσι έμαθαν και οι γείτονες την αξία και τα οφέλη
της διατροφής.
Για ποιο λόγο τρώμε λοιπόν; Διότι πεινάμε.
Για ποιο λόγο όμως μαγειρεύουμε ;
Μόνο για να χορτάσουμε την πείνα μας;
Ή μόνο, για την απόλαυση που λαμβάνουμε μέσω των
γευστικών αισθητηρίων οργάνων;
Μην' τάχα, μαγειρεύουμε προς χάριν του ίδιου
του μαγειρέματος;
Μην` είναι τελικά μια "στοχαστική δραστηριότητα"
η ενασχόληση με την κουζίνα;
Ή μήπως είναι η λεπτή κλωστή που μας συνδέει
με την νοσταλγία ενός χαμένου στα χρόνια,
πρότυπου γοητευτικού ανθρώπου, σύμφωνα με το οποίο,
ο μάγος-μάγειρας, μόνος στο εργαστήριο του,
παρασκευάζει μαντζούνια και συνταγές για να
ικανοποιεί, να γιατρεύει, να μαγεύει,
εν τέλει να ελέγχει και να κατευθύνει τα πεπρωμένα
των άλλων;
Ο αλχημάγειρας δηλαδή, όντας κάτοχος μιας γνώσης, που
την εφαρμόζει στους γύρω του, για να τους γοητεύει.
Ή μήπως, πάλι, το " μαγειρεύειν " είναι μια ηρωική μεν,
αλλά αδιέξοδη δε, διαχείριση του υπαρξιακού μας κενού,
με την κουτάλα ανά χείρας και την ποδιά ζωσμένη στη μέση;
(Σαν ρομαντικός ιππότης με ξίφος και πανοπλία, που παρότι
έχει συνείδηση της ματαιότητας, συνεχίζει να μάχεται
για την αρετή, μέχρι τέλους.)
Γιατί λοιπόν μαγειρεύουμε, (όσοι μαγειρεύουν τέλος πάντων)
με τόση σπουδή και τέτοια παρεμβατική διάθεση;
Γιατί δεν τρώμε απλώς βοσκώντας χορταράκια
και καρπούς; Γιατί στρώνουμε με επιμέλεια τραπέζια;
Στολίζουμε πιάτα; Στοιχίζουμε σαν στρατιωτάκια
μαχαιροπίρουνα; Γιατί καθόμαστε απέναντι στα τραπέζια,
ματιά με ματιά, ώμο με ώμο, τραγούδι με τραγούδι;
Γιατί ρε; Ρωτάω, γιατί;
Διότι, για να συναντηθείς με τα "νοήματα", με τις "ιδέες",
με τα "αισθήματα", δεν αρκεί
και δεν πρέπει
να αυτοπεριορίζεσαι στο "κατώτερο ριζικό σύστημα"
της ζωής και του δέντρου της.
Αλλά να διασκορπίζεσαι και να διαχέεσαι
και στην "άνθηση" και στην "καρποφορία".
Η ζωοτροφία είναι το καθημερινό γνωστό πλαίσιο.
Ενώ η μαγειρική είναι η "γιορτή".
Είναι τα "ανθεστήρια" στην πεζότητα της διατροφής.
Διότι αναζητάμε αδιαλείπτως αναβρασμό νοήματος
σε κάθε τι που μας περιβάλει.
Διότι είμαστε καταδικασμένοι, να ψάχνουμε με θέρμη,
την ζεστασιά των αισθημάτων.
Όπως ψάχνουμε τη ζεστή σούπα μετά από μια κρύα
κουραστική μέρα.
Διότι, τέλος, δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς.

Εμπρός λοιπόν…!

"…στον αγώνα ενωμένοι, και ας μη λείψει κανείς
ω! να τη μας προσμένει, στον κόσμο η Διεθνής…"
(των μαγείρων).

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2007

Με ένα άρλεκιν ξεχνιέμαι... 2

Οι πιο ιερές από όλες τις γιορτές,
είναι εκείνες που κρατούμε ξέχωρα και σιωπηλά
για τον εαυτό μας.
Είναι εκείνες οι κρυφές επέτειοι της καρδιάς μας.
Τότε, όταν ακόμα η πείρα της ζωής
δεν μας είχε ξεμάθει τον κόσμο.
Τότε, που στης αυλής τα χόρτα τρέχαμε
και γονατίζαμε, και η αστροφεγγιά
στριφογύριζε από πάνω μας.
Την έσφιγγα πάνω μου και κείνη
κοίταζε σαν μαρμαρωμένη το κενό.
Μετά, με ένα σπρώξιμο έφυγε πανικόβλητη,
και τρύπωσε μέσα στην αποθηκούλα.
Σίγουρη, πως θα την ακολουθήσω.

Κι ύστερα ,την είδα από την μισάνοιχτη πόρτα,
να τρέμει από την αγωνία
και την γλυκιά προσμονή.
Σαν τριανταφυλλιά που θέλει να ρίξει κάτω
όλα της τα λουλούδια.
«Όλα μπορούσαν να συμβούν στον κόσμο τότε,
αγάπη μου.»

Μπήκα αλαφροπάτητος
και έκλεισα πίσω μου την πόρτα.
Τα μεγάλα μάτια της έλαμπαν μέσα στο ημίφως.
Ζύγωσα.. Έσκυψα . Ταράχτηκε.
Με μια μυστηριώδη κίνηση των άστρων,
βρέθηκα ανάμεσα στα πόδια της.
Μ΄άφησε να αγγίξω τις ρώγες
του τεταμένου στήθους της.
Ο κόσμος για μένα, μόλις είχε αρχίσει.

Ήταν η πρώτη φορά που άρμεγα γίδα.

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2007

Με ένα άρλεκιν ξεχνιέμαι...



Επιστρέφοντας στο σπίτι σαββατιάτικα από το σινεμά,
έκανε αλλεπάλληλα γκελ πάνω στο πολύχρωμο
και ιδανικά σαχλμαρίζον πλήθος της «βραδινής εξόδου».
Αδυνατώντας να ελέγξει τα αρχέγονα αγελαία του ένστικτα,
αφέθηκε στα βαθιά μουγκανητά του παγιδευμένου
ζώου μέσα του. Και μοιραίως εξ΄ ετράπη της
προδιαγεγραμμένης πορείας.
Αφέθηκε λοιπόν, στη μοίρα της οικείας αγέλης …
και τρύπωσε σε συμπαθητικό μπαράκι με ξύλινα,
σαν βιεννέζικο μπιστρό, κουφώματα
και λογιών-λογιών μαρμάρινα τραπεζάκια.
Άλλωστε κανενός ο βίος δεν εξελίχτηκε ποτέ όπως
τον είχε προσχεδιάσει. Πόσο μάλλον μια απλή τρίωρη
έξοδος για σινεμά. Σύννεφα καπνού και γυναικείων αρωμάτων,
ωθούμενα από τους σφοδρούς βόρειους παγωμένους ανέμους
του εξαερισμού, στριφογύριζαν και συγκρούονταν με άλλα
ανοδικά ρεύματα, που έφερνε ο Γαρμπής του συστήματος θέρμανσης.
Κάθε φορά λοιπόν που το μικροκλίμα και η κίνηση των θαμώνων
του μαγαζιού το επέτρεπε,
την «έπαιρνε μάτι» από το γωνιακό τραπεζάκί του.
Έτσι όπως περήφανη καθόταν στο μπαρ απέναντι.

Στη μέση περίπου του δεύτερου ποτού η ελκτική της δύναμη,
άρχισε να γίνεται ενοχλητικά επιτακτική, εντός του.
Θες η απροσδιόριστη ομορφιά της… θες οι χορευτικές
φιγούρες των χεριών της με το τσιγάρο…
θες το αλκοόλ που άρχισε να σκορπίζεται μέσα του…
στύλωσε σχεδόν αδιάκριτα τα μάτια του πάνω της.
Ο μεσεγκέφαλος, η περιοχή του εγκεφάλου, που ορίζει
τα αντανακλαστικά της όρασης, απελευθέρωσε μεγάλες
ποσότητες ντοπαμίνης, φέρνοντας τον σε μια ζεστή
και ευχάριστη κατάσταση.
Η έλξη που ασκούσε πάνω του, στιγμές-στιγμές
κορυφωνόταν θυελλωδώς. Κυρίως όταν εκείνη γελούσε
τρανταχτά με τα αστεία του μπάρμαν.
Η ίδια είχε αντιληφθεί από ώρα το έντονο βλέμμα
που της χάιδευε τους ώμους και τα μαλλιά.
Κι ας καθόταν μακριά του, στο μπαρ δίπλα από
τον προθάλαμο εισόδου του μαγαζιού.
Ο υποθάλαμος του εγκεφάλου της, ήδη υποδείκνυε
στο σώμα της να στέλνει σήματα που να προκαλούν την έλξη.
Ίσιωσε, όσο έπαιρνε, την σπονδυλική στήλη,
ενώ οι κόρες των ματιών της είχαν διασταλεί.
Η καρδιά, με εντολή του υποθαλάμου κι αυτή, άρχισε να στέλνει
περισσότερο αίμα περιφερειακά, με αποτέλεσμα το πρόσωπο της
να ροδίζει και ο λεπτός διάφανος ιδρώτας
να κάνει το δέρμα της πιο λαμπερό.
Τώρα, η αμφίπλευρη ανταπόκριση ενίσχυε και των δυό
τις εγκεφαλικές συνάψεις. Κάνοντάς τους αντανακλαστικά
να συνδέουν την παρουσία του «αντικειμένου της έλξης»,
με μια εικόνα ευεξίας που «οφείλει» να δείχνει ο καθείς που
διαπλέκεται σε ένα τέτοιο παιχνίδι.
Όταν μια ευτυχής συνάντηση, σαν κι αυτή, τείνει να γίνεται
πολύ- πολύ ενδιαφέρουσα, και ο πόθος της «πλήρωσης»
αρχινάει να σε κυκλώνει, τ'οτε τα επίπεδα της
ντοπαμίνης εκτοξεύονται και το πάθος εντείνεται επικίνδυνα.
Τότε ο καθένας υποκύπτει και χορεύει στο ρυθμό
που του βαράει η γαμημένη η βιοχημεία.

Συγχρόνως με το σερβίρισμα του τρίτου ποτού,
δέχτηκαν ένα καθοριστικό(αλλά όχι πρωτόγνωρο) χτύπημα
από ένα ισχυρό χημικό κοκτέιλ. Δύο άτιμοι νευρομεταδότες,
η νοραδρεναλίνη και η φαινυλοθανολαμίνη,
τους προκάλεσαν έναν ελαφρύ ίλιγγο, παρόμοιο μ΄ αυτόν
που προκαλεί μια μικρή δόση αμφεταμίνης,
ή και η κατανάλωση μισού κουβά σοκολάτας.
Η ηφαίστεια έκρηξη του πόθου είχε πάρει μπρος.
Το συμπαντικό λαχάνιασμα του έρωτα ακουγόταν στο βάθος
να βαράει ρυθμικά. Σαν τύμπανα αρχαίου στρατού που σταθερά
κοντοζυγώνει.

Ο εγκεφαλικός του φλοιός πάλεψε να κυριαρχήσει
της ζωώδους επιταγής…Καθόρισε το σχέδιο δράσης και
σε χρόνο dt, (ήτοι ακαριαία) σχεδίασε την διαδρομή
που θα ακολουθούσε ανάμεσα από τα τιγκαρισμένα
τραπεζοκαθίσματα , για να φτάσει δίπλά της στο μπαρ.
Το σχέδιο μπήκε άμεσα σε εφαρμογή και στέφθηκε
με ανέλπιστη επιτυχία.
Νάτος τώρα δίπλα της. Της μιλά και κείνη με νεύματα
και χαμόγελα, γεμίζει όλο το οπτικό του πεδίο.
Το μυθικόν έτερον ήμισυ ήταν μόλις μερικά εκατοστά πλάι του.
Στην οθόνη προβολής των προσώπων τους αναζητούσαν τώρα
τις κοινές βαθύτερες καταβολές τους. Σαν να δοκίμαζαν
να εφαρμόσουν σωστά τα κομματάκια ενός παζλ.
Οι φωνές των άλλων θαμώνων βουβάθηκαν ,
η δυνατή μουσική ίσα που ακούγεται ,
και η ορμόνη οσιτοσίνη ενισχύει τους εγκεφαλικούς δεσμούς
και τους κάνει να μην κρύβουν τα συναισθήματα τους,
προσφέροντας όση περισσότερη τρυφερότητα διαθέτουν.
Η προσέγγιση συντελέσθηκε επιτυχώς.
Αφράτος κόσμος τώρα συνυφαίνεται, από το υλικό
των ονείρων φτιαγμένος, του πάθους και του έρωτα,
του χωρισμού και του θανάτου, της σωτηρίας και της αγάπης…
Τους οδηγεί και τους κυκλώνει εκ των έσω.
Από την δυναστική εμβέλεια αυτού του κόσμου δεν θα μπορούσαν
(προς το παρόν) να ξεφύγουν, ακόμα και αν ήταν ταμένοι
από μικροί να μείνουν «παρθένοι» και «άσπιλοι»
σε τριάντα πέντε αγίους και άλλους τόσους όσιους.

Εκείνο το βράδυ φύγανε μαζί. Και ξαναβρέθηκαν και το επόμενο.
Και μετά ήταν κάθε μέρα μαζί.
Κάθε Σαββάτο στο ίδιο μπαράκι, υποδήλωναν και επιβεβαίωναν
την πίστη τους, στη δικαιοδοσία που παραχώρησαν στον έρωτα τους.
Ο αλγόριθμος της μεταξύ τους ερωτικής «εμπλοκής»
είχε δώσει μια καινούργια λύση.
Και ξόρκιζε την παλιά μονήρη διαβίωση.

Στο μεταξύ, η ορμόνη βαζοπρεσίνη, που ενισχύει την μνήμη,
τους έκανε να νοιώθουν «σύντροφοι». Και τους παρακινούσε
να μένουν πιστοί , ο ένας στην λάμψη του άλλου.

Θα χαν, δε θα χαν περάσει 30 μήνες από την πρώτη τους
συνάντηση,
κι ο εθισμός στο κοκτέιλ των χημικών ουσιών του πάθους,
είχε προχωρήσει πολύ.
Οι συνευρέσείς τους, τελευταία, προκαλούσαν έκκριση
ενδορφίνης, η οποία μοιάζει με το όπιο. Μειώνει την αγωνία
της ύπαρξης ή της απουσίας του «άλλου»
και οδηγεί στην αναζήτηση της ασφάλειας,
κάνοντας βέβαια μεγαλύτερη την εξάρτηση από τη ιδέα
της σταθερής παρουσίας του ενός δίπλα στον άλλο.
Τώρα η «σταθερή» τους σχέση είχε ανάγκη και παρήγαγε
πολλή ενδορφίνη…
Τι να κάνουν …;
Ξεπηδήσανε, και ξεπηδήσαμε, από τις σελίδες ιπποτικών
μυθιστορημάτων .Στρατιές από Τριστάνους και Ιζόλδες ,
τάγματα από Ρωμαίους και Ιουλιέτες, Δουλτσινέους και
Δον Κιχώτριες… και παλεύουμε με τους ανεμόμυλους.
Επιζούμε της κόλασης των άκαπνων λογικών απαντήσεων,
και ασκούμεθα στον στίβο των «υγιών» αιτιάσεων…
Ευτυχώς, την τέχνη του έρωτα την μετερχόμεθα
και την εξασκούμε ακόμα.
Πλανιόμαστε, περιπλανιόμαστε και με δεήσεις προσερχόμαστε
καθαρμένοι, για να ξανάκαταβροχθίσουμε
και να ξανακαταβροχθισθούμε.
Μιλάμε δηλαδή για μια συνηθισμένη ζωή, συνηθισμένων
ανθρώπων. (ευτυχώς)
Απλώς μας συναρπάζει το παιχνίδι του έρωτα ,
διότι δίνει τις πιο ουσιαστικές, τις πιο απολαυστικές
αλλά και τις πιο τραγελαφικές απαντήσεις,
στα πιο βαθυστόχαστα ερωτήματα.
Μετά, όπως όλοι, όταν κουραστούμε πάμε για ύπνο.

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2007

Μια προσαρμοσμένη ιστορία κινουμένων σχεδίων


Ο μικρός Χάρης πάει με το σχολείο του επίσκεψη σε
ένα ίδρυμα φιλοξενίας ανθρώπων. Ένα είδος τρελοκομείου.
Περιδιαβαίνοντας τους διαδρόμους με τις προθήκες,
που φιλοξενούν τους ανθρώπους-εκθέματα,
σταματάνε μπρος σε έναν πολύ περίεργο
και αγριωπό τύπο.
Παράξενος, άγριος, τριχωτός, στέκει, κοιτώντας
ίσα μπροστά με τα φρύδια σμιγμένα.
Οι γιατροί που τους ξεναγούν, τους λένε ότι ποτέ κανείς
δεν έχει ακούσει από τα χείλη αυτού του αγριμιού
μια λέξη ανθρώπινη.
Εντυπωσιασμένη η ομάδα των παιδιών μετακινείται
προς το επόμενο έκθεμα, ενώ ο Χάρης τελευταίος
κοντοστέκει, κοιτώντας τον τεράστιο αυτόν τύπο.
Την επόμενη στιγμή τον χαιρετάει: «Γειά σου»
Και τότε το «τέρας» γρυλίζοντας τον αντιχαιρετά:
«Γειά».
Όλοι μαζί, κλινικοί γιατροί, ερευνητές, νοσηλευτές,
τρέχουν να δουν το θαύμα.
Σπεύδουν να μελετήσουν το πρωτοφανές γεγονός.

Στο μεταξύ το υποτιθέμενο «τέρας» μουρμουρίζει:
«…καιρός ήταν να με χαιρετήσει κάποιος…»

Τις περισσότερες φορές ο «άλλος» καταλήγει να μοιάζει
ακατανόητος και απροσπέλαστος, επειδή κανείς ποτέ
δεν προσπάθησε να τον καταλάβει…
Επειδή κανείς ποτέ δεν του απηύθυνε το λόγο…
Επειδή κανείς ποτέ δεν έκανε τον κόπο να τον χαιρετήσει.
Τελικά, όλα τα πράγματα που μας περιβάλλουν,
πρέπει πρώτα να τα μελετήσουμε, να τα καταλάβουμε
και μετά να τα αγαπήσουμε.
Ειδικά τους ανθρώπους όμως, πρέπει πρώτα να τους
αγαπήσουμε, για να μας αφήσουν να τους καταλάβουμε.