Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2007

Ο Διγενής ψυχομαχεί, κι η γης τον ετρομάζει....

Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις σοβαροί λόγοι που με κάνουν να αγαπώ και να αποδέχομαι
την «ημέτερη» λαϊκή μουσική ως κάτι ιδιαίτερα σημαντικό.
Ως μια ικανή εκφραστική συνθήκη που στοχεύει
κατευθείαν στο συναισθηματικό κέντρο
που εδράζονται τα δυσκολότερα και μεγαλύτερα ερωτήματα.
Τα οποία ερωτήματα, αξίζει να το πούμε,συχνά τα ξεδιαλύνει με επιτυχία.
(Κι όταν λέω «λαϊκή μουσική» δεν την εννοώ με την
τρέχουσα χρονολογική και γεωγραφική λογιστική τακτοποίηση που την κατατάσσει σε παραδοσιακή ή δημοτική, ρεμπέτικη ή λαϊκή του ΄50,αστική ή επαρχιώτικη, ρουμελιώτικη, νησιώτικη
ή ηπειρώτικη, ή μικρασιάτικη κτλ κτλ.
Αλλά την εννοώ ως το σύνολο του συλλογικού βλέμματος των ανθρώπων, όπως αυτό πέφτει με τόλμη πάνω σε ότι μας περιβάλλει, με ξεκάθαρη τη βούληση να κατανοήσει το καθετί τραγουδώντας το).

Σίγουρα λοιπόν ο ένας απ΄αυτούς τους λόγους
ΔΕΝ είναι το ότι, κατά πως λένε, «η μουσική εξημερώνει τα ήθη…»
Και πως θα μπορούσε άλλωστε αυτό να συμβεί με το θεϊκό:
«…θα κάνω ντου βρε πονηρή Αθήνα και Περαία,
κι αν θα σε κάνω τσακωτή
να ξέρεις η βραδιά σου αυτή
θα είναι η τελευταία.»
Αυτές οι «περί εξημέρωσης των ηθών» θεωρίες ,η μοναδική αξία που έχουν είναι για να μας αφήνουν ήσυχους, και να μην «μας τα πρήζουν», οι ευγενείς
οπαδοί του γλυκερού τοπίου της δήθεν στοχαστικής μελαγχολίας του μεσοαστικού
ψευδορομαντισμού. Ο οποίος ψευδορομαντισμός
εξαντλείται στα πλαίσια των «συλλόγων φίλων των γραμμάτων και των τεχνών»,
ενώπιον κλειδοκυμβάλου και άρπας.
Με την απαραίτητη συνοδεία ζεστού ροφήματος, μέχρι τις 10 το βράδυ.
Διότι μετά έχουμε να πάμε και Βανδή-Πλούταρχο,
ίνα κοινωνήσουμε αγλαϊσμένοι ανέραστο καψουροπόπ.

Επίσης, λόγο ΔΕΝ αποτελεί, για την αγάπη μου αυτή,
η παμφημολογούμενη ιδιαιτερότητα και μοναδικότητα της καθ΄ ημάς λαϊκής τραγουδοποιίας…
Διότι σχεδόν όλες οι μουσικές και ιδιαίτερες είναι και μοναδικές.
Ούτε βέβαια αποτελεί λόγο η ,ομολογουμένως, τεράστια συναισθηματική φόρτιση που σκορπάει η ερμηνεία των λαϊκών τραγουδιστών και μουσικών,
διότι τέτοια φόρτιση βρίσκεις και σε άπειρες άλλες μουσικές. Κι ας μην είναι απ΄ αυτές που τις λέμε λαϊκές.

Αυτό που συναρπάζει, τέλος, σε κάθε μουσική, ή άλλη καλλιτεχνική δημιουργία είναι ο τρόπος με τον οποίο τα λεπταίσθητα αγγίγματα
και η προσωπική ματιά του καλλιτέχνη μετουσιώνεται σε κοινό τόπο των ακροατών.
Αλλά και αυτή η ακαταμάχητη ιδιαιτερότητα της τέχνης δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο
της λαϊκής τέχνης.


Ο ένας σοβαρός λόγος λοιπόν που αγαπώ όλο το θρύλο της «λαϊκής» μουσικής με τους
παρελκυόμενους μύθους της, είναι το γεγονός ότι
με αυτήν μεγάλωσα.(και αυτό δεν αλλάζει).

Ο δεύτερος σημαντικότατος λόγος είναι απλώς το ότι μου αρέσει.

Ο τρίτος λόγος (και εδώ θα επεκταθώ) αφορά στο
πώς η γοητευτική διαχρονία της,
( από τους ζουρνάδες και τα νταούλια, τις λύρες και τις τσαμπούνες, μέχρι τα κλαρίνα,
τα χάλκινα,τα σαντουροβιόλια, τους μπαγλαμάδες και τα μπουζούκια)
με την διαλεκτική και ανάλαφρη τοπογραφία της ,
με τα αντιδάνεια και τους αμφίδρομους επηρεασμούς της, μπορεί και μεταφέρει τούτον
τον τεράστιο όγκο πολιτισμού,
(του πολιτισμού κυρίως με την έννοια του
civilization, και όχι του culture),
και τον ταξιδεύει σαν αναζωογονητική απαλή θαλάσσια αύρα, χωρίς ποτέ να γίνεται καταιγίδα.
Ευέλικτη, ευπροσήγορη και αειφόρος προσφέρεται σε όλους με την ίδια γενναιοδωρία.
Ένα αέναο «δούναι και λαβείν» που συνδέει το παρόν με το παρελθόν. Γεφυρώνει την ανατολή με τη δύση,
το βορά με το νότο.
Μας πιάνει απ΄ το χεράκι και μας πάει στο μέλλον.

Συρτός, Μπάλος, Χασαποσέρβικος, τσιφτετέλια,
ζεϊμπέκικος, μελωδίες, μουσικοί τρόποι, δρόμοι,ρυθμοί, θρύλοι, μύθοι, ήχοι, περιπέτειες, έρωτες.
Ακούς και αναρωτιέσαι, Έλληνας, Τούρκος, Αλβανός,
Σέρβος, Βούλγαρος, Άραβας ή άλλος σκάρωσε άραγε τούτη τη μελωδία ή κείνο το στιχούργημα;
Ότι κι αν ακούς έτσι υπέροχα δουλεμένο,απ’ τους αιώνες και τους ανθρώπους, πάντα συνοδεύει τα ίδια γλέντια, τους ίδιους θρήνους.
Και απαντά ξανά και ξανά στα ίδια ερωτήματα και στις ίδιες έγνοιες.
Σαν τσιγγάνοι οι μουσικές φράσεις, τα στολίσματα,
τα γυρίσματα, οι ρυθμοί και οι «τρόποι», οι θρύλοι και οι μύθοι,πλανώνται διαπερνώντας
βουνά, σύνορα, ποτάμια και αιώνες.
Τούτος είναι ο λόγος που την αγαπώ.
Οι πλάνητες αυτοί αλήτες αδιαφορούν, μα και αντιστέκονται, σε όσους θέλουν τις κοινωνίες των ανθρώπων καθηλωμένες σε απομόνωση μεταξύ τους.
Αντιστέκονται σε ότι κρατάει τις κοινωνίες σε απομόνωση από το ίδιο, το δικό τους ζωντανό παρόν.
Οι «τσιγγάνοι» αυτοί ήχοι, ρυθμοί, μύθοι αντιμάχονται
κάθε συλλογική ψευδαίσθηση υπεροχής.
Αντιμάχονται όσους προωθούν την μισαλλοδοξία και την έπαρση (με αποκλειστικό σκοπό να ελέγχουν
και να διαφεντεύουν).
Πάνε κόντρα στο σύγχρονο ρεύμα που λέει:
«το μόνο που αξίζει είναι αυτό που πουλάει».
Βάζουν τρικλοποδιά στους ταγούς των μαζών, που προτείνουν ως ύπατη αξία το «κέρδος».

Ο Διγενής των ακριτικών τραγουδιών ψυχομαχεί,
παλεύει, αντιστέκεται, μα δεν ξεψυχά ποτέ,… ευτυχώς.


Διαβάζοντας το «Γεφύρι με τις τρεις καμάρες», ένα διήγημα του αλβανού Ισμαήλ Κανταρέ,
διαπιστώνεις ότι διαβάζεις τον θρύλο του Γεφυριού της Άρτας. Έναν παμβαλκανικό μύθο
γεμάτο τραγούδια και συμβολισμούς.
Όλοι είναι εκεί.
Ο πρωτομάστορας,
το γεφύρι που ολημερίς το χτίζανε και χαλάει συνεχώς,
η γυναίκα του πρωτομάστορα
που πρέπει να θυσιαστεί κτλ. κτλ.
Ο παγιδευμένος στην «εθνική αρτηριοσκλήρυνση» εύκολα μπορεί να καταλήξει στο μεγαλοφυές συμπέρασμα ότι πρόκειται για κλοπή εθνικής περιουσίας.
(τί κάνει ο αρχιεπίσκοπος, ας οργανώσει μια λαοσύναξη…).
Ο υποψιασμένος αντίθετα κατανοεί και δεν αγνοεί
την προοπτική του χρόνου, την ιδιαιτερότητα,
την ιστορική αλληλεξάρτηση.
Καταλαβαίνει ότι υπάρχουν πάρα πολλά που μοιραζόμαστε με τους γύρω μας.
Αντιλαμβάνεται πόσο πολύ μοιάζουμε.
Συνειδητοποιεί πως στη δίνη μιας κυκλωτικής συρτορούμπας περιστρεφόμαστε, και η κυτταρική μας μνήμη, μας κρατάει παρέα για να μη βαριόμαστε.
Καταλαβαίνει ότι όταν επιδιώκεις αχόρταγα
να οικειοποιηθείς τα πάντα για να εξυπηρετήσεις το οποιοδήποτε απατηλό, δήθεν «ύψιστο ιδεολόγημα»,
οδηγείσαι με σιγουριά στο σκοτάδι, στην στενομυαλιά και στην ψυχική παγωνιά.
Ενίοτε και στην καταστροφή. (βλ.1922)
Στην Ελλάδα ανέκαθεν υπήρχε μια ευχάριστη διγλωσσία, τριγλωσία, τετραγλωσσία
στην παράδοση, στη μουσική, στον πολιτισμό.
Μια πολυγλωσσία που ποτέ δεν έβλαψε κανέναν.
Αντιθέτως…
Ο Διγενής (αυτός που κατάγεται από δύο γένη)
ως ακρίτας που είναι, υπερασπίζεται όχι τα στενά
σύνορα ενός έθνους, ή μιας φυλής, αλλά την ψυχή ενός πολύχρωμου, πολυσυλλεκτικού
πολιτισμού ανθρωπιάς.
Κι όπως είπαμε, ψυχομαχεί ακόμα στα μαρμαρένια
αλώνια της ελευθερίας μα δεν ξεψυχά.
Είμαστε ταυτόχρονα Βαλκάνιοι, Ευρωπαίοι,
Ασιάτες και Έλληνες.
Η παράδοση των ακριτών (κοινή στους λαούς που
ζούσαν στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία)
και ο θρύλος του αντρειωμένου Διγενή προτείνει τον αέναο αγώνα για την ελευθερία
,αλλά και την προσήλωση στον κοσμοπολιτισμό.
Αυτόν τον κοσμοπολιτισμό και την ανοχή, προτάσσει
και η σπαρακτική αυτοσχεδιαστική τόλμη
των εξαιρετικών λαϊκών οργανοπαιχτών,τραγουδιστών και τραγουδιστριών,
έτσι όπως εξαίσια «μελωδούν» στα πανηγύρια και στους γάμους. Έτσι όπως ακούραστοι περνούν και ξαναπερνούν τους χιλιοπερπατημένους
μελωδικούς δρόμους, και τραγουδούν σαν μεθυσμένοι δαίμονες (οι τραγουδιστές)
και σαν ελαφρώς πιωμένες σειρήνες (οι τραγουδίστριες).
Πάντα όμως γοητευτικοί και γοητευτικές..

Αλίμονο όμως,
ο λαϊκός πολιτισμός και οι παραδόσεις χρησιμοποιήθηκαν συχνά από δημόσιους άρχοντες
και κάθε είδους δεσποτάδες ποιμαντικά και προτρεπτικά προς την κατεύθυνση του διαχωρισμού.
Τα προσεταιρίστηκαν για να υπερτονίζουν τις διαφορές και τις εθνικές εξάρσεις ,
να κατευθύνουν τις κοινωνίες σε σκοτεινά μονοπάτια μίσους.
Πάντα, οι κατ΄ επάγγελμα δημεγέρτες, στόχευαν στα αγελαία συναισθήματα των λαών.
Λάθρα ιστοριογραφούσαν, εσφαλμένα παρακινούσαν,
υποβουλιμιαία και μεθοδευμένα φρόντιζαν
να καλλιεργούν την μισαλλοδοξία και την φτηνή
έπαρση μιας «δήθεν» ανωτερότητας.
Για αυτό θα συμβούλευα, να είναι άκρως προσεκτικοί
όσοι εύκολα προσάπτουν, φερ΄ ειπείν,
«βαρβαρισμό» στους δυτικούς, συλλήβδην (η γνωστή θεωρία των βελανιδιών και του Παρθενώνα).
Ή, όσοι παρασυρμένοι από ενθουσιασμό και εθνικοφροσύνη επιμένουν να θεωρούν τους Τούρκους γείτονες τρωγλοδύτες,
τους Άραβες φανατικούς ,
τους Σκοπιανούς κατσικοκλέφτες ,
και τους Άγγλους αδελφές.

Κι όμως, κανείς από μόνος του δεν τα καταφέρνει καλύτερα. Κι όμως, καμιά κοινωνία ή έθνος ή φυλή δεν ορθοποδεί χωρίς συνεργασία και ανοχή.
Κανένα χέρι από μόνο του, όσο επιδέξιο κι αν είναι,
καμιά σμίλη, όση επιτηδειότητα κι αν έχει, δεν δίνει στα βότσαλα της ακρογιαλιάς τις τέλειες και απέριττες φόρμες που τους δίνει η συνεργασία
της θάλασσας, της αλμύρας και του χρόνου.
Έτσι και οι λαοί, οι πολιτισμοί, οι θρύλοι τους, οι μουσικές και οι στιχουργίες τους,
ανεπαίσθητα παραλλάζουν,
ομορφαίνουν και εξελίσσονται με την συνεργασία του χρόνου και του τόπου, της κοινωνίας και των ανθρώπων,
του σπαραγμού και της χαράς,
του πόνου και της ίασης.
Το κρυστάλλινο σύμπαν των παραδόσεων και των μύθων, το διαυγές της λαϊκής τέχνης,
δεν καταβάλλεται από καμιά περίτεχνη φιοριτούρα,
από καμιά πομπώδη αρμονία,
από κανένα μισαλλόδοξο διαχωρισμό, από καμιά επηρμένη ψευτοϊδέα.
Αυτό το απόσταγμα λιτότητας και αρτιότητας της λαϊκής δημιουργίας ανήκει σε όλους μαζί και στον καθένα ξεχωριστά, κανείς δεν το κατέχει με τίτλους ιδιοκτησίας, κληρονομικά δικόγραφα
ή διεθνείς συμβάσεις, ή προικοσύμφωνα.
Με το σφρίγος του τροφοδοτεί «δωρεάν» κάθε νέα ιδέα και γίνεται αντίδωρο που ενισχύει κάθε προσπάθεια για συνεννόηση.
Διδάσκει την αξία της συνύπαρξης.
Αποκαλύπτει πως είμαστε ίσης αξίας κομμάτια, του ίδιου πολύχρωμου παζλ.
Απελευθερώνει, με την σύνθεση των διαφορετικών,
και αφήνει κενό γράμμα κάθε ύποπτη διαμάχη για καταγωγές, καθαρότητες, παντιέρες, ονόματα,
τοπωνυμία,προίκες,κληρονομιές,

διαόλους, τριβόλους
και άλλα τέτοια ανόητα και φαντασμαγορικά.



Υ.Γ.: Ο καινοτόμος Μάρκος Βαμβακάρης όταν ρωτήθηκε για τον τρόπο που συνέθετε
τα τραγούδιά του, απάντησε:
« το όργανο πιάνει τα τραγούδια».
Με αυτήν την απάντηση δεν αποποιούνταν την πατρότητα των τραγουδιών του,
αλλά επεσήμανε με τον τρόπο του, πως η μητρική καταγωγή τους, εντοπίζεται στον απέραντο ωκεανό «τρόπων», «ήχων», και «μύθων»
της βυζαντινής μουσικής , της αγροτικής δημοτικής,
της αστικής μουσικής της Πόλης και της Μικρασίας,
και γενικά, σ΄ όλον αυτόν τον αδέσποτο και περιπλανώμενο πλούτο.
Όσο για την στιχουργική του…
τα είπε όλα με ένα τετράστιχο:
«Μα γω δεν είμαι ποιητής
τραγούδια να ταιριάζω
και μου τα φέρνει ο ναργιλές
και τα κατασκευάζω»

4 σχόλια:

Λουΐζα Κορνάρου είπε...

"Ο ένας σοβαρός λόγος λοιπόν που αγαπώ όλο το θρύλο της «λαϊκής» μουσικής [...]είναι το γεγονός ότι
με αυτήν μεγάλωσα.(και αυτό δεν αλλάζει).

Ο δεύτερος σημαντικότατος λόγος είναι απλώς το ότι μου αρέσει."

Επίσης. Και γι αυτό, μια βόλτα στο Φιλοξενείο σήμερα,
http://filoxeneio.blogspot.com/
θα την χαρείς νομίζω. Τραγουδάει εκεί, μια ελαφρά μεθυσμένη σειρήνα, η Καίτη Ντάλλη.

kostis-b είπε...

Ναι ρε.
Υπέροχα τα λέει αυτός ο μερακλής Αθανάσιος.

Λουΐζα Κορνάρου είπε...

Χελόοοου: http://zoolouisa.blogspot.com/2007/02/blog-post_18.html

Composition Doll είπε...

Αγαπητέ kostis-b, ένα από τα καλύτερα πονήματά σας, ήταν τούτο-δω!