Το αλησμόνητο παλιό παιχνίδι τους την Άνοιξη, στις ψηλές
ταράτσες της πόλης, και στα χορτάρια του πάρκου το καλοκαίρι,
του προκαλεί ακόμα και σήμερα ερεθισμό στην όσφρηση
και στη γεύση. Την κατάβαθη ζεστή πνοή της στο λαιμό του, τότε,
την είχε ονοματίσει: «φλέβα»
«Τόσο εξευγενισμένη και όμορφη φλέβα, να πάλλεται
και να χτυπά στο δεξί κρόταφο, δίπλα στο φρύδι …
άλλη δεν βρίσκεις» έλεγε.
Ίδια η ζωή, απείραχτη, ήταν τότε η φλέβα της,
κι η νύχτα αγνάντια τους, έπαιζε με τις τηλεοπτικές κεραίες
των απέναντι ταρατσών.
Απόψε, χρόνια μετά,
ετεροβαρώς, προς το συμφέρον του, θέλησε να ωφεληθεί,
και της ψιθύρισε γλυκά: «Να στον μπήξω;»
Διπλός άρρυθμος χτύπος, σαν διχασμένος εραστής,
χτύπησε αναπάντεχα στην ξεχασμένη από χρόνια,
φλέβα του κροτάφου της.
«Δεν διανέμονται κέρδη μέχρι πλήρους αποσβέσεως
παρελθόντων ερώτων» του είπε.
Εκείνος αποκρίθηκε ξαναμμένος: « Δικαιολογίες…Εάν τούτο
ήθελε ο έρως, θα εισήγαγε ασφαλώς κάποια ειδική ρύθμιση,
ή, εν πάση περιπτώσει, θα όριζε ρητώς με κάποιο τρόπο ότι
δεν διανέμονται κέρδη μέχρι αποσβέσεως παλαιοτέρων
συσσωρευμένων ζημιών. Κάτι το οποίο, γνωρίζω καλώς,
δεν έχει πράξει μέχρι τούδε.»
«Και τώρα τι θες να μου πεις δηλαδή, πως μια τέτοια ρύθμιση
θα αντέβαινε στην διάταξη περί προστασίας του
μερίσματος των επενδυτών..;» του είπε.
Τρίτη 15 Απριλίου 2008
Παρασκευή 4 Απριλίου 2008
Παραμύθι από πρώτο χέρι.
Παραμύθι από πρώτο χέρι, ονομάζω το εσωτερικό αφήγημα
που ο καθείς, άπαξ της ημέρας μια φορά, διηγείται στον εαυτό του.
Αλλάζοντας διαρκώς θέση στο κάτοπτρό του, ο καθένας
πολύπειρος παραμυθάς, ξεδιπλώνει τη πολύπτυχη ερμηνεία του,
σε ένα παιχνίδι νοημάτων και προτροπών, με ήρωα ποιόν άλλον;
τον εαυτό του.
Είναι, το δίχως άλλο, το πιο αγαπημένο και «πολυδιαβασμένο»
παραμύθι. Τον αινιγματικό και γοητευτικό ήρωά του,
ούτε καν εκείνη η διπρόσωπη αρχή προστασίας προσωπικών
δεδομένων, μπορεί να πτοήσει και να καταρρακώσει…
προστατεύοντας τον. Ούτε οι κάμερες του υπουργείου
δημοσίας τάξεως, να καταγράψουν. Διότι αυτός βρίσκει τις πιο
τρυφερές αφορμές, προκειμένου να ζει νεανικά, σε μια ώριμη
ανεμελιά. Να συνομιλεί, επί ίσοις όροις, με την τύχη του.
Να είναι ευπρόσδεκτος στο παιχνίδι κατά το οποίο, τρελαίνονται
τα νοήματα που συναπαρτίζουν την θέλησή του.
Σκουντουφλά στους ομηρικούς ιάμβους σαν Οδυσσέας,
και ξεχνάει ηθελημένα να δεθεί στο κατάρτι.
( καθότι είναι σίγουρος πως οι Σειρήνες μαζί του, θα γνωρίσουν
τον πραγματικό έρωτα.). Είναι αρνητής των μαζικοποιημένων
συμπεριφορών, και γυρίζει την πλάτη στις ετοιματζίδικες
συνταγές ευτυχίας. Αμετανόητος, ευφυής πέραν του δεόντως,
γλυκά μανιακός, εφευρετικός, από καλή οικογένεια,
καταβάλει προσπάθειες, σπαταλά τα πλούσια ταλέντα του,
συνειδητοποιεί γενικώς, διάγει εγκαταλελειμμένος από εκείνους
που βοήθησε, πληρώνει γαμισιάτικα για άλλους, παρασύρεται
από το μέγα πάθος,
αλλά με ισχυρή εσωτερική φλόγα διαπλέει όρθιος και γενναίος
τον Αχέρωντα... Αν χρειαστεί.
Τυχοδιώκτης, γυναικοκατακτητής, μεθοδικός. Απαλλαγμένος
από την i priori ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος.
Ζορρό ή Ρομπέν, επιστρέφει συνεχώς για να εξαλείψει
την δυστυχία…όταν έχει χρόνο. Με γνώση του μέτρου και
των ορίων, για τα οποία όμως αδιαφορεί. Εξαντλεί και την
τελευταία ρανίδα επιθυμίας για έρωτα και ζωή,
και φυσικά οδηγεί σαν τον σουμάχερ.
Κάθε του λάθος (εσκεμμένο φυσικά) αποτελεί μια αλληγορία
διδακτική για την ανθρωπότητα.
Αυτός είναι ο ήρωας του παραμυθιού του.
Του Παραμυθιού από πρώτο χέρι.
Αυτός είναι. Ο απλός, λαϊκός, μπεσαλής, σύγχρονος,
του καθενός κρυφός εταίρος.
Διάγει εν μέσω ενός υγιούς φιλελεύθερου ανταγωνισμού,
με εκατομμύρια άλλους κρυφούς, απλούς και μπεσαλήδες σπάιντερμαν.
Αυτός είναι… το παγκοσμιοποιημένο υποζύγιο.
Και αυτό είναι ένα παραμύθι από πρώτο χέρι.
Το παραμύθι με το καλοκάγαθο γαϊδουράκι, του οποίου
οι χαμένες ψευδαισθήσεις, γίνονται οριστικά χαμένες,
μόλις λίγο πριν «τινάξει τα πέταλα».
που ο καθείς, άπαξ της ημέρας μια φορά, διηγείται στον εαυτό του.
Αλλάζοντας διαρκώς θέση στο κάτοπτρό του, ο καθένας
πολύπειρος παραμυθάς, ξεδιπλώνει τη πολύπτυχη ερμηνεία του,
σε ένα παιχνίδι νοημάτων και προτροπών, με ήρωα ποιόν άλλον;
τον εαυτό του.
Είναι, το δίχως άλλο, το πιο αγαπημένο και «πολυδιαβασμένο»
παραμύθι. Τον αινιγματικό και γοητευτικό ήρωά του,
ούτε καν εκείνη η διπρόσωπη αρχή προστασίας προσωπικών
δεδομένων, μπορεί να πτοήσει και να καταρρακώσει…
προστατεύοντας τον. Ούτε οι κάμερες του υπουργείου
δημοσίας τάξεως, να καταγράψουν. Διότι αυτός βρίσκει τις πιο
τρυφερές αφορμές, προκειμένου να ζει νεανικά, σε μια ώριμη
ανεμελιά. Να συνομιλεί, επί ίσοις όροις, με την τύχη του.
Να είναι ευπρόσδεκτος στο παιχνίδι κατά το οποίο, τρελαίνονται
τα νοήματα που συναπαρτίζουν την θέλησή του.
Σκουντουφλά στους ομηρικούς ιάμβους σαν Οδυσσέας,
και ξεχνάει ηθελημένα να δεθεί στο κατάρτι.
( καθότι είναι σίγουρος πως οι Σειρήνες μαζί του, θα γνωρίσουν
τον πραγματικό έρωτα.). Είναι αρνητής των μαζικοποιημένων
συμπεριφορών, και γυρίζει την πλάτη στις ετοιματζίδικες
συνταγές ευτυχίας. Αμετανόητος, ευφυής πέραν του δεόντως,
γλυκά μανιακός, εφευρετικός, από καλή οικογένεια,
καταβάλει προσπάθειες, σπαταλά τα πλούσια ταλέντα του,
συνειδητοποιεί γενικώς, διάγει εγκαταλελειμμένος από εκείνους
που βοήθησε, πληρώνει γαμισιάτικα για άλλους, παρασύρεται
από το μέγα πάθος,
αλλά με ισχυρή εσωτερική φλόγα διαπλέει όρθιος και γενναίος
τον Αχέρωντα... Αν χρειαστεί.
Τυχοδιώκτης, γυναικοκατακτητής, μεθοδικός. Απαλλαγμένος
από την i priori ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος.
Ζορρό ή Ρομπέν, επιστρέφει συνεχώς για να εξαλείψει
την δυστυχία…όταν έχει χρόνο. Με γνώση του μέτρου και
των ορίων, για τα οποία όμως αδιαφορεί. Εξαντλεί και την
τελευταία ρανίδα επιθυμίας για έρωτα και ζωή,
και φυσικά οδηγεί σαν τον σουμάχερ.
Κάθε του λάθος (εσκεμμένο φυσικά) αποτελεί μια αλληγορία
διδακτική για την ανθρωπότητα.
Αυτός είναι ο ήρωας του παραμυθιού του.
Του Παραμυθιού από πρώτο χέρι.
Αυτός είναι. Ο απλός, λαϊκός, μπεσαλής, σύγχρονος,
του καθενός κρυφός εταίρος.
Διάγει εν μέσω ενός υγιούς φιλελεύθερου ανταγωνισμού,
με εκατομμύρια άλλους κρυφούς, απλούς και μπεσαλήδες σπάιντερμαν.
Αυτός είναι… το παγκοσμιοποιημένο υποζύγιο.
Και αυτό είναι ένα παραμύθι από πρώτο χέρι.
Το παραμύθι με το καλοκάγαθο γαϊδουράκι, του οποίου
οι χαμένες ψευδαισθήσεις, γίνονται οριστικά χαμένες,
μόλις λίγο πριν «τινάξει τα πέταλα».
Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008
Το βέλος του χρόνου
Αυτάρεσκος, πολυρρήμων και αερολόγος τω τρόπω,
βρίθων ιδιωτικά βίτσια, χαίρων όμως πλούτου δημοσίων αρετών,
εξετρέπετο συχνά σε αυθόρμητο λαϊκό σουρεαλισμό.
Εξέπεμπε τότε χαχανητά και δάκρυα στο περιβάλλον ένα γύρω…
προσφέροντας αφειδώς ανεκτίμητο υλικό σχολίων, για τους
θαμώνες των καφενείων. Ασταθή, ύπουλα και επικίνδυνα
τα παράγωγα της δράσης του, σαν ισότοπα του πλουτωνίου.
Ο Ιεροκλής όταν μιλούσε, δεν μιλούσε. Συνέθετε με χρωματιστά
νήματα, και έντυνε τα κενά που άφηναν οι διηγήσεις των άλλων.
Μια μικρούλα, τόση δα φράση-μπάλωμα, του αρκούσε
για να ξεθάψει το φέρετρο του κόσμου.
Έλειωνε τόνους γλωσσικό μετάλλευμα, από τα ορυχεία
των μακροσκελών τοποθετήσεων των συνδαιτυμόνων,
και έστηνε αργά και μεθοδικά το μαυσωλείο της ήττας τους.
Όταν η ομήγυρις ήταν πλέον έτοιμη, ξεκούμπωνε τη βαλβίδα
εκτόνωσης με τις λαβίδες της απαξίας που διέθετε …
και όποιον πάρει ο χάρος.
Πρόβαινε σε ερμηνευτική κλασματική απόσταξη, όσων είχαν
ως τότε ακουστεί στο τραπέζι. Μπάχαλο το καφενείο.
Σύγκλητος και λαός, απολάμβαναν μια πολύτροπη και
διατρητική πρόκληση, σαν εφηβική ομαδική μαλακία
συγχρονισμένης εκσπερμάτωσης, η οποία καθώς προσέπιπτε
στο ασταθές υλικό των ζαλισμένων από το τσίπουρο
τετραμελών παρεών, προκαλούσε σχάση των πυρήνων τους.
Μ΄αυτά και μ΄ αυτά , σε κανέναν δεν ξένιζε η αστρονομική
εμπορική αξία της συντροφιάς του Ιεροκλή στην πιάτσα …
ούτε ενοχλούσε το βαρύ κόστος της παρέας του…
ούτε η ανυπόφορη γοητεία του…ούτε καν η συχνά γεμάτη
απελπισία, χαρά του. Να΄ταν τυχαίο άραγε που λίγο κάτω
από τον καρπό, στο δεξί χέρι είχε ερασιτεχνικό νεανικό τατουάζ,
το αλχημιστικό σύμβολο της ποτάσας; Καυστικός σαν ποτάσα
κι αυτός, διέλυε τους λιπαρούς λεκέδες μαζί με το ύφασμα.
Συνεκδοχικά υπέθετα και ενίσχυα την βεβαιότητά μου, καθότι
διαστροφικά αναλυτικός, πως όσο πιο πυρίμαχα «ταξίδευε»
ο Ιεροκλής μες στη φωτιά, τόσο το σημείο τήξης,
του κουρκουτιασμένου για πολλούς, μυαλού του,
μετατίθονταν βαθύτερα στο μάκρος του ορίζοντά του.
Χρόνος
Προχωρημένο πρωινό του περασμένου Σαββάτου,
δέκα και μισή με έντεκα.
Τόπος
Περνάει από την πλατεία Δημοκρατίας, φρέσκος και
(σπάνιο για αυτόν) καθαρός από αλκοόλ..
Tρόπος
Νευρώδης, λεπτός και γεμάτος ενέργεια τριποδίζει
(με δύο πόδια όμως) σαν νεαρό άλογο πάνω στις πλάκες του
δρόμου. Ο λαμπρός ήλιος, όπως έχει σηκωθεί πάνω απ΄ τα σπίτια,
σχηματίζει ένα φωτοστέφανο γύρω απ΄ το μαλλιαρό γκρίζο κεφάλι του.
«Τι χαμπάρια Ιεροκλή..;»
«Βρίσκομαι σε φάση λεπτοδουλειάς, και διαμόρφωσης ύφους…
Εσείς πού πάτε σαββατιάτικος και γυμνός πτωχέ μου, Κωστή; «
«Εγώ βρίσκομαι σε φάση αδείας, και πάω λαϊκή για κάνα
ζαρζαβατικό…αλλά για ξηγήσου ρε Κλή, για ποιό ακριβώς
ύφος μιλάς;»
αποκρίθηκα κοιτώντας συγχρόνως να τσεκάρω
αν έβαλα ρούχα πριν βγω.
«Για το ύφος "ιχθυόμορφο βδελυρό άφθαρτο και σαλιάρικο
εξωγήινο τέρας"».
«Ενδιαφέρον…για συνέχισε»
«Περιπλανιέμαι στο σύμπαν , άσχημο, ζέον και γλοιώδες,
(πλην όμως με καλή ευαίσθητη και μελαγχολική ψυχή)
και ψάχνω για το ουσιαστικό και το θεμελιώδες…».
«Κι αν επιτρέπεται, αγαπητό αποτρόπαιο alien, ποιο
πικρόχολο συμπαντικό χιούμορ σε έριξε εδώ στη γή;
Ποια βάσκανος μοίρα σε μούτζωξε, και φόρτωσε στις αθώες
εξωγήινες πλάτες σου, μια τόσο σκληρή τιμωρία,
ένα τόσο βαρύ έργο, όπως αυτό του να βρεις νόημα στην ανοησία;»
« Με τράβηξε η βαρύτητα της γης. Αφενός.
Αφετέρου, η ανοίκειος φύσις των ανθρώπων»
Έκανα να προσπεράσω, μια κρυφή, αμυδρή-τόση δα- συγκίνηση όμως,
σαν να με κράτησε από το μανίκι.
«Δηλαδή;» ρώτησα.
«Να …εσύ, φερ΄ ειπείν, ως συνεπής απολογητής του είδους σας,
ξεκινάς έναν μεγάλο, δίχως ελπίδα, νυν υπέρ πάντων αγώνα
με τον χρόνο, κάθε πρωί. Ενώ το θεμελιώδες, αλλά και το εφικτό,
θα ΄ταν να μάχεσαι βήμα-βήμα για την κατάκτηση
της κάθε χαμένης ηλιόλουστης μέρας σου.»
«Για Ιχθυόμορφο βδελυρό εκτόπλασμα, δεν τα λες κι άσχημα.
Προτείνεις δηλαδή, να κατέβω από την ατμομηχανή
που σέρνει τον χρόνο;»
«Όχι ακριβώς…σου προτείνω να ξαναγράψεις το σενάριο.
Εκεί, λίγο πριν την κορύφωση του δράματος, να γίνεις επινοητής
ενός «από ατμομηχανής θεού», ας πούμε. Διότι σε βλέπω,
κατά την διαδικασία του μοντάζ, να σου κόβουν τις σκηνές.
Και τις έπαιξες με τόσο κόπο…»
«Κλη, πες σε παρακαλώ στον Υπέρτατο Μοντέρ, πως ο λόγος που
με κρατάει στο "έργο" είναι το κωλοβάρεμα. Και σκοπεύω έτσι
κωλοβαρώντας να συνεχίσω.»
«Ο.Κ. δεν θα παραλείψω…»
«Άντε γεια»
«Πού πας; Ναρθω και γω;»
« Έλα βιάσου. Πάμε λαϊκή να δούμε αν το βέλος του χρόνου
και η εντροπία του σύμπαντος , έριξαν τις τιμές στα μαρούλια
και στα μπρόκολα...
Μετά θα σε κεράσω ένα τσίπουρο».
«Φύγαμε».
βρίθων ιδιωτικά βίτσια, χαίρων όμως πλούτου δημοσίων αρετών,
εξετρέπετο συχνά σε αυθόρμητο λαϊκό σουρεαλισμό.
Εξέπεμπε τότε χαχανητά και δάκρυα στο περιβάλλον ένα γύρω…
προσφέροντας αφειδώς ανεκτίμητο υλικό σχολίων, για τους
θαμώνες των καφενείων. Ασταθή, ύπουλα και επικίνδυνα
τα παράγωγα της δράσης του, σαν ισότοπα του πλουτωνίου.
Ο Ιεροκλής όταν μιλούσε, δεν μιλούσε. Συνέθετε με χρωματιστά
νήματα, και έντυνε τα κενά που άφηναν οι διηγήσεις των άλλων.
Μια μικρούλα, τόση δα φράση-μπάλωμα, του αρκούσε
για να ξεθάψει το φέρετρο του κόσμου.
Έλειωνε τόνους γλωσσικό μετάλλευμα, από τα ορυχεία
των μακροσκελών τοποθετήσεων των συνδαιτυμόνων,
και έστηνε αργά και μεθοδικά το μαυσωλείο της ήττας τους.
Όταν η ομήγυρις ήταν πλέον έτοιμη, ξεκούμπωνε τη βαλβίδα
εκτόνωσης με τις λαβίδες της απαξίας που διέθετε …
και όποιον πάρει ο χάρος.
Πρόβαινε σε ερμηνευτική κλασματική απόσταξη, όσων είχαν
ως τότε ακουστεί στο τραπέζι. Μπάχαλο το καφενείο.
Σύγκλητος και λαός, απολάμβαναν μια πολύτροπη και
διατρητική πρόκληση, σαν εφηβική ομαδική μαλακία
συγχρονισμένης εκσπερμάτωσης, η οποία καθώς προσέπιπτε
στο ασταθές υλικό των ζαλισμένων από το τσίπουρο
τετραμελών παρεών, προκαλούσε σχάση των πυρήνων τους.
Μ΄αυτά και μ΄ αυτά , σε κανέναν δεν ξένιζε η αστρονομική
εμπορική αξία της συντροφιάς του Ιεροκλή στην πιάτσα …
ούτε ενοχλούσε το βαρύ κόστος της παρέας του…
ούτε η ανυπόφορη γοητεία του…ούτε καν η συχνά γεμάτη
απελπισία, χαρά του. Να΄ταν τυχαίο άραγε που λίγο κάτω
από τον καρπό, στο δεξί χέρι είχε ερασιτεχνικό νεανικό τατουάζ,
το αλχημιστικό σύμβολο της ποτάσας; Καυστικός σαν ποτάσα
κι αυτός, διέλυε τους λιπαρούς λεκέδες μαζί με το ύφασμα.
Συνεκδοχικά υπέθετα και ενίσχυα την βεβαιότητά μου, καθότι
διαστροφικά αναλυτικός, πως όσο πιο πυρίμαχα «ταξίδευε»
ο Ιεροκλής μες στη φωτιά, τόσο το σημείο τήξης,
του κουρκουτιασμένου για πολλούς, μυαλού του,
μετατίθονταν βαθύτερα στο μάκρος του ορίζοντά του.
Χρόνος
Προχωρημένο πρωινό του περασμένου Σαββάτου,
δέκα και μισή με έντεκα.
Τόπος
Περνάει από την πλατεία Δημοκρατίας, φρέσκος και
(σπάνιο για αυτόν) καθαρός από αλκοόλ..
Tρόπος
Νευρώδης, λεπτός και γεμάτος ενέργεια τριποδίζει
(με δύο πόδια όμως) σαν νεαρό άλογο πάνω στις πλάκες του
δρόμου. Ο λαμπρός ήλιος, όπως έχει σηκωθεί πάνω απ΄ τα σπίτια,
σχηματίζει ένα φωτοστέφανο γύρω απ΄ το μαλλιαρό γκρίζο κεφάλι του.
«Τι χαμπάρια Ιεροκλή..;»
«Βρίσκομαι σε φάση λεπτοδουλειάς, και διαμόρφωσης ύφους…
Εσείς πού πάτε σαββατιάτικος και γυμνός πτωχέ μου, Κωστή; «
«Εγώ βρίσκομαι σε φάση αδείας, και πάω λαϊκή για κάνα
ζαρζαβατικό…αλλά για ξηγήσου ρε Κλή, για ποιό ακριβώς
ύφος μιλάς;»
αποκρίθηκα κοιτώντας συγχρόνως να τσεκάρω
αν έβαλα ρούχα πριν βγω.
«Για το ύφος "ιχθυόμορφο βδελυρό άφθαρτο και σαλιάρικο
εξωγήινο τέρας"».
«Ενδιαφέρον…για συνέχισε»
«Περιπλανιέμαι στο σύμπαν , άσχημο, ζέον και γλοιώδες,
(πλην όμως με καλή ευαίσθητη και μελαγχολική ψυχή)
και ψάχνω για το ουσιαστικό και το θεμελιώδες…».
«Κι αν επιτρέπεται, αγαπητό αποτρόπαιο alien, ποιο
πικρόχολο συμπαντικό χιούμορ σε έριξε εδώ στη γή;
Ποια βάσκανος μοίρα σε μούτζωξε, και φόρτωσε στις αθώες
εξωγήινες πλάτες σου, μια τόσο σκληρή τιμωρία,
ένα τόσο βαρύ έργο, όπως αυτό του να βρεις νόημα στην ανοησία;»
« Με τράβηξε η βαρύτητα της γης. Αφενός.
Αφετέρου, η ανοίκειος φύσις των ανθρώπων»
Έκανα να προσπεράσω, μια κρυφή, αμυδρή-τόση δα- συγκίνηση όμως,
σαν να με κράτησε από το μανίκι.
«Δηλαδή;» ρώτησα.
«Να …εσύ, φερ΄ ειπείν, ως συνεπής απολογητής του είδους σας,
ξεκινάς έναν μεγάλο, δίχως ελπίδα, νυν υπέρ πάντων αγώνα
με τον χρόνο, κάθε πρωί. Ενώ το θεμελιώδες, αλλά και το εφικτό,
θα ΄ταν να μάχεσαι βήμα-βήμα για την κατάκτηση
της κάθε χαμένης ηλιόλουστης μέρας σου.»
«Για Ιχθυόμορφο βδελυρό εκτόπλασμα, δεν τα λες κι άσχημα.
Προτείνεις δηλαδή, να κατέβω από την ατμομηχανή
που σέρνει τον χρόνο;»
«Όχι ακριβώς…σου προτείνω να ξαναγράψεις το σενάριο.
Εκεί, λίγο πριν την κορύφωση του δράματος, να γίνεις επινοητής
ενός «από ατμομηχανής θεού», ας πούμε. Διότι σε βλέπω,
κατά την διαδικασία του μοντάζ, να σου κόβουν τις σκηνές.
Και τις έπαιξες με τόσο κόπο…»
«Κλη, πες σε παρακαλώ στον Υπέρτατο Μοντέρ, πως ο λόγος που
με κρατάει στο "έργο" είναι το κωλοβάρεμα. Και σκοπεύω έτσι
κωλοβαρώντας να συνεχίσω.»
«Ο.Κ. δεν θα παραλείψω…»
«Άντε γεια»
«Πού πας; Ναρθω και γω;»
« Έλα βιάσου. Πάμε λαϊκή να δούμε αν το βέλος του χρόνου
και η εντροπία του σύμπαντος , έριξαν τις τιμές στα μαρούλια
και στα μπρόκολα...
Μετά θα σε κεράσω ένα τσίπουρο».
«Φύγαμε».
Σάββατο 15 Μαρτίου 2008
keep up the good work
Σε πείσμα, όσων η επίσημη βλογοκατήχηση ισχυρίζεταικαι προβάλει, η συμπεριφορά των ατομικών, υποατομικών,
συλλογικών, και διασυλλογικών βλογς ξεδιπλώνεται και
αναπτύσσεται ΚΑΙ σε ένα μυστηριακό επίπεδο πραγματικότητας,
του οποίου δεν είμαστε ενήμεροι. Ούτε εμείς, ούτε τα ίδια.
Υπάρχει δηλαδή μια διάσταση, πέραν εκείνων των γνωστών
που ενημερώνουν, λογοτεχνίζουν, διυλίζουν, αποφορτίζουν,
σολοικίζουν, βαρβαρίζουν, μετρούν στατιστικά, λογαριάζουν
επισκεψιμότητες, βρίζουν, κουτσουρεύουν, αποκαλύπτουν,
μαλακίζονται, φιλοσοφούν,ομφαλοσκοπούν, ξεψειρίζονται. κτλ κτλ.
Πρόκειται για κείνη την διάσταση εντός της οποίας
το κάθε επιμέρους ιστολόγιο εμπεριέχει το σύνολο της εικόνας
της μπλογκοσφαίρας. Παραπέμπει δηλαδή, στη δομή ενός
μορφοκλάσματος (fractal στην κοινή διεθνή ονομασία), του οποίου
το βασικό χαρακτηριστικό είναι η αυτό-ομοιότητα των δομών του,
σε οποιοδήποτε τυχαίο τμήμα του. Τούτο δε,
επιβεβαιώνεται ως ένα βαθμό, κάθε Παρασκευή, νωρίς
το απόγευμα. Όταν μια αλλόκοτη «τρέλα» παρεισφρέει,
και επί εικοσιτετραώρου διακατέχει το σύνολο του τρόπου
βλογο-ύπαρξης. Τότε, όταν σύσσωμα τα ιστολόγια
γιορτάζουν το τέλος της κουτσουρεμένης εβδομάδας.
(φωτό: Όμορφη απωανατολίτισσα ιστολόγος, απολαμβάνει
τον βραδινό ύπνο της Παρασκευής, αγκαλιά με το ιστολόγιο της.
Στην ένθετη φωτογραφία κάτω δεξιά, χαρακτηριστικά δείγματα
ιστολογίων, σε κατάσταση fridayevening).
Παρασκευή 7 Μαρτίου 2008
πρωινό
Για εκατομμυριοστή φορά περπατώ πάνω στο ξύλινο πάτωμα,
με τους διάσπαρτους μελανούς ρόζους. Οι καρέκλες της κουζίνας,
μόλις ξημερώσει, θα ΄χουν τις ίδιες χρωματιστές ζωγραφισμένες
ράχες, με πιγκουΐνους ακροβάτες και χαζοχαρούμενες
πολικές αρκούδες. Μόλις ξημερώσει όμως.
Ή, μόλις ανάψω το φως της κουζίνας.
Για την ώρα οι καρέκλες στέκουν με τις ράχες σκοτεινές,
σαν μεσαιωνικές ασπίδες, κόντρα στο ιλαρό της τζαμαρίας φως.
Ευτυχώς, να λες, που υπάρχει και αυτή η τζαμαρία και κρατάει
τον ουρανό στη θέση του. Πρέπει να βιαστώ όμως η ώρα περνάει.
Θα βάλω κάτι πρόχειρο για πρωινό.
Τι όμως; Μήπως, πάλι, λίγες απ΄αυτές τις θεσπέσιες,
αλλά αδύνατες και καχεκτικές λέξεις, που σερβίρω πού και πού
ηλεκτρονικά, για τα μάτια του κόσμου;
Ή μήπως, μερικές από κείνες τις άλλες, που διατηρώ πάντα φρέσκες
με καθημερινή φροντίδα, δια παν ενδεχόμενο...;
Τις οποίες με σπουδή τις πλένω, τις βουρτσίζω, τις σιδερώνω,
τις γυαλίζω, κι αυτές με τη σειρά τους , μου κάνουν χαρούλες,
μου κλείνουν μαργιόλικα το μάτι, και μου θυμίζουν ξανά και ξανά,
την κορυφαία και αξεπέραστα βαρύγδουπη κοινοτυπία:
«Είμαι ότι σκέφτομαι!»
Σιγά μην είμαι…
Σιγά μη σκέφτομαι…
Άσε καλύτερα. Τίποτα απ΄τα δυό. Θα πιω μόνο ένα σκέτο ζεστό
τσάι βουνίσιο, κι ύστερα θα κάνω ένα επιτόπιο ταξίδι για ένα
μισάωρο. Σαν άλμα εις ύψος δίχως φορά, με γωνία 90 μοιρών,
προς τα πάνω. Όσο, δηλαδή, να ΄ρθει η ώρα να φύγω
για τη δουλειά. Ένα ταξίδι που δεν θα με κουνήσει ρούπι
απ΄το στίγμα μου. 40 40΄ 30΄΄ βόρεια, 22 70΄ 30΄΄ ανατολικά.
Θα σκαρφαλώσω στον τρεμάμενο και ελαφρύ χρόνο μου,
με το γυλιό μου γεμάτο με ακριβές ιδέες (πάντα),
συγκεχυμένες πληροφορίες (συχνά), και θολές δυνατότητες (ενίοτε).
Θα στήσω μηχανορραφίες, θα προβώ σε δολοπλοκίες, με έναν
και μόνο τελικό στόχο. Να διασταυρώσω τη ζωή μου με τους άλλους.
Μπας και ο χρόνος λάβει εκείνη την ειδική ποιότητα, που τον κάνει
να μοιάζει με γιορτή.
Αλλά να… σαν να σκάει ο ήλιος απ΄τη μεριά της θάλασσας.
Σε λίγο θα φτάσει στα κεραμίδια του γείτονα.
Ακολουθεί ρουά- ματ σε δύο κινήσεις:
α) Φιλική ασθενική κλωτσιά στα οπίσθια του διαβολάκου
που με κατατρέχει.
β) Άνοιγμα της εξώπορτας με ταυτόχρονη είσοδο στο χαγιάτι
της Άνοιξης που μόλις ήρθε.
Αυτό ήταν. Πάω να μαρινάρω τα σκώτια μου
και όλο το «μέσα» μου, στο «έξω» της μέρας που αρχίζει.
Ζητώ να μου σχωρεθεί η άγνοια που με κρατάει κωλυόμενο
στην εποχή του παρόντος μου.
(Αν χρειαστεί θα μου βάλω λίγο λίπος, για να μην κολλήσω
στον πάτο της κατσαρόλας).
με τους διάσπαρτους μελανούς ρόζους. Οι καρέκλες της κουζίνας,
μόλις ξημερώσει, θα ΄χουν τις ίδιες χρωματιστές ζωγραφισμένες
ράχες, με πιγκουΐνους ακροβάτες και χαζοχαρούμενες
πολικές αρκούδες. Μόλις ξημερώσει όμως.
Ή, μόλις ανάψω το φως της κουζίνας.
Για την ώρα οι καρέκλες στέκουν με τις ράχες σκοτεινές,
σαν μεσαιωνικές ασπίδες, κόντρα στο ιλαρό της τζαμαρίας φως.
Ευτυχώς, να λες, που υπάρχει και αυτή η τζαμαρία και κρατάει
τον ουρανό στη θέση του. Πρέπει να βιαστώ όμως η ώρα περνάει.
Θα βάλω κάτι πρόχειρο για πρωινό.
Τι όμως; Μήπως, πάλι, λίγες απ΄αυτές τις θεσπέσιες,
αλλά αδύνατες και καχεκτικές λέξεις, που σερβίρω πού και πού
ηλεκτρονικά, για τα μάτια του κόσμου;
Ή μήπως, μερικές από κείνες τις άλλες, που διατηρώ πάντα φρέσκες
με καθημερινή φροντίδα, δια παν ενδεχόμενο...;
Τις οποίες με σπουδή τις πλένω, τις βουρτσίζω, τις σιδερώνω,
τις γυαλίζω, κι αυτές με τη σειρά τους , μου κάνουν χαρούλες,
μου κλείνουν μαργιόλικα το μάτι, και μου θυμίζουν ξανά και ξανά,
την κορυφαία και αξεπέραστα βαρύγδουπη κοινοτυπία:
«Είμαι ότι σκέφτομαι!»
Σιγά μην είμαι…
Σιγά μη σκέφτομαι…
Άσε καλύτερα. Τίποτα απ΄τα δυό. Θα πιω μόνο ένα σκέτο ζεστό
τσάι βουνίσιο, κι ύστερα θα κάνω ένα επιτόπιο ταξίδι για ένα
μισάωρο. Σαν άλμα εις ύψος δίχως φορά, με γωνία 90 μοιρών,
προς τα πάνω. Όσο, δηλαδή, να ΄ρθει η ώρα να φύγω
για τη δουλειά. Ένα ταξίδι που δεν θα με κουνήσει ρούπι
απ΄το στίγμα μου. 40 40΄ 30΄΄ βόρεια, 22 70΄ 30΄΄ ανατολικά.
Θα σκαρφαλώσω στον τρεμάμενο και ελαφρύ χρόνο μου,
με το γυλιό μου γεμάτο με ακριβές ιδέες (πάντα),
συγκεχυμένες πληροφορίες (συχνά), και θολές δυνατότητες (ενίοτε).
Θα στήσω μηχανορραφίες, θα προβώ σε δολοπλοκίες, με έναν
και μόνο τελικό στόχο. Να διασταυρώσω τη ζωή μου με τους άλλους.
Μπας και ο χρόνος λάβει εκείνη την ειδική ποιότητα, που τον κάνει
να μοιάζει με γιορτή.
Αλλά να… σαν να σκάει ο ήλιος απ΄τη μεριά της θάλασσας.
Σε λίγο θα φτάσει στα κεραμίδια του γείτονα.
Ακολουθεί ρουά- ματ σε δύο κινήσεις:
α) Φιλική ασθενική κλωτσιά στα οπίσθια του διαβολάκου
που με κατατρέχει.
β) Άνοιγμα της εξώπορτας με ταυτόχρονη είσοδο στο χαγιάτι
της Άνοιξης που μόλις ήρθε.
Αυτό ήταν. Πάω να μαρινάρω τα σκώτια μου
και όλο το «μέσα» μου, στο «έξω» της μέρας που αρχίζει.
Ζητώ να μου σχωρεθεί η άγνοια που με κρατάει κωλυόμενο
στην εποχή του παρόντος μου.
(Αν χρειαστεί θα μου βάλω λίγο λίπος, για να μην κολλήσω
στον πάτο της κατσαρόλας).
Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2008
Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2008
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

