(το είχα ξανα-αναρτήσει πριν τέσσερα χρόνια όταν άνοιγε η αυλαία ετούτου του βλογ.
Το ξαναβάζω τώρα προσαρμοσμένο, έχοντας τα αφτιά πεσμένα σαν δαρμένος σκύλος,
αναζητώντας θάρρος σε εναίσιμη μορφή. Η ¨κρίση του χρέους¨ έχει και την ορμονικο-ενδοκρινολογική διάσταση, εντός μου. Σχωράτε με, όσο κι αν διαφωνείτε)
«…περισσότεροι από τους μισούς λαούς στον κόσμο δεν έχουν κανέναν έλεγχο στην οικονομική πολιτική των κυβερνήσεων τους .Την υπαγορεύουν οι Γραφειοκράτες της Ουάσικτων με τη λεγόμενη ‘’κρίση του χρέους’’ η οποία δεν είναι παρά ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα… ….Υπάρχει χρέος αλλά το ποιος χρωστάει και ποιος ευθύνεται για αυτό δεν είναι οικονομικό αλλά ιδεολογικό ζήτημα. Σε χώρες όπως η Ινδονησία το χρέος ανέρχεται στο 140% του ακαθαρίστου εγχώριου προϊόντος , οι οφειλέτες δεν είναι παρά διακόσιες οικογένειες στο στενό περιβάλλον διεφθαρμένων κυβερνώντων. Αυτοί δανείστηκαν αλλά ζητείται από το λαό τους να εξοφλήσει τα χρέη τους. Όταν δεν μπορεί το σύστημα φροντίζει να εξασφαλίσει τους δανειστές του. Μεταφέρει το ΄΄επενδυτικό ρίσκο΄΄ στους φορολογούμενους του αναπτυγμένου κόσμου μέσω του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Αυτές δεν είναι οικονομικές αλλά ιδεολογικές επιλογές…» (Ν.Τσόμσκι).
Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΠΑΖΟΚΕΦΑΛΙΑ
Πολλά είναι τα πράγματα στη ζωή που με την πρώτη ματιά φαίνονται να μην έχουν λογική εξήγηση ή τουλάχιστον μια άμεσα αντιληπτή εξήγηση. Τείνουμε να πιστεύουμε γι αυτά ότι υπάρχουν επειδή υπάρχουν, και συμβαίνουν έτσι... επειδή γούσταρε το σύμπαν να συμβούν.Υπάρχουν δηλαδή χάριν του εαυτού τους!
Πολλές ΄΄αλήθειες΄΄ ή επιφάσεις αλήθειας κυριαρχούν κατά καιρούς εν είδει ευαγγελικής ρήσης και στις περισσότερες περιπτώσεις (την περίοδο της κυρίαρχης ακμής τους) μοιάζουν να μην τις αγγίζει καμιά κριτική σκέψη. Να μην τις βαραίνει ούτε η παραμικρή υποψία΄΄μη-ισχύς΄΄ τους , ούτε η ελάχιστη πιθανότητα αναίρεσης τους. Ο άνθρωπος που πιθανόν επιχειρήσει να σκεφτεί και να ψάξει για μια άλλη εξήγηση , που θελήσει να εκφέρει έναν διαφορετικό λόγο, που δοκιμάσει να ασκήσει κριτική με λογική για να αποκαλύψει έναν άλλο δρόμο , τότε στην ευτυχέστερη περίπτωση θα χαρακτηριστεί αιθεροβάμων ή γραφικός και στην χειρότερη, επικίνδυνος , άφρων ή και προδότης.
Τέτοιες ΄΄αλήθειες΄΄ στην περίοδο της κυριαρχίας τους , υιοθετούνται και αναπαράγονται με ένα λατρευτικό τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια για αποκλείσεις και άλλες απόψεις. Οι άλλες απόψεις τότε μοιάζουν αιρετικές , υποβουλιμιέες και επικίνδυνες.
Οι άνθρωποι αρέσκονται να θέτουν ΄΄σταθερές΄΄ πάνω στις οποίες οικοδομούν το σύμπαν τους , τακτοποιούν το χάος που τους κάνει να νοιώθουν ανασφάλεια .Αυτή η πρακτική έχει όμως κυρίως ψυχολογική αξία. Ουσιαστική μεν, για να ισορροπήσει κάποιος , αλλά όχι απαραίτητα στηριζόμενη στον ορθολογισμό και στο δίκαιο.Η λατρεία της ΄΄τάξης΄΄, η επιδίωξη της ευταξίας όσο και αν μας ξεκουράζει, ας μην γελιόμαστε, βοηθάει να συντηρηθούν οι καθεστηκυίες δομές μιας κοινωνίας, να περιφρουρηθούν τα κεκτημένα οφέλη κάποιων, να σωθούν τα προσχήματα για τη διατήρηση της δύναμης (οικονομικής ή άλλης) των κρατούντων, αλλά σίγουρα δεν κατευθύνουν προς δικαιότερες λύσεις των προβλημάτων, δεν οδηγούν σε μείωση ή εξάλειψη των ανισοτήτων και της δυστυχίας.
Όταν λοιπόν ακουστούν από τον ΄΄πάτο του πηγαδιού΄΄ φωνές που δεν συνάδουν
με τις θεμελιώδεις αυτές ΄΄αλήθειες΄΄ , τότε ταράζεται η ΄΄ησυχία΄΄ του κόσμου που οικοδομήσαμε. Τρέμει το υπόβαθρο πάνω στο οποίο πατούν τα πόδια των ΄΄ευταξιακών΄΄. Φοβούνται μην κινήσει καμιά απειλή για τα κεκτημένα τους. Και τότε διαδίδουν ΄΄άγχος΄΄ και ΄΄ανασφάλεια΄΄ για να συμμαζέψουν την επαπειλούμενη εκτροπή . Κατόπιν, γίνονται ΄΄κέρβεροι΄΄, μεταμορφώνονται σε σκληρούς τιμωρούς αυτών που μίλησαν για δικαιότερες ρυθμίσεις. Αποβάλουν το κουστούμι του ΄΄ήρεμου θεματοφύλακα΄΄ και πιάνουν το ΄΄κουρμπάτσι΄΄, ώστε να αποκατασταθεί η ΄΄τάξη΄΄.
Ο νοσηρός ζήλος που επιδεικνύεται στην σύγχρονη εποχή , ώστε να γίνει αποδεκτό ότι η ιστορία τέλειωσε, ότι ο κόσμος εδραιώθηκε πάνω σε βάσεις που δεν αλλάζουν,
ότι ακρογωνιαίος λίθος και απόλυτη αρχή είναι η παγκοσμιοποιημένη οικονομική δύναμη , ότι οποιοσδήποτε θύλακας παραγωγής άλλων , πέραν των κυρίαρχων, απόψεων είναι καταδικασμένος να συντριβεί, θέλει να εδραιώσει την ντετερμινιστική-μοιρολατρική άποψη, με σχεδόν θρησκευτικό- λατρευτικό τρόπο ότι το ΄΄παιχνίδι ΄΄ της ιστορίας των ανθρώπων και των κοινωνιών τους έχει κριθεί.
Οι καλοί νίκησαν . Παρέλαβαν τις ΄΄εντολές΄΄ , βάσει των οποίων το Διεθνές νομισματικό ταμείο ,Η ευρωπαική Κεντρική Τράπεζα, ο ΟΟΣΑ , η BUDESBANK κτλ, ως άλλοι Μωυσίδες θεματοφύλακες των παγκόσμιων επιταγών περιφρουρούν την τάξη.
Η ΄΄καιόμενη βάτος΄΄ μίλησε, η ευταξία και το νοικοκύρεμα είναι το νέο μεταφυσικού τύπου λατρευτικό ιδεώδες. Και γαια πυρί μειχθήτω. Έστω κι αν για να συντηρηθεί η ΄΄τάξη΄΄ πρέπει να παραχθεί κι άλλη, κι άλλη ατέλειωτη δυστυχία και αδικία. Η παγκοσμιοποιημένη θεωρία της αγοράς και της οικονομικής δύναμης θα μας οδηγεί στο εξής ερήμην μας. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι το νέο Κοράνι. Έτσι έχουμε από τη μια, εκείνους που έχουν αποδεχτεί αυτήν την ανεξήγητη βεβαιότητα, χωρίς να μπορούν να την τεκμηριώσουν και να την στηρίξουν λογικά. Και από την άλλη εκείνους τους ΄΄αγγελοκρουσμένους΄΄ που δεν είναι βέβαιοι για τίποτα και με εργαλεία , την ιστορία , την επιστήμη και την αξιοπρέπεια τους , προσπαθούν να σταθούν μπρος σ αυτήν την ΄΄παγκόσμια σπαζοκεφαλιά΄΄ , να την εξηγήσουν, να την αμφισβητήσουν, να ετοιμάσουν τους ΄΄πολιορκητικούς κριούς΄΄ των ιδεών που στο μέλλον θα πλαισιώσουν τη δράση.
Που θα δημιουργήσουν ρωγμές στον τοίχο της βεβαιότητας που περιβάλει και προστατεύει τα σαλόνια της παγκόσμιας δύναμης (οικονομικής, πολιτικής, στρατιωτικής) και θα αφήσουν να φανούν νέες προσδοκίες για καλύτερο κόσμο, δικαιότερο και ανθρωπινότερο.
Το τί έχουμε δει και μάθει ως τώρα, για τις ανθρώπινες κοινωνίες είναι μια χούφτα χώμα. Το τί έχουμε να δούμε ακόμα είναι σαν ολόκληρη τη γη.
Η συντριπτική πλειοψηφία των λαών του κόσμου αντιτίθεται στη λογική, της με κάθε τρόπο μεγιστοποίησης της δύναμης και του κέρδους.Aντιτίθεται στη συγκέντρωση όλο και περισσότερης δύναμης σε όλο και λιγότερους. Αντιτίθεται στην προοπτική δυστυχίας κια εξαθλίωσης ενός μεγάλου μέρους της ανθρωπότητας. Παρ΄ όλα αυτά, περιέργως, μοιάζει να έχει καταλήξει και αποδεχθεί , ότι η οικονομία είναι υπόθεση των τεχνοκρατών και όχι των πολιτών. Μοιάζει να έχει απόλυτα αποδεχθεί ότι οι νόμοι της οικονομίας επιβάλλονται σαν φυσικοί νόμοι και οι διεθνείς οικονομικές διεργασίες παρ΄ότι άγριες και αντιδημοκρατικές είναι αναγκαίο κακό και αποτελούν το μοναδικό δρόμο.
Και εδώ ακριβώς είναι που αυτές οι αντιφάσεις αναδεικνύουν την ΄΄παγκόσμια σπαζοκεφαλιά΄΄. Ή μάλλον, η ΄΄παγκόσμια σπαζοκεφαλιά΄΄ είναι αυτήν ακριβώς η
αντίφαση.
Η παγκόσμια αγορά όμως δεν είναι ούτε βαρυτικό φαινόμενο, ούτε ηλεκτρομαγητική ακτινοβολία, και ασφαλώς δεν άπτεται κανενός άλλου θεμελιώδους φυσικού νόμου. Είναι ένας μεγάλος (ο μεγαλύτερος της ανθρώπινης πορείας) ιδεολογικός και πολιτικός θεσμός. Η παγκοσμιοποιημένη χρηματιστηριακή οικονομία δεν είναι καθόλου μια φυσική οικονομία . Δεν την κληρονομήσαμε από τους πρωτόπλαστους, ούτε μας την παρέδωσε ο Προμηθεας μαζί με τη φωτιά,ούτε τη δημιούργησε η φύση.Είναι κατασκεύασμα ανθρώπινο ,θεσμός πολιτικός ,οικονομικός και ιδεολογικός, τέχνασμα που γεννήθηκε με την άρθρωση της αστικής καπιταλιστικής κοινωνίας και αναπτύχθηκε για να προωθήσει την ανάπτυξη της , και να δικαιώσει την άρρωστη αγωνία της συσσώρευσης πλούτου και δύναμης. Είναι πεποίθησή μου ότι θα μπορούσε να είχε εξελιχτεί διαφορετικά το όλον προτζεκτ. Πεποίθηση μου είναι επίσης ότι σίγουρα , δεν θα υπαγορεύει και δεν θα οδηγεί τις ανθρώπινες κοινωνίες εσαεί .( Εκτός εάν καταφέρει να τις συντρίψει ολοκληρωτικά και αμετάκλητα.)
Γι’ αυτό λοιπόν, περιμένοντας την ευκαιρία ,στην σύντομη βιολογική ζωή μας, να κατεβούμε στα οδοφράγματα,(καλομελέτα κι έρχεται) θα συνεχίσουμε να ΄΄κουβεντιάζουμε με τους ίσκιους μας, να μηρυκάζουμε τις μνήμες μας, να αντλούμε από το μέσα μας πηγάδι. Ασκητές της ανθρωπιάς μας. Ως το τέλος.’’
Αφήνοντας μας χωρίς δουλειά, χωρίς φράγκα, χωρίς προοπτική για τα παιδιά μας,
το μόνο που καταφέρνετε είναι να χαλυβδώνετε τα αρχίδια μας.
( τί έγινε ρε παιδιά; μετατράπην προς στιγμήν εις νεοκομμουνιστήν, ο άθλιος μικροαστός;
Κι ύστερα ξύπνησα;)
Παρασκευή 30 Απριλίου 2010
Σάββατο 24 Απριλίου 2010
ποιανού το σπίτι καίγεται vol.2
Ω! πόσο μας αρέσουν οι παρανοήσεις;
Οι παρανοήσεις μας, εσχάτως έχουν αποχαλινωθεί και αυτονομηθεί.
Οι παρανοήσεις μας, χρόνια τώρα, έχουν καταστεί το βαθύτερο και στοχαστικότερο συλλογικό μας βίωμα. Οι παρανοήσεις , ως τέτοιες, αποτελούν τα ¨τρανς¨ λιπαρά, τα υδρογονωμένα λίπη της ψυχοκοινωνικής μας διατροφής.
Οι άγιες παρανοήσεις μας, λειτουργούν ως θεματοφύλακες της συλλογικής ελαφρότητας και ανοησίας μας. Και συγχρόνως (όταν κάποιες στιγμές βρίσκουμε το κουράγιο να σηκώσουμε το χαλί και να κοιτάξουμε από κάτω) μας αποκαλύπτουν το μέτρο της κτηνωδίας μας. Οι οικονομικές σκοπιμότητες, μας προικίζουν με αλλεπάλληλες κρίσεις πανικού και με επιπλέον, κι άλλες, κι άλλες παρανοήσεις.
Η κορυφαία μας έσχατη παρανόηση είναι η εργαλειοποίηση του παντός προς δόξαν
της αυτοματοποιημένης λειτουργίας των γαμημένων αγορών.
Σας το λέω κι αν θέλετε με πιστεύετε: Οι αγορές τον παίρνουν!
Θα το ξαναπώ, και ας αποδειχτεί αυτή μου η φράση, η ακροτελεύτια παρανόηση του βίου μου: Οι αγορές τον παίρνουν!
Εκποιούμε, ξεπουλάμε πόντο πόντο τον ορθό λόγο, και ξεροψήνουμε τον ανθρώπινο πολιτισμό στη θράκα της μεταφυσικής των γαμημένων αγορών.
Η αποχαλινωμένη γλυκιά εκμετάλλευση κάθε ευκαιρίας, κάθε δυνατότητας,
για ανόητο ευδαιμονισμό (τηλεοπτικού τύπου), καίει το σπίτι μας. Το σπίτι της ψυχοκοινωνικής ισορροπίας μας. Χρόνια τώρα.
Και μεις αναρωτιόμαστε: ποιανού το σπίτι καίγεται, ποιανού μαντρί καπνίζει;
Με άλλα λόγια, όπως έλεγαν και οι γιαγιάδες μου: ¨Τα γλυκοφάγια, φέρνουν πικροχέσια.¨
Οι παρανοήσεις μας, εσχάτως έχουν αποχαλινωθεί και αυτονομηθεί.
Οι παρανοήσεις μας, χρόνια τώρα, έχουν καταστεί το βαθύτερο και στοχαστικότερο συλλογικό μας βίωμα. Οι παρανοήσεις , ως τέτοιες, αποτελούν τα ¨τρανς¨ λιπαρά, τα υδρογονωμένα λίπη της ψυχοκοινωνικής μας διατροφής.
Οι άγιες παρανοήσεις μας, λειτουργούν ως θεματοφύλακες της συλλογικής ελαφρότητας και ανοησίας μας. Και συγχρόνως (όταν κάποιες στιγμές βρίσκουμε το κουράγιο να σηκώσουμε το χαλί και να κοιτάξουμε από κάτω) μας αποκαλύπτουν το μέτρο της κτηνωδίας μας. Οι οικονομικές σκοπιμότητες, μας προικίζουν με αλλεπάλληλες κρίσεις πανικού και με επιπλέον, κι άλλες, κι άλλες παρανοήσεις.
Η κορυφαία μας έσχατη παρανόηση είναι η εργαλειοποίηση του παντός προς δόξαν
της αυτοματοποιημένης λειτουργίας των γαμημένων αγορών.
Σας το λέω κι αν θέλετε με πιστεύετε: Οι αγορές τον παίρνουν!
Θα το ξαναπώ, και ας αποδειχτεί αυτή μου η φράση, η ακροτελεύτια παρανόηση του βίου μου: Οι αγορές τον παίρνουν!
Εκποιούμε, ξεπουλάμε πόντο πόντο τον ορθό λόγο, και ξεροψήνουμε τον ανθρώπινο πολιτισμό στη θράκα της μεταφυσικής των γαμημένων αγορών.
Η αποχαλινωμένη γλυκιά εκμετάλλευση κάθε ευκαιρίας, κάθε δυνατότητας,
για ανόητο ευδαιμονισμό (τηλεοπτικού τύπου), καίει το σπίτι μας. Το σπίτι της ψυχοκοινωνικής ισορροπίας μας. Χρόνια τώρα.
Και μεις αναρωτιόμαστε: ποιανού το σπίτι καίγεται, ποιανού μαντρί καπνίζει;
Με άλλα λόγια, όπως έλεγαν και οι γιαγιάδες μου: ¨Τα γλυκοφάγια, φέρνουν πικροχέσια.¨
Σάββατο 27 Μαρτίου 2010
ποιανού το σπίτι καίγεται,
Δεδομένου ότι το μυαλό σου, προβάλει στο άσπρο πανί τα παρεπόμενα του βίου σου, και όχι τον ίδιο τον βίο σου, μπορούμε να ισχυριστούμε με σχετική ασφάλεια ότι:
οι σκέψεις σου είναι το αντεστραμμένο είδωλο της ζωής σου. Οι σκέψεις δηλ. είναι μια προκατειλημμένη αποτίμηση , του προσφιλούς σου βίου.
Οι έμμονες σκέψεις δε, είναι σαν κοριοί.
Βρωμεροί απομυζητές του αίματος της ζωής.
Κάθε αποσυνάγωγος της κρεάτινης ζωής, έρμαιο της ανόθευτης βίας του εμμονικού νου, γλύφει καθημερνώς, σαν δαρμένος σκύλος, τις πληγές και τα γδαρσίματα των σκέψεων του.
Τραβώντας τον κουρελιασμένο μπερντέ, ρίχνεις κλεφτές ματιές, απ΄το παραθύρι του νου, και αναζητάς την απωλεσθήσα –από χρόνια- συζυγία πράξης και λόγου.
Σιγά μην τη βρεις.
Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να φροντίσεις έτσι ώστε η βία που έτσι κι αλλιώς, το μυαλό σου θα ασκήσει στον εαυτό σου και στους γύρω σου, να είναι λελογισμένη. Ελπίζοντας ότι και οι άλλοι θα κάνουν το ίδιο.
Ποιανού το σπίτι καίγεται;
Ποιανού μαντρί καπνίζει;
Μα, το δικό σου φυσικά
Πάντα το δικό σου.
οι σκέψεις σου είναι το αντεστραμμένο είδωλο της ζωής σου. Οι σκέψεις δηλ. είναι μια προκατειλημμένη αποτίμηση , του προσφιλούς σου βίου.
Οι έμμονες σκέψεις δε, είναι σαν κοριοί.
Βρωμεροί απομυζητές του αίματος της ζωής.
Κάθε αποσυνάγωγος της κρεάτινης ζωής, έρμαιο της ανόθευτης βίας του εμμονικού νου, γλύφει καθημερνώς, σαν δαρμένος σκύλος, τις πληγές και τα γδαρσίματα των σκέψεων του.
Τραβώντας τον κουρελιασμένο μπερντέ, ρίχνεις κλεφτές ματιές, απ΄το παραθύρι του νου, και αναζητάς την απωλεσθήσα –από χρόνια- συζυγία πράξης και λόγου.
Σιγά μην τη βρεις.
Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να φροντίσεις έτσι ώστε η βία που έτσι κι αλλιώς, το μυαλό σου θα ασκήσει στον εαυτό σου και στους γύρω σου, να είναι λελογισμένη. Ελπίζοντας ότι και οι άλλοι θα κάνουν το ίδιο.
Ποιανού το σπίτι καίγεται;
Ποιανού μαντρί καπνίζει;
Μα, το δικό σου φυσικά
Πάντα το δικό σου.
Σάββατο 13 Μαρτίου 2010
δεν έχω νου...
Που θα πάει; Θάρθει.
Ακόμα κι αν εξαντλήσει όλα τα περιθώρια που έχει, σε νάζια,
ακόμα και αν μετέλθει όλου του ρεπερτορίου που διαθέτει σε σκέρτσα και ακκισμούς, στο τέλος θάρθει.
Το προϊόν της βεβαιότητάς μου αυτής, θερμαίνεται, διαλύεται, πλημμυρίζει το χώρο, όταν συναντηθώ με μια βερικοκιά που χει ανθίσει σε μια αυλή, πυροδοτώντας την πάλη των τάξεων των οπορωφόρων.
Ήρθαν πάλι οι εξαθλιωμένοι πακιστανοί γείτονες, να γεμίσουν με νερό από τη βρύση, τα πλαστικά μπιτόνια τους. Τον πανύψηλο μαυριδερό φίλο τους, (αυτόν που με χαιρετά τριανταπέντε φορές ημερησίως, όσες ακριβώς φορές δηλαδή, περνά έξω από την πόρτα μου) τον τσάκωσε χτες η αστυνομία. Δεν είχε ¨χαρτιά¨. Πώς να βοηθήσω; Δεν έχω και καλές σχέσεις με τις αρχές…που να πάρει. Τους έδωσα τα τσιγάρα μου και είκοσι ευρώ να του τα παν στο κρατητήριο.
Η προηγούμενη βεβαιότητά μου διερράγη, και επανήλθε στην προτέρα κατάσταση, ανακτώντας την αρχική της σύσταση.
Θα ήθελα τώρα, να μου πείς πάλι, εκείνη την παλιά ιστορία που έλεγες, ότι, η ζωή σου άλλαξε ολότελα από τότε που με γνώρισες. Και να μείνω κατάπληχτος και εκμηδενισμένος, όπως τότε. Αλλά τι τα θες..; Παν΄ αυτά. Πέρασαν.
Μ΄ αρέσουν οι λεπτοί στοχασμοί της πρώιμης Άνοιξης. Με βοηθούν να χάνω, βαθμηδόν, το ομιχλώδες, μικρόψυχο, αυστηρό μου βλέμμα, και να κερδίζω βήμα βήμα ξανά, τον ξάστερο ουρανό. Όταν τριγύρω επικρατούν συνθήκες γενικής οκνηρίας μ΄ αρέσει να καταποντίζομε εντός της ιδέας ότι διαθέτω ακόμα, απεριόριστο χρόνο. Να προσχωρώ δηλαδή, οικιοθελώς στη διάθεση: ¨Εχω ακόμα έναν αιώνα για να βάλω τάξη στο χάος.¨ Και τον αιώνα αυτόν, τον απλώνω στον μπάγκο της ¨λαϊκής¨ του Σαββάτου, και τον πουλάω τζάμπα. Με την οκά.
Οι προειλημμένες αξιολογήσεις της κατάστασης είναι πλήρως διαβλητές.
Τα πτερόεντα φύλλα της σκαιούς προπαγάνδας, ότι τάχα ο χειμώνας φέτος θα παραταθεί επ΄ αορίστου, δεν περιστέλλουν στο ελάχιστο τις δίκαιες αιτιάσεις της ήδη ανθισμένης βερικοκιάς.
Περιμένετε να μπει για τα καλά η Άνοιξη, και θα δείτε τι εννοώ.
Η απάντηση θάρθει, παραδόξως, πολύ γρήγορα.
Δεν έχω μυαλό, μου το πήρε η Άνοιξη.
Ακόμα κι αν εξαντλήσει όλα τα περιθώρια που έχει, σε νάζια,
ακόμα και αν μετέλθει όλου του ρεπερτορίου που διαθέτει σε σκέρτσα και ακκισμούς, στο τέλος θάρθει.
Το προϊόν της βεβαιότητάς μου αυτής, θερμαίνεται, διαλύεται, πλημμυρίζει το χώρο, όταν συναντηθώ με μια βερικοκιά που χει ανθίσει σε μια αυλή, πυροδοτώντας την πάλη των τάξεων των οπορωφόρων.
Ήρθαν πάλι οι εξαθλιωμένοι πακιστανοί γείτονες, να γεμίσουν με νερό από τη βρύση, τα πλαστικά μπιτόνια τους. Τον πανύψηλο μαυριδερό φίλο τους, (αυτόν που με χαιρετά τριανταπέντε φορές ημερησίως, όσες ακριβώς φορές δηλαδή, περνά έξω από την πόρτα μου) τον τσάκωσε χτες η αστυνομία. Δεν είχε ¨χαρτιά¨. Πώς να βοηθήσω; Δεν έχω και καλές σχέσεις με τις αρχές…που να πάρει. Τους έδωσα τα τσιγάρα μου και είκοσι ευρώ να του τα παν στο κρατητήριο.
Η προηγούμενη βεβαιότητά μου διερράγη, και επανήλθε στην προτέρα κατάσταση, ανακτώντας την αρχική της σύσταση.
Θα ήθελα τώρα, να μου πείς πάλι, εκείνη την παλιά ιστορία που έλεγες, ότι, η ζωή σου άλλαξε ολότελα από τότε που με γνώρισες. Και να μείνω κατάπληχτος και εκμηδενισμένος, όπως τότε. Αλλά τι τα θες..; Παν΄ αυτά. Πέρασαν.
Μ΄ αρέσουν οι λεπτοί στοχασμοί της πρώιμης Άνοιξης. Με βοηθούν να χάνω, βαθμηδόν, το ομιχλώδες, μικρόψυχο, αυστηρό μου βλέμμα, και να κερδίζω βήμα βήμα ξανά, τον ξάστερο ουρανό. Όταν τριγύρω επικρατούν συνθήκες γενικής οκνηρίας μ΄ αρέσει να καταποντίζομε εντός της ιδέας ότι διαθέτω ακόμα, απεριόριστο χρόνο. Να προσχωρώ δηλαδή, οικιοθελώς στη διάθεση: ¨Εχω ακόμα έναν αιώνα για να βάλω τάξη στο χάος.¨ Και τον αιώνα αυτόν, τον απλώνω στον μπάγκο της ¨λαϊκής¨ του Σαββάτου, και τον πουλάω τζάμπα. Με την οκά.
Οι προειλημμένες αξιολογήσεις της κατάστασης είναι πλήρως διαβλητές.
Τα πτερόεντα φύλλα της σκαιούς προπαγάνδας, ότι τάχα ο χειμώνας φέτος θα παραταθεί επ΄ αορίστου, δεν περιστέλλουν στο ελάχιστο τις δίκαιες αιτιάσεις της ήδη ανθισμένης βερικοκιάς.
Περιμένετε να μπει για τα καλά η Άνοιξη, και θα δείτε τι εννοώ.
Η απάντηση θάρθει, παραδόξως, πολύ γρήγορα.
Δεν έχω μυαλό, μου το πήρε η Άνοιξη.
Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010
καφε-μπαρ ¨Βινύλιο¨
Τους κρυφάκουγα με την μέγιστη δυνατή διακριτικότητα, που ο περιορισμένος χώρος επέτρεπε, και η στιγμή συγχωρούσε. Αν μπορούσα θα διέκοπτα την λαθραία ακρόαση-έτσι τουλάχιστον θέλω να πιστεύω-. Ήταν όμως τόσο κοντά μου. Τα τραπέζια μας γειτόνευαν ασφυκτικά , και εκείνοι ήταν τόσο απορροφημένοι από τα τρέχοντα ζητήματα του βίου τους , ώστε η περιορισμένη γωνιά του μαγαζιού που μας φιλοξενούσε, τους φαίνονταν-υποθέτω- απεριόριστη , όσο ο κόσμος ολάκερος. Φαίνεται ότι, όταν είσαι-δεν είσαι σκάρτα δεκαεφτά και ερωτευμένος, η απεραντοσύνη του κόσμου δεν διαφέρει και πολύ από δύο-δυόμιση μισερά τετραγωνικά μέτρα μαγαζιού. Πάντως έχω καταλήξει ότι τα βραδινά μπαρ, παρά την πλανημένη επικρατούσα άποψη περί του αντιθέτου, είναι οι πλέον ακατάλληλοι χώροι για να κρύψει κανείς την προσωπική του ιστορία από τα μάτια και τα αφτιά κάθε τυχαίου αδιάκριτου. Οι εύθραυστες και αδύναμες φράσεις των διπλανών έρχονται στ΄ αφτιά άθελά σου και τα χαϊδολογούν, συμπληρώνοντας τις δικές σου μισοσπασμένες και αδέσποτες φράσεις. Στο κάτω κάτω με βρήκαν, δεν τους βρήκα. Ιδία πρωτοβουλία στρωθήκαν στο διπλανό τραπέζι. Νέοι, ωραίοι, κοντά στα δεκαεφτά, (τόσο τους έκοψα). Τι να κανα; Κρυφάκουγα τα τιτιβίσματά τους.
Δεν επρόκειτο όμως για τα τυπικά, μακρόσυρτα και λίγο σαλιάρικα κελαηδίσματα των ερωτευμένων τρυγονιών.
Εκείνη πρώτη του παραπονέθηκε ότι δεν εκτιμήθηκε, από μέρους του ποτέ, η δύναμη του έρωτα που ένοιωθε για κείνον. Εκείνος, ελαφρώς πιωμένος, αλλά αρκετά μακριά ακόμα από τα σύνορα της μέθης, διέθετε την διαύγεια και την υπομονή να την διαβεβαιώνει ρητά ότι, ο λόγος που ανεχόταν τη γκρίζα ζωή του, ήταν αποκλειστικά ένας: το γεγονός της ύπαρξής της. Οι νέοι επιδεικνύουν ενίοτε θαυμαστές επιδόσεις τόσο στα σκληρά ποτά, όσο και ιδιαίτερη έφεση στις αιώνιες υποσχέσεις, και σίγουρα βέβαια, εξαιρετικές αντοχές στις εξαντλητικές συζητήσεις.
Τα αντικείμενα γύρω τους, το τραπέζι, το τασάκι, το κεράκι, τα ποτήρια, η παρακείμενη γλάστρα με τον φίκο, οι καρέκλες, διαβουλεύονταν μαζί τους , χωρίς κι αυτά να καταλήγουν πουθενά. Ήταν φανερό, υπήρχαν ένα σωρό πράγματα που δεν ήξεραν, και άλλα τόσα που δεν θα τους ενδιέφερε ποτέ να μάθουν. Μέσα σε ένα λαβύρινθο αντικατοπτρισμών, έμψυχα και άψυχα, παίζανε μια στημένη παρτίδα γενικευμένης ερωτικής αναξιοπιστίας. Ειλικρινά θα ήθελα να απέχω από αυτήν την παρτίδα. Δεν αντέχουν πλέον οι ώμοι μου το παιχνίδι, ούτε ως θεατή, ούτε ως ακροατή. Αμ δε όμως! Η αρωστημένη μου εμβρίθεια στην παρατήρηση δεν μ΄ άφηνε να αγιάσω. Και συνέχισα να ακούω.
(Το θεμελιώδες πρόβλημα στην συναγωγή συμπερασμάτων ως αποτέλεσμα συστηματικής παρατήρησης, βρίσκεται στο γεγονός ότι τα αντικείμενα της παρατήρησης δεν μένουν ανεπηρέαστα από την δράση του παρατηρητή. Ο παρατηρητής-υποκείμενο της παρατήρησης-, θέλει δεν θέλει, μεταβάλει δραματικά το παρατηρούμενο αντικείμενο και μοιραία μεταβάλει και το τελικό συμπέρασμα που θα συνάγει. Θα μου πείτε τώρα αυτά αφορούν τον μικρόκοσμο και την κβαντική φυσική και όχι το παιχνίδι που παίζεται μεταξύ δύο ερωτευμένων. Κι όμως, σύμφωνα με την θεωρία των παιγνίων, ένα παίγνιο διαφέρει από μια πραγματική κατάσταση στο ότι πραγματώνεται κάτω από ορισμένες συνθήκες και σύμφωνα με αυστηρά καθορισμένους κανόνες. Εδώ οι συνθήκες διερράγησαν, και οι κανόνες πήγαν περίπατο. Άρα το παιχνίδι άλλαξε. Διότι εντωμεταξύ προέκυψε παρατηρητής. Τι και αν ξεκίνησε ως παίγνιο δύο προσώπων. Υπήρξε κρυφός τρίτος παίκτης. Φουνταριστός.)
Αυτήν τώρα, έμοιαζε να μην είναι σίγουρη για τίποτα. Το κατέδιδαν άλλωστε ξεκάθαρα τα όμορφα μάτια της. Ήταν φανερό, υπολειπόταν κάθε είδους σιγουριάς. Ακουμπούσε πότε πότε το μέτωπό της στον ώμο του και τα καστανά μαλλιά της χυνόταν πάνω στο τραπεζάκι, πάντα με κίνδυνο να γίνουν παρανάλωμα από το μονίμως αναμμένο τσιγάρο του, και το αναμμένο κεράκι. Ασυναίσθητα, έλεγξα με μια ματιά αν το κατάστημα διέθετε τα προβλεπόμενα μέσα πυρόσβεσης σε εύκολα προσβάσιμη θέση. Η προνοητικότητα του μεσήλικα, βλέπετε.
Αυτόν , καθώς τον άκουγα να παλεύει φιλότιμα να ανασκευάσει τις ίδιές του τις αντιφάσεις και συγχρόνως να βουλιάζει όλο και πιο βαθειά σ΄ αυτές, τον φαντάστηκα μικρό αγοράκι να ξυπνάει τρυφερά, να ανοιγοκλείνει τα μισοκοιμισμένα μάτια του, και να απλώνει τα χέρια ψάχνοντας την σιγουριά της αγκαλιάς της μάνας του. Την βρήκε άραγε;
Αμφότερους τους βρήκε η ενηλικίωση αβέβαιους για το παν. Θα σπουδάσουν άραγε;
Θα είναι ελεύθεροι να κάνουν όπως θέλουν; Θα πάει φαντάρος; Θα μείνουν μαζί; Θα ζήσουν μαζί; Θα κάνουν παιδιά; Θα είναι σε καλύτερη μοίρα απ΄ αυτήν των γονιών τους; Το κατακάθι της μελλοντικής τους ιστορίας βάραινε σαν κουρσούμι, στο ανάλαφρο παρόν τους.
Δεν μπορώ να πω ότι δεν με γοήτευσαν. Δεν μπορώ να κρύψω ότι ένοιωσα μια κρυφή συντροφικότητα μαζί τους. Τους απωθούσε η κτηνωδία της κάθε βεβαιότητας , όπως τα σκόρδα τους βρικόλακες.
Ήταν φανερό ότι η τζάμπα μαγκιά της βιταλιστικής σιγουριάς τους καταρράκωνε, και οι κομπασμοί της βεβαιότητας του περίγυρου, τους ταλαιπωρούσε βάναυσα.. Τους άρεσε η ζωτικής σημασίας, αλανιαροσύνη της αμφιβολίας. Σχεδόν τους λυπόμουν. Οι αναπάντητες ερωτήσεις, του σχεδόν ενήλικου βίου τους, έπαιρναν φωτιά επάνω στο τραπέζι , και καίγαν το σιδερωμένο τραπεζομάντιλο και κάθε τσαλακωμένη υπόσχεση.
Πρέπει να παραδεχτώ, αν και κουβαλώ τα υπερδιπλάσια χρόνια, ότι ο σικ τρόπος και η γλυκιά θλίψη με την οποία αμφέβαλαν, περιείχε μαεστρία και επαγγελματική σαφήνεια, εφάμιλλη εμπειροτέρων παικτών.
Για αυτήν, προδοτικός καταδότης, όπως είπαμε, ήταν τα μάτια της.
Γι αυτό και τα μυστηριώδη μαύρα γυαλιά της, μεγάλα σαν οθόνες δεκατεσσάρων ιντσών, που ανεβοκατέβαζε με συχνότητα πενταλέπτου, από το μέτωπο στα μάτια και από τα μάτια στο μέτωπο.
Αυτόν τον πρόδιδαν τα ατέλειωτα αγχωμένα τσιγάρα.
Γι αυτό και τα τρία εικοσιπεντάρια πακέτα, σε παράταξη δίπλα στο κινητό και στα κλειδιά .
Κάθε που στερέωνε τα μαύρα γυαλιά της στο μέτωπο, τα μάτια της αποκάλυπταν την πραγματική της υπόσταση.
Κάθε, που το επόμενο τσιγάρο αναφλεγόταν , το ντουμάνι σκίαζε τα αμήχανα χείλη του.
Κάθε που τα μαύρα σύννεφα της αμφιβολίας, για άλλη μια φορά, έσκυβαν πάνω στο νου τους, αυτήν κατέβαζε τα κεπέγκια -μαύρα γυαλιά στα μάτια της, κι αυτός άναβε ένα τσιγάρο.
Φορώντας τα γυαλιά ενδυόταν μια αποκριάτικη χάρτινη πανοπλία . Αρκούσε μια βροχούλα, για να λειώσει το χαρτί,
και να την αφήσει γυμνή στην άβολη θύελλα της αβεβαιότητας, ξανά.
Το βράδυ είχε προχωρήσει αρκετά. Το καφε-μπαρ ¨Βινύλιο¨ γέμισε κόσμο.
Ήταν ερωτευμένοι; Δεν ήταν ερωτευμένοι; Υπήρξαν κέρδη; Υπήρξε χασούρα;
Θα χαν περάσει τρεις ώρες και ουδείς πλέον ήταν σίγουρος για την απάντηση, στην ακούσια παρέα των τριών μας.
Κατά πως φαίνεται, σίγουροι δεν θα είναι ποτέ για τίποτα.
Βέβαιοι δεν θα είναι ποτέ για κάτι.
Πλήρωσαν και έφυγαν. Επιτέλους
Στην απίθανη περίπτωση που τους ξανανταμώσω θα ναι εξαιρετικά απίθανο να ξανα καθίσουμε τόσο κοντά . Σχεδόν αδύνατο. Δυστυχώς.
Φαντάζομαι όμως ότι θα συνεχίσουν να είναι γλυκύτατοι,
και ζεστά παραπονιάριδες ενώπιον των αμφιβολιών τους.
Η μοναδική σιγουριά στο τραπέζι τους, ήταν η ομορφιά της.
Στο δικό μου τραπέζι …επίσης.
Δεν επρόκειτο όμως για τα τυπικά, μακρόσυρτα και λίγο σαλιάρικα κελαηδίσματα των ερωτευμένων τρυγονιών.
Εκείνη πρώτη του παραπονέθηκε ότι δεν εκτιμήθηκε, από μέρους του ποτέ, η δύναμη του έρωτα που ένοιωθε για κείνον. Εκείνος, ελαφρώς πιωμένος, αλλά αρκετά μακριά ακόμα από τα σύνορα της μέθης, διέθετε την διαύγεια και την υπομονή να την διαβεβαιώνει ρητά ότι, ο λόγος που ανεχόταν τη γκρίζα ζωή του, ήταν αποκλειστικά ένας: το γεγονός της ύπαρξής της. Οι νέοι επιδεικνύουν ενίοτε θαυμαστές επιδόσεις τόσο στα σκληρά ποτά, όσο και ιδιαίτερη έφεση στις αιώνιες υποσχέσεις, και σίγουρα βέβαια, εξαιρετικές αντοχές στις εξαντλητικές συζητήσεις.
Τα αντικείμενα γύρω τους, το τραπέζι, το τασάκι, το κεράκι, τα ποτήρια, η παρακείμενη γλάστρα με τον φίκο, οι καρέκλες, διαβουλεύονταν μαζί τους , χωρίς κι αυτά να καταλήγουν πουθενά. Ήταν φανερό, υπήρχαν ένα σωρό πράγματα που δεν ήξεραν, και άλλα τόσα που δεν θα τους ενδιέφερε ποτέ να μάθουν. Μέσα σε ένα λαβύρινθο αντικατοπτρισμών, έμψυχα και άψυχα, παίζανε μια στημένη παρτίδα γενικευμένης ερωτικής αναξιοπιστίας. Ειλικρινά θα ήθελα να απέχω από αυτήν την παρτίδα. Δεν αντέχουν πλέον οι ώμοι μου το παιχνίδι, ούτε ως θεατή, ούτε ως ακροατή. Αμ δε όμως! Η αρωστημένη μου εμβρίθεια στην παρατήρηση δεν μ΄ άφηνε να αγιάσω. Και συνέχισα να ακούω.
(Το θεμελιώδες πρόβλημα στην συναγωγή συμπερασμάτων ως αποτέλεσμα συστηματικής παρατήρησης, βρίσκεται στο γεγονός ότι τα αντικείμενα της παρατήρησης δεν μένουν ανεπηρέαστα από την δράση του παρατηρητή. Ο παρατηρητής-υποκείμενο της παρατήρησης-, θέλει δεν θέλει, μεταβάλει δραματικά το παρατηρούμενο αντικείμενο και μοιραία μεταβάλει και το τελικό συμπέρασμα που θα συνάγει. Θα μου πείτε τώρα αυτά αφορούν τον μικρόκοσμο και την κβαντική φυσική και όχι το παιχνίδι που παίζεται μεταξύ δύο ερωτευμένων. Κι όμως, σύμφωνα με την θεωρία των παιγνίων, ένα παίγνιο διαφέρει από μια πραγματική κατάσταση στο ότι πραγματώνεται κάτω από ορισμένες συνθήκες και σύμφωνα με αυστηρά καθορισμένους κανόνες. Εδώ οι συνθήκες διερράγησαν, και οι κανόνες πήγαν περίπατο. Άρα το παιχνίδι άλλαξε. Διότι εντωμεταξύ προέκυψε παρατηρητής. Τι και αν ξεκίνησε ως παίγνιο δύο προσώπων. Υπήρξε κρυφός τρίτος παίκτης. Φουνταριστός.)
Αυτήν τώρα, έμοιαζε να μην είναι σίγουρη για τίποτα. Το κατέδιδαν άλλωστε ξεκάθαρα τα όμορφα μάτια της. Ήταν φανερό, υπολειπόταν κάθε είδους σιγουριάς. Ακουμπούσε πότε πότε το μέτωπό της στον ώμο του και τα καστανά μαλλιά της χυνόταν πάνω στο τραπεζάκι, πάντα με κίνδυνο να γίνουν παρανάλωμα από το μονίμως αναμμένο τσιγάρο του, και το αναμμένο κεράκι. Ασυναίσθητα, έλεγξα με μια ματιά αν το κατάστημα διέθετε τα προβλεπόμενα μέσα πυρόσβεσης σε εύκολα προσβάσιμη θέση. Η προνοητικότητα του μεσήλικα, βλέπετε.
Αυτόν , καθώς τον άκουγα να παλεύει φιλότιμα να ανασκευάσει τις ίδιές του τις αντιφάσεις και συγχρόνως να βουλιάζει όλο και πιο βαθειά σ΄ αυτές, τον φαντάστηκα μικρό αγοράκι να ξυπνάει τρυφερά, να ανοιγοκλείνει τα μισοκοιμισμένα μάτια του, και να απλώνει τα χέρια ψάχνοντας την σιγουριά της αγκαλιάς της μάνας του. Την βρήκε άραγε;
Αμφότερους τους βρήκε η ενηλικίωση αβέβαιους για το παν. Θα σπουδάσουν άραγε;
Θα είναι ελεύθεροι να κάνουν όπως θέλουν; Θα πάει φαντάρος; Θα μείνουν μαζί; Θα ζήσουν μαζί; Θα κάνουν παιδιά; Θα είναι σε καλύτερη μοίρα απ΄ αυτήν των γονιών τους; Το κατακάθι της μελλοντικής τους ιστορίας βάραινε σαν κουρσούμι, στο ανάλαφρο παρόν τους.
Δεν μπορώ να πω ότι δεν με γοήτευσαν. Δεν μπορώ να κρύψω ότι ένοιωσα μια κρυφή συντροφικότητα μαζί τους. Τους απωθούσε η κτηνωδία της κάθε βεβαιότητας , όπως τα σκόρδα τους βρικόλακες.
Ήταν φανερό ότι η τζάμπα μαγκιά της βιταλιστικής σιγουριάς τους καταρράκωνε, και οι κομπασμοί της βεβαιότητας του περίγυρου, τους ταλαιπωρούσε βάναυσα.. Τους άρεσε η ζωτικής σημασίας, αλανιαροσύνη της αμφιβολίας. Σχεδόν τους λυπόμουν. Οι αναπάντητες ερωτήσεις, του σχεδόν ενήλικου βίου τους, έπαιρναν φωτιά επάνω στο τραπέζι , και καίγαν το σιδερωμένο τραπεζομάντιλο και κάθε τσαλακωμένη υπόσχεση.
Πρέπει να παραδεχτώ, αν και κουβαλώ τα υπερδιπλάσια χρόνια, ότι ο σικ τρόπος και η γλυκιά θλίψη με την οποία αμφέβαλαν, περιείχε μαεστρία και επαγγελματική σαφήνεια, εφάμιλλη εμπειροτέρων παικτών.
Για αυτήν, προδοτικός καταδότης, όπως είπαμε, ήταν τα μάτια της.
Γι αυτό και τα μυστηριώδη μαύρα γυαλιά της, μεγάλα σαν οθόνες δεκατεσσάρων ιντσών, που ανεβοκατέβαζε με συχνότητα πενταλέπτου, από το μέτωπο στα μάτια και από τα μάτια στο μέτωπο.
Αυτόν τον πρόδιδαν τα ατέλειωτα αγχωμένα τσιγάρα.
Γι αυτό και τα τρία εικοσιπεντάρια πακέτα, σε παράταξη δίπλα στο κινητό και στα κλειδιά .
Κάθε που στερέωνε τα μαύρα γυαλιά της στο μέτωπο, τα μάτια της αποκάλυπταν την πραγματική της υπόσταση.
Κάθε, που το επόμενο τσιγάρο αναφλεγόταν , το ντουμάνι σκίαζε τα αμήχανα χείλη του.
Κάθε που τα μαύρα σύννεφα της αμφιβολίας, για άλλη μια φορά, έσκυβαν πάνω στο νου τους, αυτήν κατέβαζε τα κεπέγκια -μαύρα γυαλιά στα μάτια της, κι αυτός άναβε ένα τσιγάρο.
Φορώντας τα γυαλιά ενδυόταν μια αποκριάτικη χάρτινη πανοπλία . Αρκούσε μια βροχούλα, για να λειώσει το χαρτί,
και να την αφήσει γυμνή στην άβολη θύελλα της αβεβαιότητας, ξανά.
Το βράδυ είχε προχωρήσει αρκετά. Το καφε-μπαρ ¨Βινύλιο¨ γέμισε κόσμο.
Ήταν ερωτευμένοι; Δεν ήταν ερωτευμένοι; Υπήρξαν κέρδη; Υπήρξε χασούρα;
Θα χαν περάσει τρεις ώρες και ουδείς πλέον ήταν σίγουρος για την απάντηση, στην ακούσια παρέα των τριών μας.
Κατά πως φαίνεται, σίγουροι δεν θα είναι ποτέ για τίποτα.
Βέβαιοι δεν θα είναι ποτέ για κάτι.
Πλήρωσαν και έφυγαν. Επιτέλους
Στην απίθανη περίπτωση που τους ξανανταμώσω θα ναι εξαιρετικά απίθανο να ξανα καθίσουμε τόσο κοντά . Σχεδόν αδύνατο. Δυστυχώς.
Φαντάζομαι όμως ότι θα συνεχίσουν να είναι γλυκύτατοι,
και ζεστά παραπονιάριδες ενώπιον των αμφιβολιών τους.
Η μοναδική σιγουριά στο τραπέζι τους, ήταν η ομορφιά της.
Στο δικό μου τραπέζι …επίσης.
Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010
¨...παίξε Μάρκο το μπουζούκι σου για μένα...¨

Σήμερις τα ¨ξόρκια¨ λαμβάνουν την τιμή να σας παρουσιάσουν
τον πνευματικό τους πατέρα. Απολαύστε τον εμβριθή Μάρκο στο
απίστευτο κελαηδητό του. Σαν να παίζει...
Το 1909 µε βρέσκει
πέντε χρονώ παιδάκι.
Ήµουνα από τότες κιµπάρης.
Σφιχτοδεµένος.
Είχα πρώιµη ανάπτυξη.
Παρατήραγα δεξιά αριστερά.
Σφουγγάρι. Τα µάτια µου
αρπάχνανε. Εβύζαιναν παντού.
Έστηνα τ' αυτί κι άκουγα,
εκεί που μιλούσαν οι γέροι,
οι σοφότεροι. Να μασώ την γλώσσα.
Μου αρένανε ν' ακώ κουβέντες.
Όταν ιστορούσανε.
Άκουγα. Κι ό,τι λέγανε τα κράτηγα.
Μου αρένανε τα μυστήρια του ντουνιά.
Επάγαινα στις γκάιντες,
εκεί που τραγουδάγανε.
Το κάθε ξηµέρωµα µ' έβρισκε στο πόδι.
Από ρουχαλάκια, δεν είχαµε,
μπαλωµένα φορήγαµε.
Παπούτσια ούτε για δείγµα.
Διπλοβελονιά ντουσέκι το παλιοπαντελονάκι.
Και µονοφόρι.
Κι αν ξέπεφτε κανένα παλιοπάπουτσο,
το 'ραβα µε κερωµένο γκιούλι για να µη σπάει.
Εχανόµουνε στα χωράφια ξιπολησιάς.
Και τα κανιά µου γιοµάτα σηµάδια.
Έβρεχε και πιλάλαγα στη βροχή.
Έπεφτε µπόρα, δεν µ' απάνταγε.
Τα 'βαζα µε τα στοιχειά της φύσης.
Βούταγα µια βάρκα
και κοντραριζόµουνα µε τα κύµατα.
Την άνοιξη φούσκωνε η ψυχή µου.
Εκαθόµουνα µε τις ώρες στις πλευρές
κι άκουγα τα λουλούδια που έσκαζαν.
Είχα µονίµως µια φούντωση,.
Έτσι ενθυµούµαι.
Πέντε χρονώ, µ' έστειλε ο πατέρας σχολείο.
Από το υστέρηµα του µ' αγόρασε ποδιά.
Ετότες φορήγαµε ποδιές. Αλατζαδένιες.
Υπήρχαν και τα ντρίλια.
Κι ήµαστε όλα τα παιδιά µια κοψιά.
Λόγω στολής.
Τα γράµµατα τ' αγάπησα,
τα 'παιρνα στον αέρα.
Επήγα στο σχολείο. Ξύλινα θρανία. Κι ένας πίνακας.
Κιµωλίες µε το δελτίο,
πιο ακριβές κι απ' το γαρούφαλο.
Βιβλία δεν είχαµε.
Το µάθηµα τ' αρπάζαµε από το στόµα του δάσκαλου.
Μόλις τελείωνα µε την διδασκαλία,
ξαµολιόµουνα στα χωράφια
και έλεγα µεγαλοφώνως τι άκουσα.
Το 'λεγα πολλές φορές.
Αφού φχαριστιόµουνα, το ξανάρχιζα
κι έβαζα και δικά µου µέσα.
Ό,τι µου 'ρχότανε.
Το µεγάλωνα.
Άµα µου άρεσε µια λέξη, µια φράση,
την έλεγα και την ξανάλεγα.
Κι όταν µε σήκωνε στο µάθηµα,
του ξηγιόµουνα αβέρτα.
Εκεί όµως που πάθαινα µεγάλη ζηµιά
ήταν µε τον Πάρι και την ωραία Ελένη.
Τον Αγαµέµνονα. Ξέρξη. Δαρείο.
Τους Άθλους του Ηρακλέους.
Όπου εοτεκόµουνα, αυτούς τους πατριώτες
τους έβλεπα οµπρός µου.
Και τις ναυµαχίες.
Με πρώτη εκείνη που έλαβε χώρα στή Σαλαµίνα.
Ετούτοι οι πρόγονοι πολύ µε συγκίνησαν.
Ταίριαξαν µε την ψυχή µου.
Ο δάσκαλος καταλάβαινε τι αντάρα
γινόταν µέσα µου και µε είχε περί πολλού.
Ήµαστε ζόρικοι.
Αλλά σ' εµένα δεν σήκωσε ποτές χέρι.
Γιατί είχα έρωτα στα γράµµατα.
Τους άλλους τους µούρλαινε στις φάπες.
Τους διάταξε, ο καθένας να φέρνει τη βέργα του.
Και µε την βέργα του τον έδερνε.
Να και τούτη, να και κείνη.
Και του καρούλιαζε τα χέρια.
Όταν έµαθα την αλφαβήτα,
γιόµισαν τα µάτια µου δάκρυα.
Μου κονόµησε ο πατέρας ένα µολύβι.
Εβρήκα κι ένα χαρτί άσπρο
κι άρχισα να συνταιριάζω τις πρώτες λέξεις.
Τις έγραφα και µετά τις διάβαζα φωναχτά.
Τι δε θα 'δινα να θυµηθώ την πρώτη λέξη που 'γραψα.
Αλάφρωσε η ψυχή µου από την φούντωση.
Τα γράµµατα µου παίρναν την στενοχώρια.
Από µικρό παιδάκι στα βάσανα.
Έβλεπα τον πατέρα µου να δουλεύει,
να κουράζεται. Αλλά το ψωµί δεν έφτανε.
Πώς να θρέψει τρία παιδιά;
Κι η µάνα µου µαρτύρησε να µας αναστήσει.
Είχα κλίση στα γράµµατα.
Κι όταν φτάσαµε σ' εκείνους, Βυζάντιο και τα ρέστα,
ξανάπαθα ζηµιά.
Όλους εκείνους τους αυτοκρατόρους,
Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφιά.
Έπεφτα να πλαγιάσω, αλλά πού ύπνος.
Τα 'παιρνα απ' το δάσκαλο
και τα 'φερνα στον ύπνο. Συντροφία.
Ξαγρύπναγα και τα 'βλεπα.
Κοιµόµανε και 'ρχόσανε στα όνειρα.
Βυζάντιο. Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως.
Εσηκωνόµουνε ως υπνοβάτης
και ξέβγαινα όξω τες νύχτες,
µπας και τους συναντήσω.
Κι όλο ρώταγα το δάσκαλο
εκείνα που σκεφτόµουνα, να πάρω απαντήσεις.
Αλλά δεν κράτησα πολύ τα γράµµατα.
Πριν τελειώσω την τέταρτη τάξη, το 1912,
επήραν τον πατέρα µου στρατιώτη
και άφησα το σχολείο
για να πάµε µε τη µάνα µου σε δουλειά.
Τρία µωρά στο σβέρκο. Εµένα.
Τον Λεονάρδο.
Και τον Φραγκίσκο.
Ήµανε ο µεγαλύτερος. Κι ήπρεπε να κονοµάµε.
Από δουλειά σε δουλειά,
εγίνηκα κι εφηµεριδοπώλης.
Εξέκλεφτα χρόνο στις γωνιές
και κλεφτά εδιάβαζα τα µεγάλα γράµµατα.
Τους τίτλους.
Κι εµάθαινα τα γραµµατάκια.
Και τα καλλιεργούσα όπως όπως».
(απο την αυτοβιογραφία του Μάρκου)
Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010
Δελτίο καιρού
Αν έχεις καλύψει χιλιάδες χιλιόμετρα στα αφιλόξενα εδάφη και στις απόκρημνες πλαγιές του διαδικτύου, τότε δικαιούσαι να κοντοσταθείς λιγάκι. Να πάρεις μιαν ανάσα, να ξαποστάσεις, και να αναρωτηθείς: τι ακριβώς είναι αυτό που διεκδικείς μέσα στο παρηλλαγμένο δικτυακό παρόν σου. Και να συλλαβίσεις αργά και καθαρά την απάντηση, μπρος στον καθρέφτη της τουαλέτας σου.
Υποψιάζομαι όμως ότι δεν θα καταφέρεις να αρθρώσεις ούτε λέξη. Παρά θα στήσεις πάλι έναν ένοχο κυκλωτικό χορό σιωπής, γύρω από τον εαυτό σου.
Έν πάση περιπτώσει, ας εισέλθουμε στο κυρίως ειπείν θέμα μας: Δελτίο καιρού.
Χαλάει ο καιρός στο κυβερνιστάν.
Θα ορκιζόμουν ότι κάτι τέτοιο δεν θα ταν δυνατό να συμβεί εντός των λαμπρών Ηλυσίων πεδίων του δικτύου. Κι όμως, χαλάει. Οι δαιδαλώδεις δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας των ¨ψηφιακών¨ δια-συστημάτων, κινδυνεύουν στο τέλος, από ένδοξοι λεωφόροι της ιερής επικοινωνίας να αποδειχτούν ότι είναι, -και να καταλήξουν να είναι- η δύσβατη και μυστική Αλοπαία Ατραπός* της ανθρώπινης συνεννόησης . Όχι, δεν είμαι η Κασσάνδρα, η τραγική κόρη του Πριάμου, που έβλεπε το κακό με δρασκελιές να πλησιάζει ενώ κανείς δεν την πίστευε, είμαι όμως αναμφίβολα ο Kostis-b, και ως γνήσιος τέτοιος, οφείλω πίσω από την ηλιοφάνεια και τον αίθριο καιρό, στο βάθος του ορίζοντα, να βλέπω σύννεφα.
Το γνωρίζω, πρόκειται για μια προσωπική κατά-δικιά μου διαστροφική αντίληψη … παρόλα αυτά, ο καιρός στο βάθος χαλάει.
Επιδείνωση από τα βορειοδυτικά, με χαμηλές πιέσεις. Νέφη επί νεφών σωρεύονται μολυβένια. Χαλάει ο καιρός..
Έπιασε ξεροβόρι και τα mails εξατμίζονται στον αιθέρα. Οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, με τις ευφυείς προωθητικές ενέργειες τους (είσαι φίλος-γίνε μέλος), απ΄τη μια αυξάνουν γεωμετρικά το εύρος συμμετοχής χρηστών, απ΄ την άλλη ως υψιπετείς θημωνιές μηδενικού βάρους, παγιδεύονται λίγο κάτω απ΄ το επίπεδο της στρατόσφαιρας. Συμπαρασύροντας μαζί τους όλες τις συνημμένες λίστες ακάουντερς. Λίγο ακόμα και θα μπούν όλοι μαζί σε τροχιά , στο outer-space του κυβερνοσύμπαντος.
Ως και ετούτα τα κακόμοιρα βλογς συναχώθηκαν και πάσχουν πλέον (και αυτά) από επιταχυνόμενη μετανεωτερικότητα, της κακιάς ώρας. Βρέχει ενημέρωση. Εφεξής πρέπει να λογίζονται ως οπτασίες που αναβοσβήνουν σαν κωλοφωτιές** στο σκοτάδι. Ριπιδίζουν φως με ρυθμό δηλωτικό του ευτελισμού, του ατιμολόγητου ορθού δικτυακού λόγου τους. Ανάερα, περιφέρονται ως στοιχειά, μέσα στο υγρό, πυκνό και δυσεξιχνίαστο δάσος με τις τρανές αιωνόβιες σεγκόγιες του δικτύου. Τα άμοιρα ευ-βλογ-ημένα, ως άλλα τρελά και φρικτά εκτοπλάσματα, παραφυλάνε και σκιάζουν τους λιγοστούς (ή περισσότερους), ανυποψίαστους (ή υποψιασμένους) περαστικούς. Λες και δρούνε για να ξεπληρώσουν τις ανεξόφλητες οφειλές τους, έναντι ενός άκαρδου μάγου που διαφεντεύει τις τύχες τους. Όπως ακριβώς σε κείνους τους παλιούς μεσαιωνικούς μύθους .
Το υποφαινόμενο βλογ για παράδειγμα, νυχθημερόν με ικετεύει να το βοηθήσω. Να το λυτρώσω. Να λύσω τα μάγια και να το θεραπεύσω. Πώς όμως; Δεν διαθέτω τα μέσα. Πώς να γιατρέψεις με χειρομαλάξεις ένα φασματικό ον; Πώς να ανακουφίσεις με φυσιοθεραπεία κάτι που δεν διαθέτει “φύση”; Μόνο ένα delete το σώζει.
(κάνε το επιτέλους! μας τα ΄πρηξες***!)
Εν ονόματι της άυλης υπόστασης των βλογς, επικαλούμαι τoν digital ουμανισμό σας, και σας ικετεύω με τη σειρά μου, να αντιμετωπίσετε την κατάστασή τους με κατανόηση. Χωρίς μικροψυχία. Ή, χωρίς τουλάχιστον, την αγοραία πόζα του political correct ώριμου αναγνώστη.
Το γεγονός ότι υπολείπονται απτής μάζας, δεν τα εμποδίζει ενίοτε να μεγαλουργούν, αλλά συνάμα ποτέ δεν τα εμπόδισε να εγκλωβιστούν, τα άμοιρα, εντός μιας αδρανούς και συμπαγούς και επίβουλης υπερκατασκευής. Τα βαραίνει τα φουκαριάρικα αναίσχυντα η ανεξιχνίαστη, αβαρής , σκοτεινή ύλη της αυτοαναφοράς τους.
*Αλοπαία ατραπός –η- : το μυστικό μονοπάτι δια μέσω του οποίου ο Εφιάλτης οδήγησε τους Πέρσες στις Θερμοπύλες.
** κωλοφωτιές: πυγολαμπίδες
***μας τα ΄πρηξες: (ιδιωμ.) (μεταφ.) μας διόγκωσες τους όρχεις με την συμπεριφορά σου.
Υποψιάζομαι όμως ότι δεν θα καταφέρεις να αρθρώσεις ούτε λέξη. Παρά θα στήσεις πάλι έναν ένοχο κυκλωτικό χορό σιωπής, γύρω από τον εαυτό σου.
Έν πάση περιπτώσει, ας εισέλθουμε στο κυρίως ειπείν θέμα μας: Δελτίο καιρού.
Χαλάει ο καιρός στο κυβερνιστάν.
Θα ορκιζόμουν ότι κάτι τέτοιο δεν θα ταν δυνατό να συμβεί εντός των λαμπρών Ηλυσίων πεδίων του δικτύου. Κι όμως, χαλάει. Οι δαιδαλώδεις δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας των ¨ψηφιακών¨ δια-συστημάτων, κινδυνεύουν στο τέλος, από ένδοξοι λεωφόροι της ιερής επικοινωνίας να αποδειχτούν ότι είναι, -και να καταλήξουν να είναι- η δύσβατη και μυστική Αλοπαία Ατραπός* της ανθρώπινης συνεννόησης . Όχι, δεν είμαι η Κασσάνδρα, η τραγική κόρη του Πριάμου, που έβλεπε το κακό με δρασκελιές να πλησιάζει ενώ κανείς δεν την πίστευε, είμαι όμως αναμφίβολα ο Kostis-b, και ως γνήσιος τέτοιος, οφείλω πίσω από την ηλιοφάνεια και τον αίθριο καιρό, στο βάθος του ορίζοντα, να βλέπω σύννεφα.
Το γνωρίζω, πρόκειται για μια προσωπική κατά-δικιά μου διαστροφική αντίληψη … παρόλα αυτά, ο καιρός στο βάθος χαλάει.
Επιδείνωση από τα βορειοδυτικά, με χαμηλές πιέσεις. Νέφη επί νεφών σωρεύονται μολυβένια. Χαλάει ο καιρός..
Έπιασε ξεροβόρι και τα mails εξατμίζονται στον αιθέρα. Οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, με τις ευφυείς προωθητικές ενέργειες τους (είσαι φίλος-γίνε μέλος), απ΄τη μια αυξάνουν γεωμετρικά το εύρος συμμετοχής χρηστών, απ΄ την άλλη ως υψιπετείς θημωνιές μηδενικού βάρους, παγιδεύονται λίγο κάτω απ΄ το επίπεδο της στρατόσφαιρας. Συμπαρασύροντας μαζί τους όλες τις συνημμένες λίστες ακάουντερς. Λίγο ακόμα και θα μπούν όλοι μαζί σε τροχιά , στο outer-space του κυβερνοσύμπαντος.
Ως και ετούτα τα κακόμοιρα βλογς συναχώθηκαν και πάσχουν πλέον (και αυτά) από επιταχυνόμενη μετανεωτερικότητα, της κακιάς ώρας. Βρέχει ενημέρωση. Εφεξής πρέπει να λογίζονται ως οπτασίες που αναβοσβήνουν σαν κωλοφωτιές** στο σκοτάδι. Ριπιδίζουν φως με ρυθμό δηλωτικό του ευτελισμού, του ατιμολόγητου ορθού δικτυακού λόγου τους. Ανάερα, περιφέρονται ως στοιχειά, μέσα στο υγρό, πυκνό και δυσεξιχνίαστο δάσος με τις τρανές αιωνόβιες σεγκόγιες του δικτύου. Τα άμοιρα ευ-βλογ-ημένα, ως άλλα τρελά και φρικτά εκτοπλάσματα, παραφυλάνε και σκιάζουν τους λιγοστούς (ή περισσότερους), ανυποψίαστους (ή υποψιασμένους) περαστικούς. Λες και δρούνε για να ξεπληρώσουν τις ανεξόφλητες οφειλές τους, έναντι ενός άκαρδου μάγου που διαφεντεύει τις τύχες τους. Όπως ακριβώς σε κείνους τους παλιούς μεσαιωνικούς μύθους .
Το υποφαινόμενο βλογ για παράδειγμα, νυχθημερόν με ικετεύει να το βοηθήσω. Να το λυτρώσω. Να λύσω τα μάγια και να το θεραπεύσω. Πώς όμως; Δεν διαθέτω τα μέσα. Πώς να γιατρέψεις με χειρομαλάξεις ένα φασματικό ον; Πώς να ανακουφίσεις με φυσιοθεραπεία κάτι που δεν διαθέτει “φύση”; Μόνο ένα delete το σώζει.
(κάνε το επιτέλους! μας τα ΄πρηξες***!)
Εν ονόματι της άυλης υπόστασης των βλογς, επικαλούμαι τoν digital ουμανισμό σας, και σας ικετεύω με τη σειρά μου, να αντιμετωπίσετε την κατάστασή τους με κατανόηση. Χωρίς μικροψυχία. Ή, χωρίς τουλάχιστον, την αγοραία πόζα του political correct ώριμου αναγνώστη.
Το γεγονός ότι υπολείπονται απτής μάζας, δεν τα εμποδίζει ενίοτε να μεγαλουργούν, αλλά συνάμα ποτέ δεν τα εμπόδισε να εγκλωβιστούν, τα άμοιρα, εντός μιας αδρανούς και συμπαγούς και επίβουλης υπερκατασκευής. Τα βαραίνει τα φουκαριάρικα αναίσχυντα η ανεξιχνίαστη, αβαρής , σκοτεινή ύλη της αυτοαναφοράς τους.
*Αλοπαία ατραπός –η- : το μυστικό μονοπάτι δια μέσω του οποίου ο Εφιάλτης οδήγησε τους Πέρσες στις Θερμοπύλες.
** κωλοφωτιές: πυγολαμπίδες
***μας τα ΄πρηξες: (ιδιωμ.) (μεταφ.) μας διόγκωσες τους όρχεις με την συμπεριφορά σου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
