Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010

psychotic post


Κλίμακες, αναβαθμίδες, κυκλώματα, φώτα κινδύνου, κρυφοί φωτισμοί, πυροσβεστήρες, θερμομονωτικά υλικά, και όλοι εν γένει οι αναγκαίοι όροι.
Σωστός, μέχρι κεραίας.
Όλα όπως προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις.
Όλα τα απαραίτητα, για άλλη μια φορά τα εξασφάλισε.
Όλα τα ¨εκ των ων ουκ άνευ¨, για άλλη μια φορά τα προέβλεψε.
Φευ όμως, κάθε φορά είναι αλλιώς.
Καμία ¨φορά¨ δεν είναι η ίδια ¨φορά¨.
Κάθε φορά είναι μια άλλη ¨φορά¨.
Για άλλη μια φορά λοιπόν, προχώρησε γενναία εκτεθειμένος στο κρύο αγιάζι της τυχαίας επιλογής.
Η καρδιά του είναι μια άρπα άλαλη.
Το μυαλό του μια σιωπηρή θερμοκοιτίδα επώασης πρόωρα γεννημένων λέξεων. Χρόνια τώρα η σιωπή του ενθάλπει τις λέξεις του, σαν αυγά μικρών ερπετών στην άμμο.
Χρόνια τώρα οι λέξεις του, κατοικούν στη θαλπωρή της σιωπής του.
¨Η σιωπή εξασφαλίζει την σωστή θερμοκρασία επώασης των λέξεων¨ έλεγε σιωπηλά από μέσα του, ζυγιάζοντας κάθε φορά το μέτρο της αβεβαιότητάς του.


Όλοι οι γνωστοί του, είχαν καταλήξει τελεσίδικα ότι, ¨ αφήστε τον, ο τύπος δεν παίρνει από λόγια¨. Ο ίδιος πάλι είχε καταλήξει ότι, όλος ο κύκλος των γνωστών του δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ο κύκλος της σιωπής του. Και συνέχιζε την σιωπηλή του αναζήτηση, επωάζοντας τις, θαμμένες στην άμμο, λέξεις του.
Ετούτη τη φορά όμως, που δεν έμοιαζε καν με καμία άλλη φορά, (όπως όλες οι φορές άλλωστε) η αναζήτηση κάπου τον οδήγησε…
¨Επιτέλους!¨ είπε δυνατά, αρθρώνοντας καθαρά τους φθόγγους, μα με τον δισταγμό του ανθρώπου που πρώτη φορά ακούει τη φωνή του.
¨Επιτέλους…¨ ,ξανάπε με δυο επιπλέον σταγόνες σιγουριάς, ισορροπώντας καλύτερα την ένταση της νιόβγαλτης φωνής του .
¨Επιτέλους…μετά από τόσα χρόνια αναζήτησης του άγνωστου εαυτού μου, τελικά με βρήκα. Και με άφατη χαρά διαπιστώνω ότι, πάντα μου ήμουν ένας άγνωστος. Ευτυχώς δηλαδή που οι εξελίξεις δεν με διέψευσαν.
Ευτυχώς , διότι θα μου ήταν αφόρητο και πληκτικό να ήμουν για μένα άλλος ένας γνωστός. Άλλος ένας από τον σιωπηλό κύκλο των γνωστών μου¨.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

θρούμπες ελπίδες


Άμα τη εμφανίσει του νέου έτους, αποφάσισα ο αφελής να επιχειρήσω να συνδεθώ μαζί του με μια σχέση, ει δυνατόν, συνεκτικής αρμονίας. Αλίμονο όμως. Άλλαι αι βουλαί των ανθρώπων, και άλλα ο χρόνος κελεύει. Και τι χρόνος! Ολοστρόγγυλος! 2010. Και ήδη ρέει ο άτιμος σαν αρδευτικό κανάλι σε διψασμένα καμποχώραφα. Αφυπνούμενος λοιπόν ετούτος ο, μέχρι πρότινος, κοιμισμένος Γενάρης, οι μέρες του πήραν να ξεδιπλώνονται. Και πριν καλά καλά εγκαινιάσω την νέα εποχή συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης με την καινούργια χρονιά και την αυθεντικότητα των ημερονυχτίων της, αρχίνησα πάλι, σταδιακώς και επιταχυνόμενα, να μαστίζομαι από "όπισθεν" αμφιβολίες, (ή αλλιώς, αμφιβολίες του κώλου) περί του κίβδηλου των ωρών της. Μιλάμε για το είδος αυτό των αμφιβολιών, τις οποίες αναπόφευκτα και με τσαμπουκά,μας τις επιβάλει η ρυθμιστική αρχή της ροής του χρόνου, συνοδευμένες από όλες τις ιδιορρυθμίες και τις αδυναμίες που μεταφέρει στην ορμητική του κοίτη.
Δυσκολεύομαι δηλαδή, (εδώ το ρήμα "δυσκολεύομαι" χρησιμοποιείται με όλες τις εννοιακές αποχρώσεις που μπορεί να λάβει) να καταλήξω σε στέρεα συμπεράσματα,
περί του ζητήματος της μυστηριώδους, όσο και δραματικής, ροής των ετών, εντός της αιώνιας καθολικής σχέσης που έχουν συνάψει μαζί μας.
Ισχύει άραγε, αναρωτιέμαι, η Ηρακλείτειος ρήση που λέει ότι "δεν μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποτάμι"; Καθότι, σου λέει, κάθε φορά που θα βουτάς στα νερά του ποταμού, αλλότρια μόρια ύδατος θα σε δροσίζουν. Τα παλαιότερα ύδατα θα έχουν ήδη εκβάλει στο Δέλτα του ποταμού. Σ΄αυτό δηλαδή ακριβώς το σημείο που δημοσίως το ονομάζεις παρελθόν σου. Ενδόμυχα το ονομάζεις αλλιώς. Τουτέστιν αγαπητέ μου "τα πάντα ρει". Και μαζί τους ρέεις και συ, και όλο σου το σόι.
Ή μήπως πρόκειται απλώς για μια έμμεση ομολογία του ταλαντούχου αποφθεγματογράφου Εφέσσιου φιλοσόφου, περί της ουσιαστικής αδυναμίας του να προσεγγίσει την τόσο προβληματική, όσο και απροσδιόριστη σχέση αγάπης-μίσους, που παλαιόθεν συνδέει τους τρεις σωματοφύλακες του ιδιαίτερου του καθενός Χρόνου: του "πριν", του "τώρα", και του "μετά";
Διότι, αν τα χρόνια περνούν σαν πειθήνιοι πρόσκοποι σε παρέλαση εθνικής γιορτής, σε μια συντεταγμένη γραμμική ακολουθία, τοις κοίνως ρήμασι πειθώμενα, τότε έχει καλώς.Τότε παρατάω σε αυτό το σημείο τις μαλακίες που έχω ήδη γράψει σε τούτο το ποστ ,(δεν είναι και λίγες), και πάω για μπύρες που στο κάτω κάτω μου ταιριάζουν κιόλας. Μήπως όμως τα χρόνια απλώς "διαδραματίζονται" ατάκτως, εν είδει Ανθολογίας θραυσμάτων θεατρικών κειμένων από τυχαία και ποικίλα θεατρικά έργα;
Μήπως συρρέουν ακατάστατα και πλημμυριδόν, εμπρός μας, ως αποκριάτικη συρραφή αταίριαστων εικόνων; Εικόνων, οι οποίες ριππιδόν μαστιγώνουν το πρόσωπο μας, σαν βιντεοκλιπ μουσικού τεμαχίου της new age εποχής;
Χέστα. Πρέπει να παραδεχτώ ότι οι προσπάθειες μου να βάλω σε αράδα
το "χρονικό" του χρόνου μου, δεν είχε ποτέ τα επιθυμητά αποτελέσματα. Και κατά πως φαίνεται τρέφω "θρούμπες" ελπίδες. Ποτέ δεν θα λάβω τελειωτική απάντηση. Και λέω ¨θρούμπες¨, και όχι ¨φρούδες¨, όπως συνηθίζεται στα σικ ¨σαλόνια¨ της δημοσιογραφικολογοτεχνικής γλωσσικής παράδοσης, διότι εμένα οι ελπίδες μου, παρ΄όλα αυτά ,παραμένουν μεγάλες, καλοσχηματισμένες, νόστιμες και λαχταριστές, όπως ακριβώς οι δημοφιλέστατες εκ Καλαμών θρυλικές ελιές.
Όσο λοιπόν και αν φανεί περίεργο, έπειτα από όσα αναφέραμε, η συρρίκνωση της εμβέλειας του χρόνου μου, δεν με αποτρέπει από το να ανά-θρέφω τις θρούμπες ελπίδες μου. Τις ανατρέφω εγώ τις ελπίδες μου, και κατόπιν τις καταπίνω για να τις περισώσω. Να τις προστατέψω, αν με εννοείτε, από την ιταμή συμπεριφορά του χρόνου. Ο οποίος άθλιος, για δικούς του λόγους, επέλεξε να περνά ύπουλα, γρήγορα και χωρίς επιστροφή. Αφού τις καταπιώ, με διαολεμένα κέφια φτύνω τα κουκούτσια (καθότι άξεστος και χωριάτης) όπου βρω. Εσχάτως, αραιά πλην όμως ταχτικά, τα φτύνω εντός των ψηφιακών ετούτων σελίδων.
Ίσως χρήζω βοήθειας. Ίσως χρειάζομαι ένα ισχυρό πλήγμα στο κεφάλι, με την ευφάνταστη μέθοδο της "κολοκυνθοπληγίας", που έλεγε και ο Ροΐδης. (Ούτος ο στυλίστας της γραφής παρομοίαζε την σαρκαστική και ειρωνική γραφή του, με το χτύπημα της κεφαλής του αναγνώστη με μια μεγάλη ξερή κολοκύθα. Ελπίζοντας ότι το χτύπημα θα δρούσε ¨ανθυπνωτικώς¨ στον κοιμισμένο αναγνώστη. Τι τα θες, καθείς και οι μέθοδοι του.) Ίσως δηλαδή η λύση να κρύβεται στην ανάγνωση του ακατάστατου χρόνου μας, με τον τρόπο, την τάξη και τον ρυθμό ενός αφηγήματος. Ίσως οι αφηγηματικές τεχνικές και οι ελιγμοί δώσουν ρυθμό στον άχρονο χρόνο μας. Δαιμόνιες και με ιδιαίτερες γεύσεις οι μέρες μας, απροσδόκητες και με τις περίτεχνες πτυχώσεις ενός αφηγήματος οι νύχτες μας, και να που το 2010 θα μπορούσε να μετατραπεί σε θερινή ανέμελη εμποροπανήγυρη. Το πρότυπο του φιλοπαίγμονα μικρού σκύλου που χαρούμενα στροβιλίζεται κυνηγώντας την ουρά του, ας γίνει το δικό μας πρότυπο. Ούτως ή άλλως την ουρά δεν θα τη φτάσουμε ποτέ. Τουλάχιστον ας το διασκεδάσουμε.
Νταξ΄ έχετε δίκιο, έναντι του τριμελούς ποινικού δικαστηρίου του χρόνου, δεν χωρεί στρεψοδικία. Μπορούμε όμως κατά την ανάπτυξη της υπερασπιστικής μας γραμμής, να μην ξεχνάμε ότι ο Χρόνος, μεταξύ άλλων, είναι και τρόπος του ¨ζειν¨. Και όχι
μόνο τρόπος του ¨λέγειν¨ μαλακίες.
Καλή χρονιά



Υγ. Λαλίστατο μπήκε το 2010. Ας το σταματήσει κάποιος!

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

όποιος νύχτα περπατεί...


Επειδή αναμφίβολα το να μιλάς για τον εαυτό σου, ή χάριν του εαυτού σου, εμπεριέχει εξ αρχής κάτι άσεμνο, το ελάχιστο που μπορείς να κάνεις για να υπερβείς τούτη την αυτιστική αμετροέπεια, είναι να έχεις φροντίσει καταρχήν, να χεις ένα πρόσχημα. Και κατά δεύτερο λόγο, ένα πλαίσιο.. Το πρόσχημα μπορεί να είναι: το άρρητο, το δέος, η ελευθερία, η πίστη, το σύμπαν, το φρικτό, η απόγνωση, ο έρωτας, η ζωή, ο θάνατος, το σκοτάδι κτλ κτλ. Το πλαίσιο είναι πιο εύκολο να το βρεις. Το πιο πετυχημένο και δοκιμασμένο πλαίσιο είναι χωρίς αμφιβολία ένα: ο αμετάκλητος όρος του ληξιαρχικού σου περιορισμού. Το ατράνταχτο δηλαδή σκεπτικό που λέει: ¨Ρε μάγκες γεννήθηκα χτες και αύριο μεθαύριο αποχωρώ. Μη μου ζητάτε να μην μιλάω για τον ληξιπρόθεσμο εαυτό μου¨.
Εάν λοιπόν θεωρήσουμε το αμάχητο τούτο πλαίσιο, ως δεδομένο, αυτό που μας μένει για να συνεχίσουμε αυτό το ποστ είναι το πρόσχημα. Το πρόσχημά μου λοιπόν σε τούτη την ανάρτηση είναι η ¨νύχτα¨. Ναι, αυτήν η γνωστή. Και ειδικότερα η πηχτή νύχτα, δίχως φεγγάρια, αστέρια και λοιπά βοηθητικά εργαλεία. Το απόλυτο σκοτάδι.
Ταξιδεύουμε σκαρφαλωμένοι στην καμπούρα της γης, ιδανικά περιστρεφόμενοι γύρω από τον άξονά της με την εκπληχτική ταχύτητα των σαράντα χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο. Μιλάμε για άγρια γκάζια. Και διάγουμε μέσω μιας διηνεκούς ακρίβειας περάσματος από την μέρα στη νύχτα, κι απ΄τη νύχτα στη μέρα. Η λογιστική ακρίβεια των φυσικών νόμων, αγγίζει τα όρια της μεμψιμοιρίας. Αλλά τι να κάνουμε, αυτούς τους νόμους έχουμε , με αυτούς θα πορέψουμε.
Η νύχτα όμως είναι από μόνη της φοβερή. Το καθαρό σκοτεινό και περήφανο φρόνημά της, το συναγωνίζεται και το παλεύει ¨στα ίσα¨ , μόνο ο ταρτουφισμός της και η δημαγωγία της.
Είναι φοβερή!
Όπως ακριβώς λοιπόν, τώρα που κοντοζυγώνουν τα Χριστούγεννα, τα κάστανα και τα κουκουνάρια αδημονούν να μπουν στα σωθικά ενός δύστυχου, μαδημένου πουλερικού, το οποίο θα αποτελέσει το επιμελημένο αμπαλάζ τους για να μπουν στο φούρνο, έτσι και γω κάθε ημέρα καρτερώ την έλευση του σκοταδιού. Να ρθει με το ¨φιμέ¨ σελοφάν του να με τυλίξει. Για να μπω αξιοπρεπώς ενδεδυμένος στον φούρνο της νύχτας. Κι όλα αυτά… μέχρι το ξημέρωμα , οπόταν τα πρώτα πρώτα ράκη του πρωινού σκίσουν το περιτύλιγμα της ακμαίας νύχτας μας, και μας εξαφανίσουν μες στο φως.
Το είπαμε… η νύχτα γενικώς είναι φοβερή.
Όχι ότι και η μέρα πάει πίσω. Κάθε άλλο, ότι και να πεις για λόγου της , παρ΄ όλη τη διαφάνειά της, είναι κι αυτή ένας υπολογίσιμος αντίπαλος. Αλλά να… η μέρα είναι, τρόπον τινά, σαν ένας επώδυνος κωλικός του νεφρού, που αργά ή γρήγορα θα περάσει. Ενώ η νύχτα…άλλο πράμα…Η νύχτα είναι σαν καραμπινάτη κίρρωση του ήπατος που όσο και αν αργήσει, όσο και αν ναζιάρικα σε παιδέψει…στο τέλος με σιγουριά θα σε οδηγήσει στη στοργική μαύρη αγκάλη της. Τι να λέμε; Άλλα μεγέθη…
Ολημερίς αραδίζω, ψάχνω, σκαλίζω τις πτυχές του ημερήσιου φωτός, να κάμω χώρο να κρυφτώ εντός του. Ν΄ αφήσω πίσω μου μόνο τα ξέφτια της επίμονης σκιάς μου, που εννοεί να με έχει συνεχώς στο κατόπι. Ξαναμμένος, με έναν παράλογο ημερήσιο ενθουσιασμό, σκαλίζω ασταμάτητα τα τοιχώματα του φωτός, σαν τυφλοπόντικας παγιδευμένος σε ενεργοποιημένο ¨σολάριουμ¨. Ώσπου το πρώτο αχνό πέπλο της νύχτας (που λένε και οι λογοτέχνες) ξαναπέσει . Και με το χαρμόσυνο αγλάισμά της, θα με τυλίξει μέσα στις βαριές μπροκάρ μαύρες κουρτίνες της.
Η νύχτα πέφτει αποκλειστικά για τον καθένα ξεχωριστά. Η μέρα πάλι, για όλους.
Η μέρα διαπνέεται από σοσιαλιστικές ιδέες. Η νύχτα από αριστοκρατικές.
Η νύχτα τροχίζει την ακοή. Τη μέρα τη ρουφάς με τα μάτια,. ¨…αρμέγεις το φως της οικουμένης…¨ που έλεγε κάποιος. Είναι τυχαίο άραγε ότι πάντα με κατέτρεχε η ανορθολογική και εωσφορική πεποίθηση, πως τα τραγούδια ακούγονται αλλιώς τη νύχτα;

( Ίσως επειδή στην αμβλυμμένη παιδική μου μνήμη, τα πρωινά έχουν ταυτιστεί με τις ανώδυνες μελωδίες του ελαφρού τραγουδιού, και με τις αναζητήσεις απολεσθέντων συγγενών μέσω ερυθρού σταυρού, στα τότε ¨κρατικά¨ βραχέα.
Ενώ όταν ερχόταν το βράδυ,(αχ το βράδυ) το ίδιο ακριβώς λαμπάτο Grundig , πάνω στην εταζέρα με το σεμεν, μεταμορφωνόταν σε ένα ¨εξ αμελείας¨ τέρας. Με κοιτούσε με τα δύο μεγάλα στρογγυλά, σαν μάτια, ποντεσιόμετρα, και ξερνούσε φωτιές από πληγωμένα αισθήματα , τραύματα, απορρίψεις, έρωτες, πάθη και αυτοκαταστροφές, με τα αλλεπάλληλα ματωμένα βέλη λαϊκών ασμάτων, που σκορπούσε στον αέρα.)


Ο σβέρκος μου καίει τη νύχτα, και κάθε φορά ανησυχώ για την τροπή της.
Νύχτα έχασα, με βίαιο τρόπο, αγαπημένα πρόσωπα. Νύχτα, με απαρνήθηκαν ανεκπλήρωτοι έρωτες. Νύχτα έχασα πιωμένος, για ώρες τη συνείδηση μου. Η νύχτα είναι φοβερή.
Συγχρόνως όμως, είναι εντελώς πέρα από τις δυνάμεις μου, το να τηρώ σωστές αποστάσεις από την άτιμη επικράτειά της. Αδύνατον να καταφέρω να σταθώ αλάργα από την σπαρταριστή, κρουστή και ιδρωμένη σάρκα της.
Η νύχτα είναι ένα ανεξερεύνητο σπήλαιο, και παρά το ότι κάθε βράδυ υποδύομαι τον αδρανή σταλακτίτη, ο οποίος αργά αργά, σταγόνα σταγόνα, με αργό τέμπο, σιγοντάρει την αισθησιακή της βαρύτητα… Δεν είμαι παρά ένας φοβισμένος μαθητευόμενος σπηλαιολόγος, με ένα φανάρι ανα χείρας, που αργοσβήνει. Μέσα σε μια νύχτα μόνο γεννήθηκα και μεγάλωσα. Τόσο γρήγορα που δεν κατάλαβα τι μου συνέβη.

Καλησπέρα σας.

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

Επετειακόν (Volume 2)

(περίληψη προηγουμένου)

Όπου ο ήρωας μας εγκλωβίζεται κάπου μεταξύ της 26ης προς 27η Οκτωβρίου του 2031, συνειδητοποιώντας ότι στα 25 έτη συνεχούς δικτυακής παρουσίας και βλογερικής γραφής, συνέτασσε διαρκώς το ίδιο κείμενο.





Θύμα και θύτης μιας ανέφικτης βλογερικής ¨παπάρας¨, συνειδητοποιεί ότι επί 25ετίας διάνυε μια θλιβερή περίοδο εκπτώσεων των ονείρων του, και ξεπουλήματος της υπόληψης του. Έχων γαρ πλέον την αυτεπίγνωση του μέσου μαλάκα-βλόγερ, ανατρέχει και αναλογίζεται την παιδαριώδη αφέλειά του, καθώς και την ματαιοπονία του, να επιμένει να διατηρεί το μπλόγκ του. Να ελπίζει βλακωδώς, ότι περιχαρακώνοντας την επικράτεια των μονολόγων του εντός του ιστολογίου, ενσαρκώνε ψηφιακώς, την κρεάτινη και διανοητική υπόσταση του. Να βαυκαλίζεται πως ιριδίζοντας, το ζωντόβολο, ως συστοιχία χιλίων pixels στο monitor, καθίσταται εξ αντανακλάσεως υπαρκτός, και εκ φωταύγειας, απτός.

Τόσο μαλάκας.

Τον τσακίζει τώρα, μέσα στο ιδιότυπο χωροχρονικό κλουβί του, μια κακοφορμισμένη χαίνουσα επιθυμία. Μια επιτακτική επιθυμία, για επιστροφή στα ανέμελα α-δικτυακά χρόνια.

Αλλά είναι πολύ αργά για κλάματα, οιμωγές, και μεταμέλειες.

Μια αβάσταχτη επιθυμία τον τρώει. Να σεργιανίσει παρέα με αγνώστους στα κυλιόμενα πεζοδρόμια της Τσιμισκή και της Ερμού. (Στην Σαλονίκη του 2031 τα πεζοδρόμια στο κέντρο είναι κυλιόμενα). Να ακούσει πλανόδιους μουσικούς στο Καπάνι.Να φάει πατσά. Να πιεί μια μαλαματίνα. Και να κάνει μπουρδελότσαρκα στα λαδάδικα.

Έχετε δίκιο, του αξίζει κάθε τιμωρία, πλήν όμως ο εγνωσμένος ανθρωπισμός μας, μας επιβάλει να εξετάσουμε το ενδεχώμενο να του αναγνωριστούν ένα-δυο ελαφρυντικά. Όπως αυτά θα προέκυπταν από την μελέτη του προφίλ του.

Το πρώτο εξ αυτών θα μπορούσε να είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο ήρωας μας ρέπει ξεκάθαρα προς την τραγικότητα. Μια υπολανθάνουσα τραγικότητα η οποία δεν τον εξιλεώνει μεν, αλλά τον καθιστά αυτό που λέμε, ενδιαφέρουσα περίπτωση. Το δεύτερο ελαφρυντικό το οποίο κρίνω ότι οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε, είναι ότι στα εξήντα του χρόνια, διαθέτει ακόμα κάτι από την ζογκλερική ικανότητα ευέλικτης αναπήδησης, ένθεν και ένθεν της αναλαμπής των ίδιών του των ιριδισμών. Να το πούμε πιο απλά: περισώζεται ένα μέρος της αξιοπρέπειας του από το γεγονός ότι δεν έχασε εντελώς το ταλέντο και την καπατσοσύνη να ξεγλιστρά από τα δύσκολα, υποδυόμενος πότε τον ευγενή ευπατρίδη, και πότε τον ψόφιο κοριό. Το πανάρχαιο και αδιαμφισβήτητο δηλαδή, τάλαντο της φυλής.

Άλλωστε αυτό του το ταλέντο ήταν που είχαν θαυμάσει τότε, οι πρώτοι-πρώτοι αναγνώστες του. Την ικανότητά του δηλαδή να υπονοεί, (δίχως να τις εκθέτει ξεκάθαρα), πολλές κρυμμένες σημασίες. Να ντύνει κάθε ένδοξη ανάρτησή του, με ένα νέφος απροσδιόριστων φλου νοημάτων. Τόσο καλά κρυμμένων νοημάτων που σχεδόν δεν υπάρχουν.

Με λίγα λόγια, η μεγαλεπήβολη μαλακία που τον καταδίκασε να κυλιέται μες στα σκατά του δικτύου, ίσως θα ναι αυτήν που θα τον σώσει. Αν σώζεται.

Σαν μουλάρι, λοιπόν, που ξέρει από χρόνια και περπατάει στο ίδιο μονοπάτι, ακόμα κι αν το αφεντικό του έχει πεθάνει, στρώθηκε και έγραψε το επιμύθιο.

Στρώθηκε δηλαδή και συνέταξε το τελευταίο του ποστ, το οποίο μεταξύ άλλων, κατέληγε:
“…αγαπητοί μου αναγνώστες, αποφάσισα να κάνω το κεφάλι μου λεωφόρο. Ανοιχτό ξέφραγο αμπέλι, αλάνα , χέρσο ξερό κάμπο,στέππα.Ξέφραγο και διαθέσιμο για κάθε διέλευση. Έτσι ελπίζω να ανακτήσω, ελάχιστη έστω, από την απολεσθείσα αξιοπρέπεια μου.
Επιλέγω πλέον, να κάνω αυτό που θέλω, δίχως να φοβάμαι μην μου πέσει ο ουρανός στο κεφάλι. Διαφεύγω της μέγγενης των ματαιωμένων στόχων, διότι δεν έχω πλέον στόχους. Από τον ¨απελπισμένο έρωτα της ουτοπίας¨ κρατώ μόνο τον έρωτα. Οι απελπισίες και οι ουτοπίες, πάνε καλιά τους. Αράζω άνετα επάνω στο αιώνιο αιχμηρό μου μεταίχμιο με την ίδια άνεση που θα ξάπλωνα πάνω σε υπέρδιπλο ανατομικό πουπουλένιο στρώμα, και ξεκουράζομαι. Αγνοώ επιδεικτικά την κοφτερή του λεπίδα. Προκειμένου να συνεχίσω να είμαι ένα πανικόβλητο και ανυπόληπτο αντικείμενο ¨μιας χρήσης¨... ένα αναξιοπρεπές σκεύος δικτυακής ηδονής, έρμαιο των διαθέσεων κάθε αδίστακτου αναγνώστη... καλύτερα να γίνω ένα χαρούμενο υποκείμενο ¨καμίας χρήσης¨…

Σκοπεύω να πέρδομαι ανά πενταλέπτου, καθ΄ όλη την ερχόμενη 25ετία…

ποστ όμως δεν ξανανεβάζω…”



Εξ αίφνης η χωροχρονική σαπουνόφουσκα έσκασε. Το ξόρκι έπιασε. Ο αλγόριθμος που θα έλυνε το φλέγον ζήτημα της ταχύτητας διαφυγής από την βαρύτητα της μελανής οπής του, βρέθηκε. Εικοσιπέντε χρόνια ανομολόγητων απελπισμένων προσπαθειών, και μόλις τώρα κατάφερε και συνέταξε την δεύτερη ανάρτηση του. Στη Σαλονίκη του 2031 άρχισε επιτέλους να ξημερώνει η 27η Οκτωβρίου. Την επομένη, στην υποθαλάσσια λεωφόρο του Θερμαϊκού, θα λάβει χώρα μεγάλη στρατιωτική παρέλαση, τη παρουσία του νεοεκλεγέντος πρωθυπουργού Αντρέα Παπανδρέου του Β΄.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

Επετειακόν (volume 1)

Αυτό το βιολί το είχε αρχίσει κάποτε ανυποψίαστος… ενώ οι μέρες τότε ακόμα κάλπαζαν γύρω του. Σε μια στιγμή αδυναμίας…τον βρήκε μπόσικο το άτιμο το σακατιλίκι. Σε μια αποφράδα στιγμή, κατά την οποία τον είχε τυλίξει με παγωμένα πανιά ο τρόμος… υπέκυψε. Κατά τη διάρκεια ενός μόνο κολασμένου και ατέλειωτου δέκατου του δευτερολέπτου, ενέδωσε… και τον ρούφηξε η σιφονιέρα.

Τότε, σε μιαν αναλαμπή ενδόμυχης βεβαιότητας, πίστεψε ότι όλα γύρω του θα χαθούν, και θα βουλιάξουν τελεσίδικα μέσα στην επώδυνη ακινησία της μνήμης. Και αυτή του η βεβαιότητα, αποδείχτηκε το μοιραίο λάθος του. Αρχίνησε λοιπόν ασύστολα το πληκτρολογείν, νομίζοντας ο άμοιρος ότι κάτι θα περισώσει.
Και τα χρόνια περνούσαν.
Και ενώ η τρίχα που κρατούσε το στερέωμα στη θέση του έφθινε διαρκώς, και ο κίνδυνος του ολοκληρωτικού χαμού του παντός, παρέμενε ως μια βολική και ανεκτέλεστη απειλή, οι μέρες... το βιολί τους. Συνέχιζαν να καλπάζουν γύρω του σαν αφηνιασμένη αγέλη γκνού στις απέραντες σαβάνες της Ναμίμπια. Και το πληκτρολόγιο συνέχισε να παίρνει φωτιά. Κάθε βράδυ.
Έτσι ξεκίνησαν όλα. Τότε.
Και κάπως έτσι συνέχισαν.
Στην ακολουθία των ημερών, από ένας φτωχοδιάβολος της σειράς, μετετράπει σταδιακώς σε έναν φτωχοδιάβολο-βλόγερ, επίσης της σειράς. Μετουσιώθηκε σε έναν ακόμη απόστολο της μοναξιάς. Έναν προπομπό Ερμή –όχι της καθόδου των ψυχών στον Άδη-
αλλά της ανόδου (upload) των μικρόψυχων posts, στο κολασμένο wordpress.

Χρόνια ψώνιζε ¨ύφος¨ και δανεική αυτεπίγνωση από τις γυάλινες προθήκες του δικτύου, γιατροπορεύοντας τις ευπαθείς εκκρεμότητες της σκιερής πλευράς της μνήμης του. Και κουτσοβόλευε τις πάντα αειθαλείς δυσκολίες του βίου. Ως που έφτασε αισίως(και μαζί του και μεις) στην 26η Οκτωβρίου του 2031 μ.Χ. Ήτοι,25ο έτος μ.Β.(μετά Βλόγιν). Εορτή του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτη, μεγάλη η χάρη του.
Μεγάλη επίσης η χάρη, του 60ντάρη πλέον, κυβερνογραφέα μας.
Εικοσιπέντε συναπτά έτη την έβγαλε αβρόχοις ποσί, στα βρόχια του δικτύου.
Απόψε όμως, η γνωστή σε όλους επιτάχυνση, που επιβάλλεται άνωθεν, στην βαρυτική αλληλουχία των ημερών και στην εναλλαγή των καιρών, τον φυλάκισε εντός μιας χιμαιρικής εποχής. Εντός μιας αδρανούς χωροχρονικής σαπουνόφουσκας. Τον εγκλώβισε στις παρυφές του παρόντος του. Θα λεγε κανείς ότι, παγιδεύτηκε στον ορίζοντα γεγονότων της μελανής οπής του νου του. Εκεί κάπου μεταξύ του ¨χθες¨ του, και του ¨σήμερα¨ του.
Η 26η του μηνός Οκτωβρίου του 2031 λοιπόν, ωσονούπο τον αποχαιρετούσε . Η 27η όμως δεν έλεγε να φανεί.

Χρόνια τώρα μαθήτευε φρόνημα και σιωπηλά, στα θρανία ενός κατακερματισμένου, αλλά πάντα συνεπούς, ως προς τη ροή, χρόνου. Με τη γλώσσα σφιχτά τυλιγμένη ανάμεσα στα δόντια μετρούσε ο ευεργετηθείς, τα αυστηρά ¨τικ-τακ¨ του ευεργέτη χρόνου του. Το ελβετικό ρολόι του πανδαμάτωρος όμως, εσχάτως άρχισε να ρετάρει. Και με φρίκη άρχισε να διαπιστώνει αυτό που πάντα υποπτευόταν, αλλά δεν τολμούσε να αποδεχτεί. Ότι δηλαδή, κάθε μέρα, επί ένα τέταρτο του αιώνα, έγραφε διαρκώς το ίδιο κείμενο. Τα εκατοντάδες, εί μη χιλιάδες, ποστς της σταδιοδρομίας του δεν ήταν παρά διαφορετικές εκδοχές εκείνου του πρώτου-πρώτου ίδιου κι απαράλλαχτου, της 26ης Οκτωβρίου του σωτήριου έτους 2006 μ.Χ. Αλίμονο.

(συνεχίζεται)

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009

Η μαγεία της αφήγησης

“…Οι πολιτικώς αρμόδιοι αναλυτές των μέσων ενημέρωσης, με την τρίχα σηκωμένη κάγκελο, ¨σέρνουν¨ και βυσσοδομούν, σαν σκυλιά σε περίοδο αναπαραγωγικού οίστρου, γύρω από τα πλέξιγκλας γυαλιστερά τραπέζια των στούντιο. Τι να λέμε..; Μπήκαν με τσαμπουκά να πάρουν το παιχνίδι, χωμένοι ως τα μπούνια, στο φεστιβαλικό εκλογικό θέαμα και στο χορό της προεκλογικής βραχυπρόθεσμης κατανάλωσης λέξεων. Οι πολιτικοί αρχηγοί, ως πετυχημένες, αλλά ευτελείς, διασκευές του προτύπου του ¨λαϊκού αοιδού¨, προικισμένοι (;) ξετυλίγουν τον μύθο τους, ανάλογα με τις ανάγκες του σταθμισμένου δείγματος των σφυγμομετρήσεων. Εκθέτοντας το παρόν, προφητεύουν το μέλλον, δίχως φειδώ. (ποιος έχασε τη φειδώ, για να τη βρούν οι πολιτικοί αρχηγοί)
Οι συναρμόδιοι κομματικοί σχηματισμοί, δημιουργούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε να καταστεί ασφαλής η κύηση. Και οι (παραδοσιακά) γκαστρωμένες κάλπες , θα διεκπεραιωθούν πολιτικά ορθώς, στα Σ.Μ.Ν.Λ.Ε. (Συνταγματικά Μαιευτήρια Νωπής Λαϊκής Εντολής). Θα αδράξουν το ¨γεννητούρι¨ απ΄ τα πόδια, με τα έμπειρα χέρια τους, θα κόψουν τον ομφάλιο λώρο που το ενώνει με την μπανάλ λαϊκιά μαμά του, και θα το χτυπήσουν θωπευτικά στην πλάτη για να κλάψει, ώστε να δικαιωθεί το όραμα του ¨ομαλού πολιτικού βίου¨.
Μελετώντας μια κατ΄ εξοχήν ωφελιμιστική κοινωνία, οι κοινωνιολόγοι, αλλά και οι συμπεριφοριστές (γιατί όχι), δεν παραγνωρίζουν ποτέ την ισχύ των συλλογικών και συμβολικών οραμάτων, ούτε βέβαια παραβλέπουν και την παντοδυναμία των ατομικών χυδαίων συμφερόντων, αλλά εδώ στην περίπτωση μας πρόκειται για κάτι άλλο, πιο βαθύ, πιο απόκρυφο, πιο υπερρεαλιστικό…”


Τέτοιες μαλακίες σκεφτόταν ο Μιχάλης, μεσάνυχτα Πέμπτης 24 Σεπτεμβρίου 2009, προς Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου, και η αίσθηση του ανεκπλήρωτα ευτράπελου των πολιτικών συζητήσεων της τηλεόρασης, συνόδευε τα βαριά βήματά του στο βρώμικο πεζοδρόμιο της οδού Παπάφη. Στην διασταύρωση με την Οδό Κιλκισίου κοντοστάθηκε.
“…πολλές ευρωπαϊκές μεταμορφώσεις μας κατατρέχουν ρε γαμώτι μου..! Μα ούτε μια μούντζα ; Έστω ένα μπινελίκι. Που πήγε το αρχαίο πρότυπο του πολιτικάντη ιππότη με την κατσαρόλα στο κεφάλι, καβάλα στον γάιδαρο..; Με τον Σάντζο Πάντζα-κομματάρχη, να τον ακολουθεί ασθμαίνοντας, φορτωμένος την ασπίδα-γκαζοτενεκέ, και το δόρυ-σκουπόξυλο..; Πού πήγε όλη αυτή η μαγεία..; Πού πήγε όλη αυτή η αθωότητα του ανυποψίαστα γελοίου πολιτικάντη. Πολλές ευρωπαϊκές μεταμορφώσεις…το κέρατο μου μέσα…”
Ο Μιχάλης, ως ένας ακόμα τυπικός ψηφοφόρος, από αυτούς του περίπλοκου ψυχισμού, παρακολουθεί ¨βήμα το βήμα¨ τα βήματά του στο πεζοδρόμιο της Κιλκισίου , και συνεχίζει την αναδίφηση, με ρυθμό Adagio 2/4.

Τι είναι αυτό που υποκινεί τα πολιτικά υποκείμενα να δράσουν; Η φιλοδοξία μήπως, να συνδεθούν τα νήματα των διαδρομών τους με την ιστορία; Τα θέλγητρα του κέρδους; Ο προσεταιρισμός των ωφελειών της αναγνώρισης; Η ανάγκη να προσφέρουν; Η ανάγκη να γαμήσουν; Τι να ΄ναι αυτό , σκέφτεται ο Μιχάλης, που βάζει μπρος τις μηχανές μας. Τι να ΄ναι αυτό που παρακίνησε τον ίδιο, να ξεπεράσει την μεγαλειώδη νυχτερινή τεμπελιά του, να υπερνικήσει την παροιμιώδη μούχλα του, να αποχωριστεί την θαλπωρή του καναπέ του, και ως άλλος μυθιστορηματικός πρωταγωνιστής, να συγκεντρώσει και την τελευταία ικμάδα κουράγιου που διέθετε, και αψηφώντας την οδυνηρή βαρύτητα του αφιλόξενου ετούτου πλανήτη, να σηκωθεί, να ντυθεί, να βάλει παπούτσια και να κατεβεί προς αναζήτηση 6 τεμαχίων μπύρας και 2 πακέτων GR lights; Τι ΄ναι αυτό; Πάντως σίγουρα όχι το επίκαιρο ζήτημα της εξασφάλισης ¨ομαλού πολιτικού βίου¨.

Έχει ήδη περάσει ένα δεκαπενθήμερο από την ημέρα που τα βρόντηξε και έφυγε από τη δουλειά. Φαντάζεται ότι το ποσοστό 7% της ανεργίας που υποστηρίζει ότι επέτυχε η κυβέρνηση, αλλά και το 17% που υπολογίζει η ΓΣΕΕ και η αντιπολίτευση, δεν συμπεριλαμβάνουν και την δικιά του εθελούσια ανεργία.
Επίσης, έχει ήδη περάσει ένα πενθήμερο από την ημέρα που μίλησε τελευταία φορά με την Νικολέτα. Την περασμένη Κυριακή που συναντήθηκαν για καφέ, του δήλωσε δίχως περιστροφές ότι κανόνισε για το ερχόμενο Σαββατοκύριακο εκδρομή στα Τζουμέρκα, και κείνος ξίνισε τα μούτρα.
“…μα, μια βδομάδα πριν τις εκλογές, Νικόλ μου…”
“…άσε τα σάπια, ρε μούχλα, που θα μας πεις ότι αγωνιάς και για τις εκλογές…
…τελευταία σου ευκαιρία…ή ακολουθείς, ή φεύγω με άλλη παρέα…”

Καθ΄ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας πάλευε για δίοδο διαφυγής. Τελικά καθώς το επίμαχο ΣΚ ζύγωνε, σε μια ύστατη προσπάθεια κατάφυγε στην τελευταία του ελπίδα. Στο Ε.Α.Ο.Ε. (Εγκόλπιο Αποφυγής Ορεινών Εκδρομών).
Μελέτησε επισταμένα και κατέστρωσε ένα γερά δουλεμένο σχέδιο τακτικών κινήσεων απεμπλοκής από την επαπειλούμενη εκδρομή.
Εμπνεόμενος από τους βιρτουοζιτέ ελιγμούς των πολιτικών αρχηγών, κατά τα πρόσφατα debates, κατέληξε ότι: “Θα προβεί σε τολμηρή αναθεώρηση της ¨πορείας¨ προς τα Τζουμέρκα, αποφασισμένος να θεμελιώσει μια νέα ορθολογική διαχείριση των οικονομικών του, με βάση την διαμορφωθείσα κατάσταση όπως αυτή ορίζεται από την παγκόσμια οικονομική κρίση. Η οποία νέα σφιχτή διαχείριση ναι μεν πρόσκαιρα μπορεί να στερήσει κάποιες απολαύσεις, πλην όμως θα εξασφαλίσει στο μέλλον την απαραίτητη σταθερότητα ώστε αντάμα οι δυό τους να πορευτούνε το μονοπάτι του πεπρωμένου τους, που τους καλεί. Τα βουνά άλλωστε δεν φεύγουν...”.

Πριν βγει, περασμένα μεσάνυχτα, από το σπίτι προς αναζήτηση ζύθων και καπνών,
την είχε δυό φορές καλέσει στο σταθερό. Πληκτρολόγησε το νούμερό της αποφασισμένος να προβεί σε βαρυσήμαντες δηλώσεις, και ούτε λίγο ούτε πολύ, χωρίς δισταγμό να κηρύξει ανένδοτο αγώνα ενάντια στα Τζουμέρκα. Το τηλέφωνό της δυστυχώς δεν απεκκρίθη. Παρόμοια αποτελέσματα είχαν και οι τέσσερεις κλήσεις στο κινητό της.
Η άμυαλη, ήταν εκτός δικτύου.
Τώρα ήταν βέβαιος ότι έπραξε σωστά υιοθετώντας, από στρατηγικής πλέον άποψης, την απόφαση να αγοράσει δώδεκα , και όχι έξι φιάλες των 500 ml. Τρία και όχι δύο GR lights των εικοσιπέντε σιγαρέτων.
Το διανυκτερεύον ψιλικατζίδικο, λίκνο παραμυθίας για κάθε μονόλυκο, φωτισμένο τον υποδέχτηκε και ¨φώτισε¨ τις σκιές των συνειρμών που τον συνόδευαν νωρίτερα στο βρώμικο πεζοδρόμιο: “Η εξωφρενική αρπακτικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού δεν μπορεί εξηγηθεί από μόνη της, και σαφώς χρειάζεται να αναρωτηθούμε ποια συμβολική ανατροπή θα καταστεί ικανή ώστε να μπορέσει να γεννήσει την μέθοδο που θα τον ανατρέψει και ιστορικά. Ποια ¨αφήγηση¨ θα συνεπάρει και θα συμπαρασύρει την κοινωνία προς μια ανθρώπινη και ορθολογική κατάληξη της ιστορίας…..Έξι φορές της τηλεφώνησα και δεν απάντησε. Πού γυρνάει η πουτάνα… Στα αρχίδια μου… με βγάζει κι απ΄ τον κόπο να ¨ρίξω¨ δεκάρικο λόγο ¨περί ανώφελων ορεινών εκδρομών¨…”

(Τρεις-τέσσερεις ώρες αργότερα στο σπίτι)

“Μετά την έκτη φιάλη ήδη παρατηρώ ότι κάτι αλλάζει. Ίσως βρίσκομαι προ των πυλών μιας περιόδου ανασυγκρότησης. Ίσως διέλθω πάλι μέσα από μια περίοδο ψυχοκοινωνικής αδράνειας και αβουλίας. Δεν θα ναι κι άσχημα…
Ή μήπως βρίσκομαι στα πρόθυρα μιας ήπιας και ελεγχόμενης εκτροπής, η οποία ως βαλβίδα εκτόνωσης, με οδηγήσει στην εξισορρόπηση και στην νηνεμία. Σκέφτομαι ότι πιθανότατα μια εκτίμηση των ειδικών της Σημειολογίας της Συμπεριφοράς, αν με παρατηρούσαν μια τέτοια στιγμή, θα΄ταν καταπέλτης: Διαταραχή και δυσπροσαρμοστικότητα.
Τελικά είναι βαρετή και αδιέξοδη, αυτήν η βλακώδης αυτοπαρατήρηση… Κι αυτήν η καργιόλα ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Το αποφάσισα, θα ανοίξω και την έβδομη μπύρα. Ευτυχώς δεν πήρα μόνο έξι. Είναι κι αυτά τα τσιγάρα… το προηγούμενο ακολουθεί το αμέσως επόμενο, αναίσχυντα . Σαν δεν ντρέπονται! Τρίτο πακέτο.
Στην πραγματικότητα τίποτα δεν δικαιολογεί την παρουσία των τσιγάρων εδώ.
Στην πραγματικότητα τίποτα δεν δικαιολογεί την παρουσία μου εδώ.
Ούτε και οπουδήποτε αλλού…”



Έχοντας θέσει, ο Μιχαλής, εν αμφιβόλω την τάξη του κόσμου, ήθελε αυτό το δύσκολο προεκλογικό βράδυ να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του. Η εκπωμάτιση και εκτόνωση του αερίου της ένατης φιάλης τον έκανε να σκεφτεί ότι το οινόπνευμα δεν συνάδει με το πνεύμα της σύγχρονης πολιτικής σκέψης. Το αλκοόλ δεν ανήκει πλέον στις ¨σικ¨ ιδέες.
Κράτος και αλκοόλ βρίσκονται πλέον σε μια μακροχρόνια αμήχανη διάσταση.