Παρασκευή, 18 Μαΐου 2007

"Οι δυό μπύρες δεν μου κάνουν, καταλαβαίνω πως η ψυχή σου δεν χρειάζεται ένα οποιοδήποτε αλκοόλ" (desolation angels)



Οι νεαροί άφηναν στον τάφο του σημειώματα, ποιήματα,
προσευχές, τσιγάρα, ψιλά, κουτιά μπύρας, και μπουκάλια κρασί.
Η περίπτωση του παραπέμπει αναπόφευκτα στον τύπο του «νέου-όμορφου-ανένταχτου-απροσκύνητου-ιδανικού, νεκρού».
Του οποίου η μορφή γίνεται αφίσα σε νεανικό δωμάτιο.
Αναμφίβολα κρατάει κοντινές ή λιγότερο κοντινές εκλεκτικές
συγγένειες με εμβληματικές οικουμενικές φιγούρες όπως,
ο Morrison ή ο Hendrix, ή ακόμα όπως ο Τσε ή ο Ιησούς.
Άλλωστε και ο ίδιος ο συγγραφέας αρεσκόταν στον όρο
«οικουμενικό πνεύμα», και μάλλον μέσα σ΄ αυτόν τον όρο
τοποθετούσε και τον εαυτό του και τον θεό του.
Η περίπτωση του είναι η χαρακτηριστική του υπαρξιστή συγγραφέα ,
του οποίου κι αν για πολλούς η γραφή του «πάλιωσε» πρόωρα ,
ο μύθος του ζει και βασιλεύει.. Και δύο τρία από τα μυθιστορήματά
του αντιμετωπίζονται μέχρι σήμερα ως ευαγγέλια του
«δρόμου της μοναχικής ελευθερίας.»


«…Η μουσική ζωήρεψε. Ο κοντραμπασίστας καμπούριαζε
και γρατζούναγε το όργανο του ολοένα και πιο γρήγορα…

Ο Σήρινγκ άρχισε να παίζει, τα ακόρντα του ξεπηδούσαν

από το πιάνο σε πλούσια και ραγδαία συχνότητα,
θα λεγε κανείς πως ο άνθρωπος δεν είχε καιρό να τα
βάλει σε τάξη.
Κυλούσαν αδιάκοπα σαν θάλασσα.
Ο κόσμος του φώναζε: ΄΄Δώστου!΄΄…΄΄Να΄τον!
Αυτός είναι!
Ένας γερο-θεός!΄΄…΄΄ο γερο θεός Σήρινγκ!...
Ναι! Ναι! Ναι!...΄΄

Ο Σήρινγκ σηκώθηκε από το πιάνο, στάζοντας ιδρώτα…
Όταν έφυγε, ο Ντην έδειξε με το δάχτυλο το άδειο κάθισμα.
΄΄Ο άδειος θρόνος του θεού΄΄ είπε .

Πάνω στο πιάνο ήταν βαλμένο ένα πνευστό.
Η χρυσή του
ανταύγεια έπαιζε περίεργα πάνω
στην τοιχογραφία ενός
καραβανιού μέσα στην έρημο,
που κάλυπτε τον τοίχο
πίσω από τα ντράμς.
Ο θεός είχε φύγει, έμενε μονάχα η σιωπή
της φυγής του.
Ήταν μια βροχερή νύχτα, Ήταν ο μύθος της βροχερής
νύχτας…
ξαφνικά συνειδητοποίησα πως ήταν
απλώς από το ΄΄τσάι΄΄
που καπνίζαμε.
Ο Ντην είχε φέρει κάμποσο στη Νέα Υόρκη.
Αυτό μ΄ έκανε να σκέφτομαι πως τα πάντα
μπορούσαν να συμβούν
- η στιγμή όπου ξέρεις τα πάντα
και που κάθε τι ορίζεται για πάντα…»

Πρόκειται φυσικά για το μοναδικό και ανεπανάληπτο “On the road”.
Το κοράνι της “beat generation”. Στο οποίο αποτυπώνεται
(χωρίς νάναι αυτοβιογραφία) η ουσία της πορείας του συγγραφέα,
που ήταν μια συνεχής αναζήτηση μιας αυθεντικής πνευματικής
εμπειρίας. Η ανίχνευση δηλ. του θερμού αισθήματος της
ικανοποίησης που ο καθένας ζητάει.
Είτε στο ποτό, είτε στην ποίηση, είτε στον στοχασμό
αυτό που αναζητούν οι άνθρωποι, είναι η θέρμη του πνεύματος.
Θα μου πείτε τώρα, «καθόλου πρωτότυπο».
Σε μια εποχή που σχεδόν όλοι και όλα ομονοούν στην
μεταμοντέρνα αποτελεσματικότητα, τί μπορεί να προσφέρουν
οι περιπλανήσεις ενός αλανιάρη ανθυποδιανοούμενου,
ιστορημένες από έναν επίσης αλανιάρη συγγραφέα που πέθανε
στα 47 του από κίρρωση του ήπατος.
Δεν έχω τίποτα να απαντήσω, παρά μόνο να πω πως η λατινική
λέξη για το αλκοόλ είναι spiritus. (πνεύμα).


«…άρχισα να απελπίζομαι. Αυτό που μου χρειαζόταν,
αυτό που χρειαζόταν και στην Τέρη εξάλλου,
ήταν ένα ποτηράκι.
Αγοράσαμε λοιπόν ένα λίτρο πορτό
της Καλιφόρνιας
για τριανταπέντε σεντς και πήγαμε
να το πιούμε κοντά
στο αμαξοστάσιο του σιδηροδρομικού
σταθμού. Βρήκαμε ένα μέρος
όπου αλήτες του δρόμου
είχαν κουβαλήσει καφάσια
για να καθίσουν γύρω από
τη φωτιά. Κάτσαμε εκεί και ήπιαμε
το κρασί …
Ά, ήταν όμορφη νύχτα, νύχτα ζεστή, νύχτα να πίνεις κρασί,
μια φεγγαρόλουστη νύχτα , να σφίγγεις κοντά σου
το κορίτσι σου,
να της κουβεντιάζεις, να κάνεις έρωτα
και να πετάς στον
έβδομο ουρανό. Αυτό κάναμε.
Ήπιε σαν τρελή, στην αρχή
το ίδιο με εμένα,
ύστερα με ξεπέρασε και συνέχισε να μιλάει
μέχρι τα μεσάνυχτα … Δεν το κουνήσαμε στιγμή από
κείνα
τα καφάσια. Κάπου κάπου περνούσαν αλήτες,
μεξικάνες μανάδες
με τα παιδιά τους…
και η ΄΄ασπρούλα΄΄ ήρθε να κοιτάξει εκεί γύρω,

κι ο μπάτσος βγήκε να κατουρήσει, αλλά τις περισσότερες
ώρες
ήμασταν μόνοι και έλιωναν μαζί οι ψυχές μας
κι άλλο κι άλλο ,
σε σημείο που θάταν φοβερά σκληρό
να πούμε αντίο .
Τα μεσάνυχτα σηκωθήκαμε και
περπατώντας βγήκαμε
στο δημόσιο δρόμο…».


Στο αλκοόλ, στα ναρκωτικά, στην αμφιφυλλία (ένας μάλλον
ανυπόστατος θρύλος θέλει τον Κέρουακ να έχει κάνει σεξ
σε ένα βράδυ με περισσότερα από 200 άτομα και των δύο φύλλων),
στον πρόωρο θάνατο του αδερφού του, εικάζουν κάποιοι πως
οφείλεται το χτίσιμο του μύθου και της προσωπικότητας
ενός ιδιόρρυθμου μεγάλου συγγραφέα, ο οποίος χωρίς αυτά
θα ΄ταν ένας ακόμα της σειράς. Αλλά θεωρώ ότι τέτοιου είδους
εικασίες και προσεγγίσεις υπόκεινται στο ρητό:
Αν η γιαγιά μου είχε καρούλια θα ήταν πατίνι. Κοντολογίς πιστεύω
πως δεν προσφέρουν τίποτα ουσιαστικό και ενίοτε είναι
χωρίς νόημα. Αυτό που με ενθουσίασε ξαναδιαβάζοντας
το «στο δρόμο» είναι ο υπέροχος τρόπος με τον οποίο σε κάποιο
κεφάλαιο, εντός του, ζωντανεύουν Άγιοι όπως, ο Τελόνιους Μονγκ,
ο Τσάρλι Πάρκερ, ο Μάιλς Ντέηβις, ο Γκιλέσπι, ο Λουίς Άμστρονγκ …
Ο μοναδικός David Bowie είχε πει πως σ΄ αυτό το μυθιστόρημα
χρωστάει τα πάντα. Ότι είναι και ότι έκανε το οφείλει σ΄ αυτό
το βιβλίο. Χιλιάδες αράδες έχουν γραφτεί, και άλλα τόσα
πιθανότατα θα λεχθούν στο μέλλον για αυτό το βιβλίο.
Ένα είναι όμως σίγουρο. Πάντα στο οπισθόφυλλο των
εκατοντάδων επανεκδόσεων θα παρατίθεται το απόσπασμα
από τα λόγια του αφηγητή Σαλ Παραντάιζ:


«…οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί,
αυτοί που
τρελαίνονται να ζήσουν, να μιλήσουν,
να σωθούν
που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή,
αυτοί που ποτέ δεν
χασμουριώνται ή δεν λένε
κοινότοπα πράγματα,
αλλά που καίγονται,
καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά
κίτρινα
ρωμαικά κεριά…»


Τούτο το πόστ τίποτα δεν φιλοδοξεί να προσθέσει στην
ατέλειωτη φιλολογία γύρω από τον Κέρουακ.
Το on the road το είχα πρωτοδιαβάσει ως γυμνασιόπαις.
Το χα δανειστεί από την δημοτική βιβλιοθήκη.
Αλλά τότε ήμουνα θαρρώ πολύ απασχολημένος με το να
εκτρέφω τον δικό μου εφηβικό αντικομφορμισμό του ΄80,
έτσι ώστε να μην μπορώ να βυθιστώ ικανοποιητικά στον
αμερικανικό αντικομφορμισμό του ΄50.
Αφορμή για να αναρτηθεί τούτο δω ήταν η εκ νέου
πρόσφατη ανάγνωση μιας νέας έκδοσης του βιβλίου.
Που βρέθηκε στα χέρια μου εδώ και μερικούς μήνες,
δώρο δύο καλών* φίλων**.

Για το τέλος, αυθορμήτως, πλην όμως ειλικρινώς,
μου ΄ρχονται οι στίχοι του Αγγελάκα. Εν είδει αφιερώσεως.

« Πέρα απ΄ τα άστρα είναι η δικιά μας γειτονιά
κατεβήκαμε με γέλια και με όργανα στον ώμο
έλα κάντε μας λιγάκι συντροφιά,
κουραστήκαμε απ΄το δρόμο.

Είχε κρύο από του Δία τη μεριά
κι η Σελήνη ερημιά καθόλου κόσμο
άντε ανάψτε μας μια όμορφη φωτιά
κουραστήκαμε απ΄το δρόμο.

Τέτοια νύχτα μαγεμένη και γλυκιά
μας θυμίζει ένα φθινόπωρο στον Κρόνο
άντε ας παίξουμε μια τελευταία πενιά
όπου νάναι ξανάβγαίνουμε Στο Δρόμο.»


5 σχόλια:

Moloch είπε...

Διάβασα το Στο Δρόμο στα 16 μου(τώρα είμαι 25), και χτες παρήγγειλα τους Αλήτες του Ντάρμα. Σαν να έχω παλι την όρεξη για ταξίδια στην ελευθερία. Και ο εύκολος τρόπος είναι τα βιβλία του Κέρουακ...

dimitris-r είπε...

Χμ! Κέρουακ ...δεν άνθησε ματαίως!
Μεγάλη υπόθεση να 'ρχονται οι άνθρωποι στον τάφο σου και ν' αφήνουν κάτι. Τούτο σημαίνει πως για κάτι που άφησες στο πέρασμά σου κάποιοι σε θυμούνται...
Κάπως έτσι το 'γραφε Μέλπω Αξιώτη.

Πιες και για μας ένα μπυρόνι ή μια Μαλαματίνα σύντροφε κι εμείς ανταποδίδουμε με σούμα, αλλά περιμένουμε να πάει τουλάχιστον 11 ...μη μας παρεξηγήσουνε κιόλας.

Λουΐζα Κορνάρου είπε...

έχει πλάκα να επιστρέφουμε στα παλιά αναγνώσματα - σιτεύουν με τον καιρό μέσα μας σε μιαν άκρη, ξεχασμένα πολλές φορές, και κάποτε έρχεται η ώρα να τα ξαναδοκιμάσουμε.


http://www.youtube.com/watch?v=_MjPtem6ZbE&mode=related&search=

kopoloso είπε...

Βαθιά τα σημάδια που αφήνει ο Κέρουακ, αλλά κι όλη η υπόλοιπη κομπανία της beat generation στα μονοπάτια των περισσότερων εφήβων. Ίσως ακριβώς λόγω των κοινών στόχων που θέτουν. Της "ανίχνευσης δηλ. του θερμού αισθήματος της ικανοποίησης" που λέτε κι εσείς.
Μία δεύτερη -μετά από χρόνια- προσέγγιση των εφηβικών αναγνωσμάτων εκείνης της γενιάς, αποκαλύπτει συνήθως το "βαθμό σιτέματος" της ματιάς του αναγνώστη, αλλά και το λόγο για τον οποίο πολλοί από τους συγγραφείς της γενιάς εκείνης θεωρούνται "μεγάλοι".

Composition Doll είπε...

Αξεπέραστος Jack.
Εξαιρετικός Kostis-b.