Τρίτη, 13 Μαρτίου 2007

Διαχειριστής λαθών

Εις την ευτυχήν εκδρομήν και εις την ευτυχεστέραν
εν γένει συναναστροφήν, εσυλλογιζόμην πλήν άλλων,
το ευγενές κάλεσμα της εριτίμου Κομποζίσιον Ντόλεος
και την ευχαριστώ δι΄αυτό.
Ήγγικεν γάρ η ώρα να εξιστορήσω, εξιλεωτικώς και εντόκως,
ένα ενύπνιον και ενδογενές όραμα. Απ΄ αυτά τα κοινά τινά, που
ενδημούν εντός μας.
Στη σημερινή διήγηση μας λοιπόν, ο ήρωας μας
με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, ως δρομέας ημιαντοχής,
διατρέχει την ανεμελιά της πρώιμης ωριμότητας του,
παρά το ότι τον ταλαιπωρεί ένας επίμονος βήχας,
…παρά το ότι τελευταία υποφέρει από μια φλεγμονή
των ακουστικών τυμπάνων.
«Λες να κρύωσα…μπα, απ΄τα τσιγάρα θάναι…»
Καλού κακού ρίχνει ένα πουλοβεράκι στους ώμους.
Ρίχνει και τα ζάρια που του προσφέρει η τύχη .Τα συχνά
ασσόδυα γενικώς δεν τον πτοούν. Αντιμετωπίζει τα όνειρά του
ως λαχεία συντακτών. Και παίζει κορώνα γράμματα τις μέρες του.
Διατηρεί στη ντουλάπα του ειδική κρεμάστρα αποτυχιών.
Μεθοδικός και αμετανόητος τυχοδιώκτης,
κρεμάει εκεί κάθε άστοχη προσπάθεια. Μανιακός και
σχολαστικός γυναικοκατακτητής, (αλλά από καλή
οικογένεια του κέντρου), τυγχάνει ευπρόσδεκτος
σε πνευματικούς κύκλους, σε ερωτικά τρίγωνα
και σε οβάλ τραπεζώματα Σκουντουφλά παρασυρμένος
από πάθος και φλόγα, και είναι ήδη έτοιμος…
Έχει ήδη αρχίσει να πουλάει… για να κερδίσει τον κόσμο…
Μέχρι τα επτά του χρόνια, τον χαρακτήριζε μια ιδιαζόντως ειδεχθής
ωριμότητα. Ήθελε να γίνει θηριοδαμαστής σε τσίρκο.
Επτά με δεκατέσσερα, έβαλε νερό στο κρασί του,
και αποφάσισε να γίνει αεροπόρος. Από τα δεκατέσσερα
ως σήμερα σταθερά, δημοσιογράφος.
Η δημοσιογραφία όμως τελευταία δεν καταδεχόταν να του ρίξει
ούτε μια ματιά. Μόνο στην αρχή, στην πρώτη-πρώτη τους
συνάντηση, αφού χαιρετηθήκανε, γνωριστήκανε,
χορέψανε σε ένα πάρτυ ένα «αγκαλιαστό» βαλσάκι.
Όλα βαίναν κατ΄ ευχήν…
Όταν όμως της πρότεινε να την πάει από το σπίτι ,
εκείνη τον έφτυσε και έφυγε με άλλη παρέα.
Τελευταία είχε συνειδητοποιήσει ότι, ουδείς εκ των λιγοστών
εν δυνάμει συναδέλφων του, δημοσιογράφων,
και ουδείς επίσης εκ των ανύπαρκτων προς το παρόν,
αναγνωστών του, πενθούσε για την απουσία του από τον «χώρο».
Η ίδια δε, η δημοσιογραφία , λίγο στεναχωριόταν
(έως που αδιαφορούσε) που στερούνταν των υπηρεσιών
και του ταλέντου του.
Ο ήρωας μας, τεντώνει το σκοινί,
καθότι οξύνους και εφευρετικός,(έτσι τουλάχιστον νομίζει)
και αναζητά την Δόξα ( μακρινή του ξαδέρφη από τη Βέροια).
Η Δόξα βιτσιόζα, πλούσια, τσιγκούνα και ζηλότυπη καθώς είναι,
φτάνει στο σημείο να τον αποκαλέσει χαζό, για να τον ξεφορτωθεί.
Ματαίως η γριά μάνα του τον παρακαλούσε γονατιστή
και τον συμβούλευε να σηκωθεί το πρωί, μόλις η αυγή ροδίσει,
και να πάει στην Λάρισα να συναντήσει την θεία του την Φώτιση.
Η οποία τον αγαπάει πολύ, και ο κάμπος ολάκερος
την γνωρίζει και την σέβεται. Ο ίδιος αρνούνταν πεισματικά,
ως που κάποια μέρα τυχαία,
την συναντά Τσιμισκή και Καρόλου Ντήλ Γωνία να ψωνίζει παπούτσια..
«Καλησπέρα Θεία Φώτιση… ο Τηλέμαχος είμαι…δεν με θυμάσαι;»

Ο επίμονος βήχας εξακολουθεί να τον ταλαιπωρεί,
αλλά η φλεγμονή των ακουστικών τυμπάνων πήρε να υποχωρεί.
Παρασκευή απόγεμα, και δεν είχε σκοπό να πάει στο πάρτυ το βράδυ.
Ήταν καλεσμένος της τσαχπίνας θείας του,της Φώτισης,
που ρθε από τη Θεσσαλία για ψώνια και διασκέδαση.
Είχε και αυτόν το φόβο μην τρακάρει κανέναν «αδέσποτο συνάδελφο του»,
που θα ΄χε όρεξη για κουβέντες…
Και πού να βρεί να αντλήσει δύναμη, για να ανταποκριθεί
σε άχαρες και υποβουλιμιέες ερωτήσεις: «Πού γράφεις τώρα Μάχο;»
«Γιατί έχουμε τόσο καιρό να σε διαβάσουμε;»
Μ΄ αυτά και μ΄ αυτά, ακολούθησε όσο λιγότερο τραχείς δρόμους
γινόταν, εκείνο το βραδάκι.
Αφού περιπλανήθηκε ώρα στην κοιλάδα της Ερμού,
έστριψε κόντρα στην ροή της Βενιζέλου.
Διέσχισε εγκάρσια την κοίτη της, και ακολουθώντας την νότια όχθη,
σιγά- σιγά σύρθηκε ως την οικοδομή που γινόταν το πάρτυ.
Ανέβηκε, μπήκε και σκανάρισε τον χώρο.
Εντόπισε καναπέ με εύκολη πρόσβαση στο αυτοσχέδιο
μπάρ και στρώθηκε. Γλέντι τρικούβερτο.

Οι υπολογισμοί, οι μετρήσεις ,και οι ποσοτικές αποτυπώσεις γενικώς
τον χαλάρωναν και τον βοηθούσαν πάντα να ανταπεξέρχεται
στις βαριεστημένες εξόδους και στις μουδιασμένες «διασκεδάσεις».
Κι άρχισε: «ψηλό ταβάνι, γύρω στα 2,45…
34 (35 με μένα) καλεσμένοι…και 2 κοπέλες του κέτερινγκ
…σύνολον 37. Διαμέρισμα μεγάλο, 180 τετραγωνικών.
Αν δεν έρθουν άλλοι, αντιστοιχούν4,86 τ.μ. στον καθένα μας.
5 δωμάτια, χώρια σαλονοτραπεζαρία και 2 λουτροκαμπινέδες.
2 μπαλκόνια, ένα δυτικομεσημβρινό και ένα βόρειο.
2 τριθέσιοι καναπέδες ένας διθέσιος, τραπέζι 16 ατόμων,
68 μπουκάλια, πολλά ποτήρια, και 90 με 110 ντεσιμπέλ…».
39 χρόνια τώρα, πάλευε να γίνει αυτιστικός,
και από ότι φαινόταν απόψε θα τα κατάφερνε.
Ήταν σε καλό δρόμο.
Έως που… βρέθηκε να ατενίζει από απόσταση
επτά- οκτώ μέτρων, μια ευκίνητη και γυμνή ραχοκοκαλιά.
Και βάλθηκε να μετρήσει τους σπονδύλους της.
Καθώς αυτήν λικνιζόταν στον ρυθμό της μουσικής
δεν ήταν εύκολο το μέτρημα. Πάντα μετρούσε τους
σπονδύλους ξεκινώντας από τον πρώτο αυχενικό.
Πριν καλά- καλά φτάσει στους πρώτους οσφυϊκούς,
αρκετά πριν τον κόκκυγα, κατάλαβε πως η «φορέας»
της στιλάτης ραχοκοκαλιάς τον πήρε χαμπάρι…
κι έστρεψε προς αυτόν…κόβοντας του τον επίμονο βήχα
και το μέτρημα.
Ο σφέτερος νους του, που συχνά τον εξέθετε
κάνοντας τον να δείχνει αμήχανος,
για ένα-δύο δευτερόλεπτα πήγε να «πάρει κεφάλι»,
αλλά ο μετρ της ψυχραιμίας δεν χάνει τον έλεγχο…
Και όπως ήταν αναμενόμενο, επανέφερε την "αύρα" του γρήγορα
και με επιτυχία, στην προτέρα κατάσταση. Και ισορρόπησε.

«Τώρα που με γνωρίσατε εκ της οπίσθιας πλευράς,
μήπως θα θέλατε να εντρυφήσετε και στο εμπρόσθιο τμήμα μου;
Σας βεβαιώ ότι παρουσιάζει ανάλογο ενδιαφέρον…»
του είπε.
«Αυτό σας παρακαλώ αφήστε με να το κρίνω εγώ…
μα παρακαλώ καθίστε» απήντησε με ευγένεια ο θεός της ψυχραιμίας.
Το όνομά της ήταν Ηρώ. Μικρό σαν το μπόι της .
Ο κορμός της ευκίνητος και λεπτός (στηριζόμενος με σιγουριά
στην προαναφερθείσα ραχοκοκαλιά) βασιλικού ρυθμού,
μετά τεσσάρων τρούλων και δύο κλητών αμφιπλεύρως.
Κάθισε, γνωρίστηκαν, μίλησαν, τσούγκρισαν, ήπιαν, κάπνισαν.
Την διακατείχε μια αφιλοκερδή και γοητευτική ευφράδεια,
η οποία τον συνέπαιρνε, με αποτέλεσμα φορές να χάνει το νόημα
των όσων του έλεγε.
Η γλώσσα της αεικίνητη σφάδαζε υπέροχα και ασταμάτητα
μέσα στην υγρή φωλιά της. Που την σφράγιζαν δύο
ομολογουμένως όμορφα χείλη.
«Μην πίνεις πολύ, θα ζαλιστείς…» της είπε, στον ενικό πλέον.
«Ανησυχώ για αυτούς, που ανησυχούν για μένα…» του αντείπε.
«Στο θέατρο πας Ηρώ;»
«Μπα… μόνο στα μπουζούκια»
«Πρώτο τραπέζι..;»
«Όπου βρω… Όχι πως δεν μ΄ αρέσουν τα μπροστινά τραπέζια,
όχι πως δεν με κάνουν να νοιώθω άσχημα οι πίσω,

δεύτερης διαλογής, θέσεις…αλλά να,
θα με στεναχωρούσε περισσότερο το στρίμωγμα, το γλείψιμο,
το σπρώξιμο, οι φωνές, μέχρι να καταφέρω

να φτάσω στις πρώτες θέσεις».
Του άρεσε όπως τα έλεγε.
«Ναι... και γω… οι πράξεις μας… οι συνέπειες τους... θέλω να πω…
ταξιδεύουν μετά μόνες τους…
Αν με εννοείς …μας αδράχτουν απ΄ τα μαλλιά,

ακόμα κι αν έχουμε μετανιώσει…
ακόμα κι αν έχουμε αλλάξει γνώμη…θέλω να πω…

αδιαφορούν αν στο μεταξύ έχουμε γίνει καλύτεροι».
«Τι ωραία που τα λες! Τι είσαι αλήθεια; Δεν μου είπες…
δάσκαλος, φιλόλογος φαρμακοποιός, γιατρός, αρχιτέκτονας,

ποιητής, δημοσιογράφος, μεγαλοεπενδυτής, εισοδηματίας,
μικρομέτοχος ανωνύμου εταιρίας, ή μικροεπαγγελματίας..;»
«Μπα, τίποτα από αυτά.

Απλός μεγαλομαλάκας της εξαρτημένης εργασίας»
«Α, πολύ ωραία!
(ενθουσιασμένη) και τί ετοιμάζεις τώρα
για την συνέχεια της καριέρας σου;»
«Έχω πολύ δουλειά, ετοιμάζω το επόμενο λάθος μου.»

Αυτό ήταν. Τον ερωτεύτηκε σφόδρα.
Κατόπιν της πρότεινε να την πάει από το σπίτι.
Κι αυτήν δέχτηκε.


υ.γ.
(Προτείνω 5 λέξεις για παιχνίδι.
Όστις επιθυμεί ας τις συντρίψει:
παρεκκλήσιον,σιταποθήκες,χαρτοκοπτική,κλαίγοντας,
ενυπόγραφο).

5 σχόλια:

kopoloso είπε...

Ωχ!
Όσο πάνε πονάνε και περισσότερο (αυτά τα posts!)

Μετά την Ηρώ, καλείσθε να μας εξιστορήσετε (κανονικά θα έπρεπε να γράψω: "απαριθμήσετε", όμως εσάς θα σας παρακαλούσα να μας "εξιστορήσετε" μια και το κάνετε τόσο καλά!) άλλες επτά ιστορίες κεραυνοβόλου έρωτος. Ατυχούς ή ευτυχούς (λίγη σημασία έχει).
Λεπτομέρειες θα βρείτε εις το πτωχικό μας: http://blowyourheadoff.wordpress.com

Η επιστροφή εις τον πλανήτη σας ήτο ασφαλής και καθ' όλα επιτυχής;

kostis-b είπε...

Διανύσαμε 301 χιλιόμετρα και 87 μέτρα ακριβώς, από την μια εξώπορτα
ως την άλλη. Οδήγησα επί 3 ώρες και 6 πρώτα λεπτά. Ήτοι ,μέση ωριαία
ταχύτητα 97,12 χλμ/ ανά ώρα. Συμπεριλαμβανομένων δύο δεκάλεπτων στάσεων για κατούρημα, βενζίνη και καζάν-ντιπί.
Γενικώς, αφιχθήκαμε ασφαλείς και πλήρεις όμορφων εικόνων και νοημάτων.
Χαμογελαστοί και ευτυχείς με μια γεύση μελωμένου χοιρινού με κανέλα στα χείλη.(ακούς Μήτσο;)
Εκφράζουμε για άλλη μια φορά την ευαρέσκεια μας δια το ανθεκτικό
και προσηνές αποχετευτικό δίκτυο
της πόλεως σας.

Το κάλεσμα σας, για μια ακόμη "εξιστόρηση" μας συγκινεί ιδιαίτερα.
Θα φροντίσουμε να ανταποκριθούμε,
ελπίζοντας να σας ικανοποιήσουμε.

Λουΐζα Κορνάρου είπε...

Είναι τσεκαρισμένο πως, οι πρώτοι αυχενικοί των κοριτσιών, είναι επιρρεπείς, στους μεγαλομαλάκες διαχειριστές λαθών. Οπότε, δεν έχω παρά να μνημονεύσω για άλλη μια φορά τη συγχωρεμένη τη γιαγιά μου, η οποία όποτε άκουγε καμιά ιστορία ή αργότερα έβλεπε καμιά ταινία στην τηλεόραση (και της επιστημονικής φαντασίας συμπεριλαμβανομένων)έλεγε ηρωικά: "Παιδάκι μου, όλα βγαλμένα μέσα απ' τη ζωή είναι". Και δεν ήταν συμφιλιωτική η ρήση της.

kostis-b είπε...

Σοφή η γιαγιά.
Η δικιά μου πάλι ρησουργός γιαγιά,
(επίσης σχωρεμένη) ενώπιον ταινιών
επιστημονικής φαντασίας, έλεγε:
"Δεν βαριέσαι παιδάκι μου, όλα τα γουρούνια την ίδια μούρη έχουν".
Και μάλλον το λεγε συμφιλιωτικά.

Composition Doll είπε...

Ευχαριστώ για την ανταπόκριση στο δίκαιο αίτημά μου! Ήμουν σίγουρη για το εκπληκτικό του αποτελέσματος.

Έχετε τους θερμούς, αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς!!!