Σάββατο, 21 Απριλίου 2007

Τί ρε..;


Μένει μονάχα να διερωτηθούμε αν τυχόν υπάρχει
κάποια σημαντικότερη «σημασία»,
που να μας υπαγορεύει ρητά να «το» προσπεράσουμε
και να πάμε παραπέρα.
Κι αυτήν όμως η μετάθεση της προοπτικής μας,
έστω κι αν γίνεται για να διαπιστώσουμε τα όρια μας,
μας υπενθυμίζει και μας φέρνει πιο κοντά στο άυλο υλικό
του οντολογικού «κενού», και στο μονίμως αναπάντητο
ερώτημα των κοριτσίστικων λευκωμάτων: Τι εστί Έρως;

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2007

Είμαι καλά γιατρέ μου..;

Τις τελευταίες μέρες είχα καλύψει χιλιάδες χιλιόμετρα
στα πιο αφιλόξενα εδάφη και στις πιο απόκρημνες πλαγιές
του εγκεφαλικού φλοιού.
Μια ιδέα μουσικής, σαν από ορχήστρα,
ερχόταν από το μακρινό μέλλον.
Εσκεμμένα ήθελα να δείχνω σαν πολυχρησιμοποιημένο
αθλητικό παπούτσι, έτσι ώστε να περνώ απαρατήρητος.
Βρισκόμουνα πολύ κοντά… ακολουθούσα τα φρέσκα ίχνη
μιας εμμονής. Μερικά μπαλώματα μπλε ουρανού μόνο,
έσπαγαν το μονολεκτικό γκρίζο του πελάγους της
φαιάς ουσίας.
Και κει που έλεγα πως θα΄ φερνα εις πέρας τούτη την
καθόλου εύκολη, αλλά τετριμμένη και βαρετή αποστολή,
μου ΄λαχε συνάντηση:
«Είστε ένα ηλιόλουστο σπίτι με πολλά δωμάτια
και όμορφα έπιπλα, στο οποίο όμως δεν θα μπορούσα
ποτέ να κατοικήσω», μου είπε.
Καθότι μάστορας των υπεκφυγών, έκανα:
«Σσσσσσς…ησυχία παρακαλώ…», φέρνοντας τον δείκτη
του δεξιού χεριού στα χείλη, «…βρίσκομαι στα ίχνη μιας εμμονής».

Σάββατο, 14 Απριλίου 2007

"Άρον άρον εγένετο αύριο. Αλλά ήταν πλέον πολύ αργά."*














"Επιτέλους, πρώτη φορά σας είδατε νεότητα
να μην ομοιάζει διόλου με την απώλεια της;"**


*
**(Κική Δημουλά)

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2007

Το θαύμα, ο πρωτοσύγκελος και ο μπατζανάκης. (μέρες που ΄ναι)

Ήτο Μεγάλη Παρασκευή, και ως ήτο καθιερωμένο
και αναμενόμενο,λόγω της θλίψεως,
ο ουρανός εθλίβετο και η γης και ο τόπος
εσείετο.
Νωρίς την εσπέραν,μετά την δεύτερην καμπάναν,
κατέφθασε πλήρης φούργιας και σπουδής εν τω Ιερώ Ναώ,
ο πρωτοσύγκελος της Ιεράς μητροπόλεως μας,
πατήρ-Αμβρόσιος.
Συνοδευόμενος υπό τινός,εξ αγχιστείας, συγγενούς του.
Του περιωνύμου μπατζανάκη του, εξ Αθηνών.
Ο μπατζανάκης του πρωτοσυγκέλου μας, είχε φτάσει
προ ημέρας,εκ της πρωτευούσης,
ίνα εορτάσουν οικογενειακώς το Άγιον Πάσχα.
Πρωτίστως κατευθύνθηκαν να προσκυνήσουν ευλαβώς
την ιεράν εικόναν της Παναχράντου και ενδόξου
Θεομήτορος Παρθένου Μαρίας, αμφότερα τα μπατζανάκια.
Κατόπιν εκινήθησαν προς την κατεύθυνση όπου εκτίθετο
το σεπτόν σκήνωμα του προσφάτως κεκοιμημένου
μακαριστού Δεσπότου μας, Βαρνάβα Κοκκινοπλίτη.
Όστις, αναμένετο οσονούπω, όπως αγιοποιηθεί,
παρά της Ιεράς Συνόδου. Αφού επροσκύνησαν,
ετράβηξαν κατά το ιερόν παγκάριον του Ναού,
και ενδελεχώς ασχολήθησαν με τας ημερήσιας
εισπράξεις.
Η αλήθεια είναι πως ο πατήρ-Αμβρόσιος δεν έμεινε
πλήρως ικανοποιημένος από τον,
μέχρι εκείνην την στιγμήν,τζίρον.
Και εσυνοφρυώθη εμφανώς.
Δεν είχον παρέλθει λοιπόν 15 πρώτα λεπτά
αφότου αφίχθη εις τον Ναόν της Ιεράς
Μητροπόλεως μας, συνοδευόμενος όπως προείπαμε
υπό του μπατζανάκη του,
όταν...
εξ΄αίφνης,στραφής προς το κέντρον του Ναού,
ο Αμβρόσιος, στήλη άλατος εγίνηκε.
Και εις χρόνον dt, αυθορμήτως,
ποταμοί δακρύων ανέβλυσαν υπό των οφθαλμών του.
Όταν αντιληφθήκαμε τί είχε συμβεί
συνεκλαύσαμε φρικωδώς και ημείς, τα παπαδοπαίδια.
Συνέκλαυσε γαρ, ομού μεθ`ημών και ο μπατζανάκης.
 Δια να ιδεί και διαπιστώσει το φρικώδες θέαμα,
εκ του σύνεγγυς ο πρωτοσύγκελος,
ζύγωσε σταυροκοπούμενος ενώπιον
του χρυσοποίκιλτου Επιταφίου του Ναού μας.
Ήθελε όπως καταμετρήσει το ύψος της ανίερης
ζημίας που επροκλήθη..
Κοιτώντας έκθαμβος,πλήρης φρίκης
και ιερής αγανάκτησης,
αντελήφθη πως αι,επίσης, χρυσοποίκιλται κανδήλαι
του παρακείμενου ταπεινού παρεκκλησίου του
Οσίου Εφραίμ, ετσιτσιρίζουσιν ομαδιδών,
ελλείψει προφανούς άλλου λόγου.
Και τότε ανέκραξεν, "Ιδού... τας κανδήλας..!
τας κανδήλας αδελφοί..! θαύμα!"
Έφριξαν και αι άμοιραι κανδήλαι, με το θέαμα.
Αύτοι, οι αθεόφοβοι, σαρδανάπαλοι, κομμουνισταί,
είχον εισχωρίσει κρυφίως εις τον ιερόν Ναόν μας,
και ειδεχθώς εναπόθεσαν χωρίς ντροπήν και φόβον,
επί του σεπτού Ιερού Επιταφίου μας,
και εξ ευωνύμων του θεανθρώπου,
φωτογραφικόν πορτραίτον του αρχικομμονιστού
Βελουχιώτου.
Καλουμένου λαικιστεί και ως "Άρην".
Θαρρείς και ηθέλησαν ούτοι οι εγκληματίαι
να υποδηλώσουν πως είναι ομοίου βεληνεκούς,
ο Κύριος ημών,έναντι του αρχικατσαπλιά,
αρχικομμονιστού, εαμοβούλγαρου
εκδοροσφαγέα απίστου.Θου Κύριε...
Προφανώς αι άτιμοι ηθέλησαν κάμμει τούτο το έγκλημα
δια να προκαλέσουσιν σκανδαλισμόν και μπαλαμπανισμόν
στο ποίμνιον. Τότε λοιπόν ήτο,
που ο πάτερ-Αμβρόσιος,τη συνοδεία του μπατζανάκη του,
δεν εκράτησεν τα δάκρυαν του.
Στο θέαμα δε, των τσιτσιριζουσών κανδηλών,
που εφώτιζαν ουχί μόνον, με πνευματικόν φως
τον ιερόν χώρον, διείδε το θαύμα,
καθώς και την οργήν του δικαίως σκανδαλησθέντος
Οσίου Εφραίμ.
Και απεφάνθη πάραυτα, και σοφώς,ο σοφός γέρων,
την χρείαν δημιουργίας νέου τινός παγκαρίου,
εις μνήμην του εξαίρετου τούτου γεγονότος.
Και όλοι ημείς εθαυμάσαμε τότε
την πίστη του πατρός.
Και απομακρύναμε με προσοχή,υπό τις οδηγίες του,
το βδέλυγμα.
Κατόπιν, ο Αμβρόσιος έκλινε το γόνυ ταπεινά,
μετά του αγαπημένου του Μπατζανάκη.
Προσευχήθηκε επί τριλέπτου με ακατάληπτα
δι ημάς ιερά λόγια.
Τα οποία,εάν δεν ηγνωρίζαμε το ποιόν
του πατρός Αμβροσίου, ευκόλως ημπορούσαμε
να τα εκλάβουμε ως βλασφημίες.
Αφού ανηγέρθη, μετ΄ευλαβείας εσταυροκοπήθη, και είπε:
"Κομμούνια του κερατά".

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2007

Σχεδόν καλό μέσο Πάσχα, σε όλους.

Βαριά η καταδίκη του μέσου όρου.
Κρουσούμι. Βαρίδι ασήκωτο, τούτη η ιδιότητα
της μέσης σφυγμομετρηθείσας μονάδας,
που σου απέδωσαν.
Μεγάλωσες αρκετά ώστε να μην σε απασχολεί
το μέσο βάρος μιας σταγόνας νερού στο μάγουλο.
Αλλά να σε ενδιαφέρει αποκλειστικά,
να καταλάβεις αν πρόκειται
για σταγόνα βροχής, ή αν πρόκειται για δάκρυ.

Έμεινες αρκούντως μικρός, ώστε κάνοντας μια
βραδινή βόλτα στην παραλία,
να μπορείς να μην συζητάς για την μέση τιμή πώλησης
της μαρίδας και της σαρδέλας.
Ποτέ άλλοτε το αδιακρίτως ευτελές του μέσου όρου,
δεν είχε κατισχύσει τόσο ισοπεδωτικά, επί του μοναδικού
και του ανεπανάληπτου.
Συνομιλούν αμοιβαία ευεργετούμενες οι μετρήσεις,
και παλεύει επαξίως, για την χαμένη του τιμή,
το «μοναδικό».
Ένα ωραίο και επωφελές «σχεδόν», κυριαρχεί.
Αρκεί να ΄ναι ανταγωνιστικό.
Τα ψηλά τακούνια πωλούνται σχεδόν ως σκάλες
για τον παράδεισο.
Τα αυτοκίνητα λανσάρονται σχεδόν ως γυναίκες.
Και τα ιστολόγια διαβάζονται, σχεδόν ως λογοτεχνία.
Ιδού, ότι σχεδόν καλλίτερο είχα να πω, για σήμερα.
Στο πολυμελές Εφετείο της ανθρώπινης συνείδησης
κατέφυγα. Ασκώντας έφεση κατά της μέσης συνείδησης.
Σχεδόν.
Μουρμουρίζοντας, (σχεδόν τραγουδώντας) το λαϊκό άσμα:
«Αυτός ο κόσμος που (σχεδόν) αλλάζει,
πώς σου μοιάζει, πώς σου μοιάζει…;»