Αν έχεις καλύψει χιλιάδες χιλιόμετρα στα αφιλόξενα εδάφη και στις απόκρημνες πλαγιές του διαδικτύου, τότε δικαιούσαι να κοντοσταθείς λιγάκι. Να πάρεις μιαν ανάσα, να ξαποστάσεις, και να αναρωτηθείς: τι ακριβώς είναι αυτό που διεκδικείς μέσα στο παρηλλαγμένο δικτυακό παρόν σου. Και να συλλαβίσεις αργά και καθαρά την απάντηση, μπρος στον καθρέφτη της τουαλέτας σου.
Υποψιάζομαι όμως ότι δεν θα καταφέρεις να αρθρώσεις ούτε λέξη. Παρά θα στήσεις πάλι έναν ένοχο κυκλωτικό χορό σιωπής, γύρω από τον εαυτό σου.
Έν πάση περιπτώσει, ας εισέλθουμε στο κυρίως ειπείν θέμα μας: Δελτίο καιρού.
Χαλάει ο καιρός στο κυβερνιστάν.
Θα ορκιζόμουν ότι κάτι τέτοιο δεν θα ταν δυνατό να συμβεί εντός των λαμπρών Ηλυσίων πεδίων του δικτύου. Κι όμως, χαλάει. Οι δαιδαλώδεις δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας των ¨ψηφιακών¨ δια-συστημάτων, κινδυνεύουν στο τέλος, από ένδοξοι λεωφόροι της ιερής επικοινωνίας να αποδειχτούν ότι είναι, -και να καταλήξουν να είναι- η δύσβατη και μυστική Αλοπαία Ατραπός* της ανθρώπινης συνεννόησης . Όχι, δεν είμαι η Κασσάνδρα, η τραγική κόρη του Πριάμου, που έβλεπε το κακό με δρασκελιές να πλησιάζει ενώ κανείς δεν την πίστευε, είμαι όμως αναμφίβολα ο Kostis-b, και ως γνήσιος τέτοιος, οφείλω πίσω από την ηλιοφάνεια και τον αίθριο καιρό, στο βάθος του ορίζοντα, να βλέπω σύννεφα.
Το γνωρίζω, πρόκειται για μια προσωπική κατά-δικιά μου διαστροφική αντίληψη … παρόλα αυτά, ο καιρός στο βάθος χαλάει.
Επιδείνωση από τα βορειοδυτικά, με χαμηλές πιέσεις. Νέφη επί νεφών σωρεύονται μολυβένια. Χαλάει ο καιρός..
Έπιασε ξεροβόρι και τα mails εξατμίζονται στον αιθέρα. Οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, με τις ευφυείς προωθητικές ενέργειες τους (είσαι φίλος-γίνε μέλος), απ΄τη μια αυξάνουν γεωμετρικά το εύρος συμμετοχής χρηστών, απ΄ την άλλη ως υψιπετείς θημωνιές μηδενικού βάρους, παγιδεύονται λίγο κάτω απ΄ το επίπεδο της στρατόσφαιρας. Συμπαρασύροντας μαζί τους όλες τις συνημμένες λίστες ακάουντερς. Λίγο ακόμα και θα μπούν όλοι μαζί σε τροχιά , στο outer-space του κυβερνοσύμπαντος.
Ως και ετούτα τα κακόμοιρα βλογς συναχώθηκαν και πάσχουν πλέον (και αυτά) από επιταχυνόμενη μετανεωτερικότητα, της κακιάς ώρας. Βρέχει ενημέρωση. Εφεξής πρέπει να λογίζονται ως οπτασίες που αναβοσβήνουν σαν κωλοφωτιές** στο σκοτάδι. Ριπιδίζουν φως με ρυθμό δηλωτικό του ευτελισμού, του ατιμολόγητου ορθού δικτυακού λόγου τους. Ανάερα, περιφέρονται ως στοιχειά, μέσα στο υγρό, πυκνό και δυσεξιχνίαστο δάσος με τις τρανές αιωνόβιες σεγκόγιες του δικτύου. Τα άμοιρα ευ-βλογ-ημένα, ως άλλα τρελά και φρικτά εκτοπλάσματα, παραφυλάνε και σκιάζουν τους λιγοστούς (ή περισσότερους), ανυποψίαστους (ή υποψιασμένους) περαστικούς. Λες και δρούνε για να ξεπληρώσουν τις ανεξόφλητες οφειλές τους, έναντι ενός άκαρδου μάγου που διαφεντεύει τις τύχες τους. Όπως ακριβώς σε κείνους τους παλιούς μεσαιωνικούς μύθους .
Το υποφαινόμενο βλογ για παράδειγμα, νυχθημερόν με ικετεύει να το βοηθήσω. Να το λυτρώσω. Να λύσω τα μάγια και να το θεραπεύσω. Πώς όμως; Δεν διαθέτω τα μέσα. Πώς να γιατρέψεις με χειρομαλάξεις ένα φασματικό ον; Πώς να ανακουφίσεις με φυσιοθεραπεία κάτι που δεν διαθέτει “φύση”; Μόνο ένα delete το σώζει.
(κάνε το επιτέλους! μας τα ΄πρηξες***!)
Εν ονόματι της άυλης υπόστασης των βλογς, επικαλούμαι τoν digital ουμανισμό σας, και σας ικετεύω με τη σειρά μου, να αντιμετωπίσετε την κατάστασή τους με κατανόηση. Χωρίς μικροψυχία. Ή, χωρίς τουλάχιστον, την αγοραία πόζα του political correct ώριμου αναγνώστη.
Το γεγονός ότι υπολείπονται απτής μάζας, δεν τα εμποδίζει ενίοτε να μεγαλουργούν, αλλά συνάμα ποτέ δεν τα εμπόδισε να εγκλωβιστούν, τα άμοιρα, εντός μιας αδρανούς και συμπαγούς και επίβουλης υπερκατασκευής. Τα βαραίνει τα φουκαριάρικα αναίσχυντα η ανεξιχνίαστη, αβαρής , σκοτεινή ύλη της αυτοαναφοράς τους.
*Αλοπαία ατραπός –η- : το μυστικό μονοπάτι δια μέσω του οποίου ο Εφιάλτης οδήγησε τους Πέρσες στις Θερμοπύλες.
** κωλοφωτιές: πυγολαμπίδες
***μας τα ΄πρηξες: (ιδιωμ.) (μεταφ.) μας διόγκωσες τους όρχεις με την συμπεριφορά σου.
Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010
Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010
psychotic post

Κλίμακες, αναβαθμίδες, κυκλώματα, φώτα κινδύνου, κρυφοί φωτισμοί, πυροσβεστήρες, θερμομονωτικά υλικά, και όλοι εν γένει οι αναγκαίοι όροι.
Σωστός, μέχρι κεραίας.
Όλα όπως προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις.
Όλα τα απαραίτητα, για άλλη μια φορά τα εξασφάλισε.
Όλα τα ¨εκ των ων ουκ άνευ¨, για άλλη μια φορά τα προέβλεψε.
Φευ όμως, κάθε φορά είναι αλλιώς.
Καμία ¨φορά¨ δεν είναι η ίδια ¨φορά¨.
Κάθε φορά είναι μια άλλη ¨φορά¨.
Για άλλη μια φορά λοιπόν, προχώρησε γενναία εκτεθειμένος στο κρύο αγιάζι της τυχαίας επιλογής.
Η καρδιά του είναι μια άρπα άλαλη.
Το μυαλό του μια σιωπηρή θερμοκοιτίδα επώασης πρόωρα γεννημένων λέξεων. Χρόνια τώρα η σιωπή του ενθάλπει τις λέξεις του, σαν αυγά μικρών ερπετών στην άμμο.
Χρόνια τώρα οι λέξεις του, κατοικούν στη θαλπωρή της σιωπής του.
¨Η σιωπή εξασφαλίζει την σωστή θερμοκρασία επώασης των λέξεων¨ έλεγε σιωπηλά από μέσα του, ζυγιάζοντας κάθε φορά το μέτρο της αβεβαιότητάς του.

Όλοι οι γνωστοί του, είχαν καταλήξει τελεσίδικα ότι, ¨ αφήστε τον, ο τύπος δεν παίρνει από λόγια¨. Ο ίδιος πάλι είχε καταλήξει ότι, όλος ο κύκλος των γνωστών του δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ο κύκλος της σιωπής του. Και συνέχιζε την σιωπηλή του αναζήτηση, επωάζοντας τις, θαμμένες στην άμμο, λέξεις του.
Ετούτη τη φορά όμως, που δεν έμοιαζε καν με καμία άλλη φορά, (όπως όλες οι φορές άλλωστε) η αναζήτηση κάπου τον οδήγησε…
¨Επιτέλους!¨ είπε δυνατά, αρθρώνοντας καθαρά τους φθόγγους, μα με τον δισταγμό του ανθρώπου που πρώτη φορά ακούει τη φωνή του.
¨Επιτέλους…¨ ,ξανάπε με δυο επιπλέον σταγόνες σιγουριάς, ισορροπώντας καλύτερα την ένταση της νιόβγαλτης φωνής του .
¨Επιτέλους…μετά από τόσα χρόνια αναζήτησης του άγνωστου εαυτού μου, τελικά με βρήκα. Και με άφατη χαρά διαπιστώνω ότι, πάντα μου ήμουν ένας άγνωστος. Ευτυχώς δηλαδή που οι εξελίξεις δεν με διέψευσαν.
Ευτυχώς , διότι θα μου ήταν αφόρητο και πληκτικό να ήμουν για μένα άλλος ένας γνωστός. Άλλος ένας από τον σιωπηλό κύκλο των γνωστών μου¨.
Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010
θρούμπες ελπίδες

Άμα τη εμφανίσει του νέου έτους, αποφάσισα ο αφελής να επιχειρήσω να συνδεθώ μαζί του με μια σχέση, ει δυνατόν, συνεκτικής αρμονίας. Αλίμονο όμως. Άλλαι αι βουλαί των ανθρώπων, και άλλα ο χρόνος κελεύει. Και τι χρόνος! Ολοστρόγγυλος! 2010. Και ήδη ρέει ο άτιμος σαν αρδευτικό κανάλι σε διψασμένα καμποχώραφα. Αφυπνούμενος λοιπόν ετούτος ο, μέχρι πρότινος, κοιμισμένος Γενάρης, οι μέρες του πήραν να ξεδιπλώνονται. Και πριν καλά καλά εγκαινιάσω την νέα εποχή συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης με την καινούργια χρονιά και την αυθεντικότητα των ημερονυχτίων της, αρχίνησα πάλι, σταδιακώς και επιταχυνόμενα, να μαστίζομαι από "όπισθεν" αμφιβολίες, (ή αλλιώς, αμφιβολίες του κώλου) περί του κίβδηλου των ωρών της. Μιλάμε για το είδος αυτό των αμφιβολιών, τις οποίες αναπόφευκτα και με τσαμπουκά,μας τις επιβάλει η ρυθμιστική αρχή της ροής του χρόνου, συνοδευμένες από όλες τις ιδιορρυθμίες και τις αδυναμίες που μεταφέρει στην ορμητική του κοίτη.
Δυσκολεύομαι δηλαδή, (εδώ το ρήμα "δυσκολεύομαι" χρησιμοποιείται με όλες τις εννοιακές αποχρώσεις που μπορεί να λάβει) να καταλήξω σε στέρεα συμπεράσματα,
περί του ζητήματος της μυστηριώδους, όσο και δραματικής, ροής των ετών, εντός της αιώνιας καθολικής σχέσης που έχουν συνάψει μαζί μας.
Ισχύει άραγε, αναρωτιέμαι, η Ηρακλείτειος ρήση που λέει ότι "δεν μπορείς να μπεις δύο φορές στο ίδιο ποτάμι"; Καθότι, σου λέει, κάθε φορά που θα βουτάς στα νερά του ποταμού, αλλότρια μόρια ύδατος θα σε δροσίζουν. Τα παλαιότερα ύδατα θα έχουν ήδη εκβάλει στο Δέλτα του ποταμού. Σ΄αυτό δηλαδή ακριβώς το σημείο που δημοσίως το ονομάζεις παρελθόν σου. Ενδόμυχα το ονομάζεις αλλιώς. Τουτέστιν αγαπητέ μου "τα πάντα ρει". Και μαζί τους ρέεις και συ, και όλο σου το σόι.
Ή μήπως πρόκειται απλώς για μια έμμεση ομολογία του ταλαντούχου αποφθεγματογράφου Εφέσσιου φιλοσόφου, περί της ουσιαστικής αδυναμίας του να προσεγγίσει την τόσο προβληματική, όσο και απροσδιόριστη σχέση αγάπης-μίσους, που παλαιόθεν συνδέει τους τρεις σωματοφύλακες του ιδιαίτερου του καθενός Χρόνου: του "πριν", του "τώρα", και του "μετά";
Διότι, αν τα χρόνια περνούν σαν πειθήνιοι πρόσκοποι σε παρέλαση εθνικής γιορτής, σε μια συντεταγμένη γραμμική ακολουθία, τοις κοίνως ρήμασι πειθώμενα, τότε έχει καλώς.Τότε παρατάω σε αυτό το σημείο τις μαλακίες που έχω ήδη γράψει σε τούτο το ποστ ,(δεν είναι και λίγες), και πάω για μπύρες που στο κάτω κάτω μου ταιριάζουν κιόλας. Μήπως όμως τα χρόνια απλώς "διαδραματίζονται" ατάκτως, εν είδει Ανθολογίας θραυσμάτων θεατρικών κειμένων από τυχαία και ποικίλα θεατρικά έργα;
Μήπως συρρέουν ακατάστατα και πλημμυριδόν, εμπρός μας, ως αποκριάτικη συρραφή αταίριαστων εικόνων; Εικόνων, οι οποίες ριππιδόν μαστιγώνουν το πρόσωπο μας, σαν βιντεοκλιπ μουσικού τεμαχίου της new age εποχής;
Χέστα. Πρέπει να παραδεχτώ ότι οι προσπάθειες μου να βάλω σε αράδα
το "χρονικό" του χρόνου μου, δεν είχε ποτέ τα επιθυμητά αποτελέσματα. Και κατά πως φαίνεται τρέφω "θρούμπες" ελπίδες. Ποτέ δεν θα λάβω τελειωτική απάντηση. Και λέω ¨θρούμπες¨, και όχι ¨φρούδες¨, όπως συνηθίζεται στα σικ ¨σαλόνια¨ της δημοσιογραφικολογοτεχνικής γλωσσικής παράδοσης, διότι εμένα οι ελπίδες μου, παρ΄όλα αυτά ,παραμένουν μεγάλες, καλοσχηματισμένες, νόστιμες και λαχταριστές, όπως ακριβώς οι δημοφιλέστατες εκ Καλαμών θρυλικές ελιές.
Όσο λοιπόν και αν φανεί περίεργο, έπειτα από όσα αναφέραμε, η συρρίκνωση της εμβέλειας του χρόνου μου, δεν με αποτρέπει από το να ανά-θρέφω τις θρούμπες ελπίδες μου. Τις ανατρέφω εγώ τις ελπίδες μου, και κατόπιν τις καταπίνω για να τις περισώσω. Να τις προστατέψω, αν με εννοείτε, από την ιταμή συμπεριφορά του χρόνου. Ο οποίος άθλιος, για δικούς του λόγους, επέλεξε να περνά ύπουλα, γρήγορα και χωρίς επιστροφή. Αφού τις καταπιώ, με διαολεμένα κέφια φτύνω τα κουκούτσια (καθότι άξεστος και χωριάτης) όπου βρω. Εσχάτως, αραιά πλην όμως ταχτικά, τα φτύνω εντός των ψηφιακών ετούτων σελίδων.
Ίσως χρήζω βοήθειας. Ίσως χρειάζομαι ένα ισχυρό πλήγμα στο κεφάλι, με την ευφάνταστη μέθοδο της "κολοκυνθοπληγίας", που έλεγε και ο Ροΐδης. (Ούτος ο στυλίστας της γραφής παρομοίαζε την σαρκαστική και ειρωνική γραφή του, με το χτύπημα της κεφαλής του αναγνώστη με μια μεγάλη ξερή κολοκύθα. Ελπίζοντας ότι το χτύπημα θα δρούσε ¨ανθυπνωτικώς¨ στον κοιμισμένο αναγνώστη. Τι τα θες, καθείς και οι μέθοδοι του.) Ίσως δηλαδή η λύση να κρύβεται στην ανάγνωση του ακατάστατου χρόνου μας, με τον τρόπο, την τάξη και τον ρυθμό ενός αφηγήματος. Ίσως οι αφηγηματικές τεχνικές και οι ελιγμοί δώσουν ρυθμό στον άχρονο χρόνο μας. Δαιμόνιες και με ιδιαίτερες γεύσεις οι μέρες μας, απροσδόκητες και με τις περίτεχνες πτυχώσεις ενός αφηγήματος οι νύχτες μας, και να που το 2010 θα μπορούσε να μετατραπεί σε θερινή ανέμελη εμποροπανήγυρη. Το πρότυπο του φιλοπαίγμονα μικρού σκύλου που χαρούμενα στροβιλίζεται κυνηγώντας την ουρά του, ας γίνει το δικό μας πρότυπο. Ούτως ή άλλως την ουρά δεν θα τη φτάσουμε ποτέ. Τουλάχιστον ας το διασκεδάσουμε.
Νταξ΄ έχετε δίκιο, έναντι του τριμελούς ποινικού δικαστηρίου του χρόνου, δεν χωρεί στρεψοδικία. Μπορούμε όμως κατά την ανάπτυξη της υπερασπιστικής μας γραμμής, να μην ξεχνάμε ότι ο Χρόνος, μεταξύ άλλων, είναι και τρόπος του ¨ζειν¨. Και όχι
μόνο τρόπος του ¨λέγειν¨ μαλακίες.
Καλή χρονιά
Υγ. Λαλίστατο μπήκε το 2010. Ας το σταματήσει κάποιος!
Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009
όποιος νύχτα περπατεί...

Επειδή αναμφίβολα το να μιλάς για τον εαυτό σου, ή χάριν του εαυτού σου, εμπεριέχει εξ αρχής κάτι άσεμνο, το ελάχιστο που μπορείς να κάνεις για να υπερβείς τούτη την αυτιστική αμετροέπεια, είναι να έχεις φροντίσει καταρχήν, να χεις ένα πρόσχημα. Και κατά δεύτερο λόγο, ένα πλαίσιο.. Το πρόσχημα μπορεί να είναι: το άρρητο, το δέος, η ελευθερία, η πίστη, το σύμπαν, το φρικτό, η απόγνωση, ο έρωτας, η ζωή, ο θάνατος, το σκοτάδι κτλ κτλ. Το πλαίσιο είναι πιο εύκολο να το βρεις. Το πιο πετυχημένο και δοκιμασμένο πλαίσιο είναι χωρίς αμφιβολία ένα: ο αμετάκλητος όρος του ληξιαρχικού σου περιορισμού. Το ατράνταχτο δηλαδή σκεπτικό που λέει: ¨Ρε μάγκες γεννήθηκα χτες και αύριο μεθαύριο αποχωρώ. Μη μου ζητάτε να μην μιλάω για τον ληξιπρόθεσμο εαυτό μου¨.
Εάν λοιπόν θεωρήσουμε το αμάχητο τούτο πλαίσιο, ως δεδομένο, αυτό που μας μένει για να συνεχίσουμε αυτό το ποστ είναι το πρόσχημα. Το πρόσχημά μου λοιπόν σε τούτη την ανάρτηση είναι η ¨νύχτα¨. Ναι, αυτήν η γνωστή. Και ειδικότερα η πηχτή νύχτα, δίχως φεγγάρια, αστέρια και λοιπά βοηθητικά εργαλεία. Το απόλυτο σκοτάδι.
Ταξιδεύουμε σκαρφαλωμένοι στην καμπούρα της γης, ιδανικά περιστρεφόμενοι γύρω από τον άξονά της με την εκπληχτική ταχύτητα των σαράντα χιλιομέτρων το δευτερόλεπτο. Μιλάμε για άγρια γκάζια. Και διάγουμε μέσω μιας διηνεκούς ακρίβειας περάσματος από την μέρα στη νύχτα, κι απ΄τη νύχτα στη μέρα. Η λογιστική ακρίβεια των φυσικών νόμων, αγγίζει τα όρια της μεμψιμοιρίας. Αλλά τι να κάνουμε, αυτούς τους νόμους έχουμε , με αυτούς θα πορέψουμε.
Η νύχτα όμως είναι από μόνη της φοβερή. Το καθαρό σκοτεινό και περήφανο φρόνημά της, το συναγωνίζεται και το παλεύει ¨στα ίσα¨ , μόνο ο ταρτουφισμός της και η δημαγωγία της.
Είναι φοβερή!
Όπως ακριβώς λοιπόν, τώρα που κοντοζυγώνουν τα Χριστούγεννα, τα κάστανα και τα κουκουνάρια αδημονούν να μπουν στα σωθικά ενός δύστυχου, μαδημένου πουλερικού, το οποίο θα αποτελέσει το επιμελημένο αμπαλάζ τους για να μπουν στο φούρνο, έτσι και γω κάθε ημέρα καρτερώ την έλευση του σκοταδιού. Να ρθει με το ¨φιμέ¨ σελοφάν του να με τυλίξει. Για να μπω αξιοπρεπώς ενδεδυμένος στον φούρνο της νύχτας. Κι όλα αυτά… μέχρι το ξημέρωμα , οπόταν τα πρώτα πρώτα ράκη του πρωινού σκίσουν το περιτύλιγμα της ακμαίας νύχτας μας, και μας εξαφανίσουν μες στο φως.
Το είπαμε… η νύχτα γενικώς είναι φοβερή.
Όχι ότι και η μέρα πάει πίσω. Κάθε άλλο, ότι και να πεις για λόγου της , παρ΄ όλη τη διαφάνειά της, είναι κι αυτή ένας υπολογίσιμος αντίπαλος. Αλλά να… η μέρα είναι, τρόπον τινά, σαν ένας επώδυνος κωλικός του νεφρού, που αργά ή γρήγορα θα περάσει. Ενώ η νύχτα…άλλο πράμα…Η νύχτα είναι σαν καραμπινάτη κίρρωση του ήπατος που όσο και αν αργήσει, όσο και αν ναζιάρικα σε παιδέψει…στο τέλος με σιγουριά θα σε οδηγήσει στη στοργική μαύρη αγκάλη της. Τι να λέμε; Άλλα μεγέθη…
Ολημερίς αραδίζω, ψάχνω, σκαλίζω τις πτυχές του ημερήσιου φωτός, να κάμω χώρο να κρυφτώ εντός του. Ν΄ αφήσω πίσω μου μόνο τα ξέφτια της επίμονης σκιάς μου, που εννοεί να με έχει συνεχώς στο κατόπι. Ξαναμμένος, με έναν παράλογο ημερήσιο ενθουσιασμό, σκαλίζω ασταμάτητα τα τοιχώματα του φωτός, σαν τυφλοπόντικας παγιδευμένος σε ενεργοποιημένο ¨σολάριουμ¨. Ώσπου το πρώτο αχνό πέπλο της νύχτας (που λένε και οι λογοτέχνες) ξαναπέσει . Και με το χαρμόσυνο αγλάισμά της, θα με τυλίξει μέσα στις βαριές μπροκάρ μαύρες κουρτίνες της.
Η νύχτα πέφτει αποκλειστικά για τον καθένα ξεχωριστά. Η μέρα πάλι, για όλους.
Η μέρα διαπνέεται από σοσιαλιστικές ιδέες. Η νύχτα από αριστοκρατικές.
Η νύχτα τροχίζει την ακοή. Τη μέρα τη ρουφάς με τα μάτια,. ¨…αρμέγεις το φως της οικουμένης…¨ που έλεγε κάποιος. Είναι τυχαίο άραγε ότι πάντα με κατέτρεχε η ανορθολογική και εωσφορική πεποίθηση, πως τα τραγούδια ακούγονται αλλιώς τη νύχτα;
( Ίσως επειδή στην αμβλυμμένη παιδική μου μνήμη, τα πρωινά έχουν ταυτιστεί με τις ανώδυνες μελωδίες του ελαφρού τραγουδιού, και με τις αναζητήσεις απολεσθέντων συγγενών μέσω ερυθρού σταυρού, στα τότε ¨κρατικά¨ βραχέα.
Ενώ όταν ερχόταν το βράδυ,(αχ το βράδυ) το ίδιο ακριβώς λαμπάτο Grundig , πάνω στην εταζέρα με το σεμεν, μεταμορφωνόταν σε ένα ¨εξ αμελείας¨ τέρας. Με κοιτούσε με τα δύο μεγάλα στρογγυλά, σαν μάτια, ποντεσιόμετρα, και ξερνούσε φωτιές από πληγωμένα αισθήματα , τραύματα, απορρίψεις, έρωτες, πάθη και αυτοκαταστροφές, με τα αλλεπάλληλα ματωμένα βέλη λαϊκών ασμάτων, που σκορπούσε στον αέρα.)
Ο σβέρκος μου καίει τη νύχτα, και κάθε φορά ανησυχώ για την τροπή της.
Νύχτα έχασα, με βίαιο τρόπο, αγαπημένα πρόσωπα. Νύχτα, με απαρνήθηκαν ανεκπλήρωτοι έρωτες. Νύχτα έχασα πιωμένος, για ώρες τη συνείδηση μου. Η νύχτα είναι φοβερή.
Συγχρόνως όμως, είναι εντελώς πέρα από τις δυνάμεις μου, το να τηρώ σωστές αποστάσεις από την άτιμη επικράτειά της. Αδύνατον να καταφέρω να σταθώ αλάργα από την σπαρταριστή, κρουστή και ιδρωμένη σάρκα της.
Η νύχτα είναι ένα ανεξερεύνητο σπήλαιο, και παρά το ότι κάθε βράδυ υποδύομαι τον αδρανή σταλακτίτη, ο οποίος αργά αργά, σταγόνα σταγόνα, με αργό τέμπο, σιγοντάρει την αισθησιακή της βαρύτητα… Δεν είμαι παρά ένας φοβισμένος μαθητευόμενος σπηλαιολόγος, με ένα φανάρι ανα χείρας, που αργοσβήνει. Μέσα σε μια νύχτα μόνο γεννήθηκα και μεγάλωσα. Τόσο γρήγορα που δεν κατάλαβα τι μου συνέβη.
Καλησπέρα σας.
Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009
Επετειακόν (Volume 2)
(περίληψη προηγουμένου)
Όπου ο ήρωας μας εγκλωβίζεται κάπου μεταξύ της 26ης προς 27η Οκτωβρίου του 2031, συνειδητοποιώντας ότι στα 25 έτη συνεχούς δικτυακής παρουσίας και βλογερικής γραφής, συνέτασσε διαρκώς το ίδιο κείμενο.
Θύμα και θύτης μιας ανέφικτης βλογερικής ¨παπάρας¨, συνειδητοποιεί ότι επί 25ετίας διάνυε μια θλιβερή περίοδο εκπτώσεων των ονείρων του, και ξεπουλήματος της υπόληψης του. Έχων γαρ πλέον την αυτεπίγνωση του μέσου μαλάκα-βλόγερ, ανατρέχει και αναλογίζεται την παιδαριώδη αφέλειά του, καθώς και την ματαιοπονία του, να επιμένει να διατηρεί το μπλόγκ του. Να ελπίζει βλακωδώς, ότι περιχαρακώνοντας την επικράτεια των μονολόγων του εντός του ιστολογίου, ενσαρκώνε ψηφιακώς, την κρεάτινη και διανοητική υπόσταση του. Να βαυκαλίζεται πως ιριδίζοντας, το ζωντόβολο, ως συστοιχία χιλίων pixels στο monitor, καθίσταται εξ αντανακλάσεως υπαρκτός, και εκ φωταύγειας, απτός.
Τόσο μαλάκας.
Τον τσακίζει τώρα, μέσα στο ιδιότυπο χωροχρονικό κλουβί του, μια κακοφορμισμένη χαίνουσα επιθυμία. Μια επιτακτική επιθυμία, για επιστροφή στα ανέμελα α-δικτυακά χρόνια.
Αλλά είναι πολύ αργά για κλάματα, οιμωγές, και μεταμέλειες.
Μια αβάσταχτη επιθυμία τον τρώει. Να σεργιανίσει παρέα με αγνώστους στα κυλιόμενα πεζοδρόμια της Τσιμισκή και της Ερμού. (Στην Σαλονίκη του 2031 τα πεζοδρόμια στο κέντρο είναι κυλιόμενα). Να ακούσει πλανόδιους μουσικούς στο Καπάνι.Να φάει πατσά. Να πιεί μια μαλαματίνα. Και να κάνει μπουρδελότσαρκα στα λαδάδικα.
Έχετε δίκιο, του αξίζει κάθε τιμωρία, πλήν όμως ο εγνωσμένος ανθρωπισμός μας, μας επιβάλει να εξετάσουμε το ενδεχώμενο να του αναγνωριστούν ένα-δυο ελαφρυντικά. Όπως αυτά θα προέκυπταν από την μελέτη του προφίλ του.
Το πρώτο εξ αυτών θα μπορούσε να είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο ήρωας μας ρέπει ξεκάθαρα προς την τραγικότητα. Μια υπολανθάνουσα τραγικότητα η οποία δεν τον εξιλεώνει μεν, αλλά τον καθιστά αυτό που λέμε, ενδιαφέρουσα περίπτωση. Το δεύτερο ελαφρυντικό το οποίο κρίνω ότι οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε, είναι ότι στα εξήντα του χρόνια, διαθέτει ακόμα κάτι από την ζογκλερική ικανότητα ευέλικτης αναπήδησης, ένθεν και ένθεν της αναλαμπής των ίδιών του των ιριδισμών. Να το πούμε πιο απλά: περισώζεται ένα μέρος της αξιοπρέπειας του από το γεγονός ότι δεν έχασε εντελώς το ταλέντο και την καπατσοσύνη να ξεγλιστρά από τα δύσκολα, υποδυόμενος πότε τον ευγενή ευπατρίδη, και πότε τον ψόφιο κοριό. Το πανάρχαιο και αδιαμφισβήτητο δηλαδή, τάλαντο της φυλής.
Άλλωστε αυτό του το ταλέντο ήταν που είχαν θαυμάσει τότε, οι πρώτοι-πρώτοι αναγνώστες του. Την ικανότητά του δηλαδή να υπονοεί, (δίχως να τις εκθέτει ξεκάθαρα), πολλές κρυμμένες σημασίες. Να ντύνει κάθε ένδοξη ανάρτησή του, με ένα νέφος απροσδιόριστων φλου νοημάτων. Τόσο καλά κρυμμένων νοημάτων που σχεδόν δεν υπάρχουν.
Με λίγα λόγια, η μεγαλεπήβολη μαλακία που τον καταδίκασε να κυλιέται μες στα σκατά του δικτύου, ίσως θα ναι αυτήν που θα τον σώσει. Αν σώζεται.
Σαν μουλάρι, λοιπόν, που ξέρει από χρόνια και περπατάει στο ίδιο μονοπάτι, ακόμα κι αν το αφεντικό του έχει πεθάνει, στρώθηκε και έγραψε το επιμύθιο.
Στρώθηκε δηλαδή και συνέταξε το τελευταίο του ποστ, το οποίο μεταξύ άλλων, κατέληγε:
“…αγαπητοί μου αναγνώστες, αποφάσισα να κάνω το κεφάλι μου λεωφόρο. Ανοιχτό ξέφραγο αμπέλι, αλάνα , χέρσο ξερό κάμπο,στέππα.Ξέφραγο και διαθέσιμο για κάθε διέλευση. Έτσι ελπίζω να ανακτήσω, ελάχιστη έστω, από την απολεσθείσα αξιοπρέπεια μου.
Επιλέγω πλέον, να κάνω αυτό που θέλω, δίχως να φοβάμαι μην μου πέσει ο ουρανός στο κεφάλι. Διαφεύγω της μέγγενης των ματαιωμένων στόχων, διότι δεν έχω πλέον στόχους. Από τον ¨απελπισμένο έρωτα της ουτοπίας¨ κρατώ μόνο τον έρωτα. Οι απελπισίες και οι ουτοπίες, πάνε καλιά τους. Αράζω άνετα επάνω στο αιώνιο αιχμηρό μου μεταίχμιο με την ίδια άνεση που θα ξάπλωνα πάνω σε υπέρδιπλο ανατομικό πουπουλένιο στρώμα, και ξεκουράζομαι. Αγνοώ επιδεικτικά την κοφτερή του λεπίδα. Προκειμένου να συνεχίσω να είμαι ένα πανικόβλητο και ανυπόληπτο αντικείμενο ¨μιας χρήσης¨... ένα αναξιοπρεπές σκεύος δικτυακής ηδονής, έρμαιο των διαθέσεων κάθε αδίστακτου αναγνώστη... καλύτερα να γίνω ένα χαρούμενο υποκείμενο ¨καμίας χρήσης¨…
Σκοπεύω να πέρδομαι ανά πενταλέπτου, καθ΄ όλη την ερχόμενη 25ετία…
ποστ όμως δεν ξανανεβάζω…”
Εξ αίφνης η χωροχρονική σαπουνόφουσκα έσκασε. Το ξόρκι έπιασε. Ο αλγόριθμος που θα έλυνε το φλέγον ζήτημα της ταχύτητας διαφυγής από την βαρύτητα της μελανής οπής του, βρέθηκε. Εικοσιπέντε χρόνια ανομολόγητων απελπισμένων προσπαθειών, και μόλις τώρα κατάφερε και συνέταξε την δεύτερη ανάρτηση του. Στη Σαλονίκη του 2031 άρχισε επιτέλους να ξημερώνει η 27η Οκτωβρίου. Την επομένη, στην υποθαλάσσια λεωφόρο του Θερμαϊκού, θα λάβει χώρα μεγάλη στρατιωτική παρέλαση, τη παρουσία του νεοεκλεγέντος πρωθυπουργού Αντρέα Παπανδρέου του Β΄.
Όπου ο ήρωας μας εγκλωβίζεται κάπου μεταξύ της 26ης προς 27η Οκτωβρίου του 2031, συνειδητοποιώντας ότι στα 25 έτη συνεχούς δικτυακής παρουσίας και βλογερικής γραφής, συνέτασσε διαρκώς το ίδιο κείμενο.
Θύμα και θύτης μιας ανέφικτης βλογερικής ¨παπάρας¨, συνειδητοποιεί ότι επί 25ετίας διάνυε μια θλιβερή περίοδο εκπτώσεων των ονείρων του, και ξεπουλήματος της υπόληψης του. Έχων γαρ πλέον την αυτεπίγνωση του μέσου μαλάκα-βλόγερ, ανατρέχει και αναλογίζεται την παιδαριώδη αφέλειά του, καθώς και την ματαιοπονία του, να επιμένει να διατηρεί το μπλόγκ του. Να ελπίζει βλακωδώς, ότι περιχαρακώνοντας την επικράτεια των μονολόγων του εντός του ιστολογίου, ενσαρκώνε ψηφιακώς, την κρεάτινη και διανοητική υπόσταση του. Να βαυκαλίζεται πως ιριδίζοντας, το ζωντόβολο, ως συστοιχία χιλίων pixels στο monitor, καθίσταται εξ αντανακλάσεως υπαρκτός, και εκ φωταύγειας, απτός.
Τόσο μαλάκας.
Τον τσακίζει τώρα, μέσα στο ιδιότυπο χωροχρονικό κλουβί του, μια κακοφορμισμένη χαίνουσα επιθυμία. Μια επιτακτική επιθυμία, για επιστροφή στα ανέμελα α-δικτυακά χρόνια.
Αλλά είναι πολύ αργά για κλάματα, οιμωγές, και μεταμέλειες.
Μια αβάσταχτη επιθυμία τον τρώει. Να σεργιανίσει παρέα με αγνώστους στα κυλιόμενα πεζοδρόμια της Τσιμισκή και της Ερμού. (Στην Σαλονίκη του 2031 τα πεζοδρόμια στο κέντρο είναι κυλιόμενα). Να ακούσει πλανόδιους μουσικούς στο Καπάνι.Να φάει πατσά. Να πιεί μια μαλαματίνα. Και να κάνει μπουρδελότσαρκα στα λαδάδικα.
Έχετε δίκιο, του αξίζει κάθε τιμωρία, πλήν όμως ο εγνωσμένος ανθρωπισμός μας, μας επιβάλει να εξετάσουμε το ενδεχώμενο να του αναγνωριστούν ένα-δυο ελαφρυντικά. Όπως αυτά θα προέκυπταν από την μελέτη του προφίλ του.
Το πρώτο εξ αυτών θα μπορούσε να είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο ήρωας μας ρέπει ξεκάθαρα προς την τραγικότητα. Μια υπολανθάνουσα τραγικότητα η οποία δεν τον εξιλεώνει μεν, αλλά τον καθιστά αυτό που λέμε, ενδιαφέρουσα περίπτωση. Το δεύτερο ελαφρυντικό το οποίο κρίνω ότι οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε, είναι ότι στα εξήντα του χρόνια, διαθέτει ακόμα κάτι από την ζογκλερική ικανότητα ευέλικτης αναπήδησης, ένθεν και ένθεν της αναλαμπής των ίδιών του των ιριδισμών. Να το πούμε πιο απλά: περισώζεται ένα μέρος της αξιοπρέπειας του από το γεγονός ότι δεν έχασε εντελώς το ταλέντο και την καπατσοσύνη να ξεγλιστρά από τα δύσκολα, υποδυόμενος πότε τον ευγενή ευπατρίδη, και πότε τον ψόφιο κοριό. Το πανάρχαιο και αδιαμφισβήτητο δηλαδή, τάλαντο της φυλής.
Άλλωστε αυτό του το ταλέντο ήταν που είχαν θαυμάσει τότε, οι πρώτοι-πρώτοι αναγνώστες του. Την ικανότητά του δηλαδή να υπονοεί, (δίχως να τις εκθέτει ξεκάθαρα), πολλές κρυμμένες σημασίες. Να ντύνει κάθε ένδοξη ανάρτησή του, με ένα νέφος απροσδιόριστων φλου νοημάτων. Τόσο καλά κρυμμένων νοημάτων που σχεδόν δεν υπάρχουν.
Με λίγα λόγια, η μεγαλεπήβολη μαλακία που τον καταδίκασε να κυλιέται μες στα σκατά του δικτύου, ίσως θα ναι αυτήν που θα τον σώσει. Αν σώζεται.
Σαν μουλάρι, λοιπόν, που ξέρει από χρόνια και περπατάει στο ίδιο μονοπάτι, ακόμα κι αν το αφεντικό του έχει πεθάνει, στρώθηκε και έγραψε το επιμύθιο.
Στρώθηκε δηλαδή και συνέταξε το τελευταίο του ποστ, το οποίο μεταξύ άλλων, κατέληγε:
“…αγαπητοί μου αναγνώστες, αποφάσισα να κάνω το κεφάλι μου λεωφόρο. Ανοιχτό ξέφραγο αμπέλι, αλάνα , χέρσο ξερό κάμπο,στέππα.Ξέφραγο και διαθέσιμο για κάθε διέλευση. Έτσι ελπίζω να ανακτήσω, ελάχιστη έστω, από την απολεσθείσα αξιοπρέπεια μου.
Επιλέγω πλέον, να κάνω αυτό που θέλω, δίχως να φοβάμαι μην μου πέσει ο ουρανός στο κεφάλι. Διαφεύγω της μέγγενης των ματαιωμένων στόχων, διότι δεν έχω πλέον στόχους. Από τον ¨απελπισμένο έρωτα της ουτοπίας¨ κρατώ μόνο τον έρωτα. Οι απελπισίες και οι ουτοπίες, πάνε καλιά τους. Αράζω άνετα επάνω στο αιώνιο αιχμηρό μου μεταίχμιο με την ίδια άνεση που θα ξάπλωνα πάνω σε υπέρδιπλο ανατομικό πουπουλένιο στρώμα, και ξεκουράζομαι. Αγνοώ επιδεικτικά την κοφτερή του λεπίδα. Προκειμένου να συνεχίσω να είμαι ένα πανικόβλητο και ανυπόληπτο αντικείμενο ¨μιας χρήσης¨... ένα αναξιοπρεπές σκεύος δικτυακής ηδονής, έρμαιο των διαθέσεων κάθε αδίστακτου αναγνώστη... καλύτερα να γίνω ένα χαρούμενο υποκείμενο ¨καμίας χρήσης¨…
Σκοπεύω να πέρδομαι ανά πενταλέπτου, καθ΄ όλη την ερχόμενη 25ετία…
ποστ όμως δεν ξανανεβάζω…”
Εξ αίφνης η χωροχρονική σαπουνόφουσκα έσκασε. Το ξόρκι έπιασε. Ο αλγόριθμος που θα έλυνε το φλέγον ζήτημα της ταχύτητας διαφυγής από την βαρύτητα της μελανής οπής του, βρέθηκε. Εικοσιπέντε χρόνια ανομολόγητων απελπισμένων προσπαθειών, και μόλις τώρα κατάφερε και συνέταξε την δεύτερη ανάρτηση του. Στη Σαλονίκη του 2031 άρχισε επιτέλους να ξημερώνει η 27η Οκτωβρίου. Την επομένη, στην υποθαλάσσια λεωφόρο του Θερμαϊκού, θα λάβει χώρα μεγάλη στρατιωτική παρέλαση, τη παρουσία του νεοεκλεγέντος πρωθυπουργού Αντρέα Παπανδρέου του Β΄.
Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009
Επετειακόν (volume 1)
Αυτό το βιολί το είχε αρχίσει κάποτε ανυποψίαστος… ενώ οι μέρες τότε ακόμα κάλπαζαν γύρω του. Σε μια στιγμή αδυναμίας…τον βρήκε μπόσικο το άτιμο το σακατιλίκι. Σε μια αποφράδα στιγμή, κατά την οποία τον είχε τυλίξει με παγωμένα πανιά ο τρόμος… υπέκυψε. Κατά τη διάρκεια ενός μόνο κολασμένου και ατέλειωτου δέκατου του δευτερολέπτου, ενέδωσε… και τον ρούφηξε η σιφονιέρα.
Τότε, σε μιαν αναλαμπή ενδόμυχης βεβαιότητας, πίστεψε ότι όλα γύρω του θα χαθούν, και θα βουλιάξουν τελεσίδικα μέσα στην επώδυνη ακινησία της μνήμης. Και αυτή του η βεβαιότητα, αποδείχτηκε το μοιραίο λάθος του. Αρχίνησε λοιπόν ασύστολα το πληκτρολογείν, νομίζοντας ο άμοιρος ότι κάτι θα περισώσει.
Και τα χρόνια περνούσαν.
Και ενώ η τρίχα που κρατούσε το στερέωμα στη θέση του έφθινε διαρκώς, και ο κίνδυνος του ολοκληρωτικού χαμού του παντός, παρέμενε ως μια βολική και ανεκτέλεστη απειλή, οι μέρες... το βιολί τους. Συνέχιζαν να καλπάζουν γύρω του σαν αφηνιασμένη αγέλη γκνού στις απέραντες σαβάνες της Ναμίμπια. Και το πληκτρολόγιο συνέχισε να παίρνει φωτιά. Κάθε βράδυ.
Έτσι ξεκίνησαν όλα. Τότε.
Και κάπως έτσι συνέχισαν.
Στην ακολουθία των ημερών, από ένας φτωχοδιάβολος της σειράς, μετετράπει σταδιακώς σε έναν φτωχοδιάβολο-βλόγερ, επίσης της σειράς. Μετουσιώθηκε σε έναν ακόμη απόστολο της μοναξιάς. Έναν προπομπό Ερμή –όχι της καθόδου των ψυχών στον Άδη-
αλλά της ανόδου (upload) των μικρόψυχων posts, στο κολασμένο wordpress.
Χρόνια ψώνιζε ¨ύφος¨ και δανεική αυτεπίγνωση από τις γυάλινες προθήκες του δικτύου, γιατροπορεύοντας τις ευπαθείς εκκρεμότητες της σκιερής πλευράς της μνήμης του. Και κουτσοβόλευε τις πάντα αειθαλείς δυσκολίες του βίου. Ως που έφτασε αισίως(και μαζί του και μεις) στην 26η Οκτωβρίου του 2031 μ.Χ. Ήτοι,25ο έτος μ.Β.(μετά Βλόγιν). Εορτή του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτη, μεγάλη η χάρη του.
Μεγάλη επίσης η χάρη, του 60ντάρη πλέον, κυβερνογραφέα μας.
Εικοσιπέντε συναπτά έτη την έβγαλε αβρόχοις ποσί, στα βρόχια του δικτύου.
Απόψε όμως, η γνωστή σε όλους επιτάχυνση, που επιβάλλεται άνωθεν, στην βαρυτική αλληλουχία των ημερών και στην εναλλαγή των καιρών, τον φυλάκισε εντός μιας χιμαιρικής εποχής. Εντός μιας αδρανούς χωροχρονικής σαπουνόφουσκας. Τον εγκλώβισε στις παρυφές του παρόντος του. Θα λεγε κανείς ότι, παγιδεύτηκε στον ορίζοντα γεγονότων της μελανής οπής του νου του. Εκεί κάπου μεταξύ του ¨χθες¨ του, και του ¨σήμερα¨ του.
Η 26η του μηνός Οκτωβρίου του 2031 λοιπόν, ωσονούπο τον αποχαιρετούσε . Η 27η όμως δεν έλεγε να φανεί.
Χρόνια τώρα μαθήτευε φρόνημα και σιωπηλά, στα θρανία ενός κατακερματισμένου, αλλά πάντα συνεπούς, ως προς τη ροή, χρόνου. Με τη γλώσσα σφιχτά τυλιγμένη ανάμεσα στα δόντια μετρούσε ο ευεργετηθείς, τα αυστηρά ¨τικ-τακ¨ του ευεργέτη χρόνου του. Το ελβετικό ρολόι του πανδαμάτωρος όμως, εσχάτως άρχισε να ρετάρει. Και με φρίκη άρχισε να διαπιστώνει αυτό που πάντα υποπτευόταν, αλλά δεν τολμούσε να αποδεχτεί. Ότι δηλαδή, κάθε μέρα, επί ένα τέταρτο του αιώνα, έγραφε διαρκώς το ίδιο κείμενο. Τα εκατοντάδες, εί μη χιλιάδες, ποστς της σταδιοδρομίας του δεν ήταν παρά διαφορετικές εκδοχές εκείνου του πρώτου-πρώτου ίδιου κι απαράλλαχτου, της 26ης Οκτωβρίου του σωτήριου έτους 2006 μ.Χ. Αλίμονο.
(συνεχίζεται)
Τότε, σε μιαν αναλαμπή ενδόμυχης βεβαιότητας, πίστεψε ότι όλα γύρω του θα χαθούν, και θα βουλιάξουν τελεσίδικα μέσα στην επώδυνη ακινησία της μνήμης. Και αυτή του η βεβαιότητα, αποδείχτηκε το μοιραίο λάθος του. Αρχίνησε λοιπόν ασύστολα το πληκτρολογείν, νομίζοντας ο άμοιρος ότι κάτι θα περισώσει.
Και τα χρόνια περνούσαν.
Και ενώ η τρίχα που κρατούσε το στερέωμα στη θέση του έφθινε διαρκώς, και ο κίνδυνος του ολοκληρωτικού χαμού του παντός, παρέμενε ως μια βολική και ανεκτέλεστη απειλή, οι μέρες... το βιολί τους. Συνέχιζαν να καλπάζουν γύρω του σαν αφηνιασμένη αγέλη γκνού στις απέραντες σαβάνες της Ναμίμπια. Και το πληκτρολόγιο συνέχισε να παίρνει φωτιά. Κάθε βράδυ.
Έτσι ξεκίνησαν όλα. Τότε.
Και κάπως έτσι συνέχισαν.
Στην ακολουθία των ημερών, από ένας φτωχοδιάβολος της σειράς, μετετράπει σταδιακώς σε έναν φτωχοδιάβολο-βλόγερ, επίσης της σειράς. Μετουσιώθηκε σε έναν ακόμη απόστολο της μοναξιάς. Έναν προπομπό Ερμή –όχι της καθόδου των ψυχών στον Άδη-
αλλά της ανόδου (upload) των μικρόψυχων posts, στο κολασμένο wordpress.
Χρόνια ψώνιζε ¨ύφος¨ και δανεική αυτεπίγνωση από τις γυάλινες προθήκες του δικτύου, γιατροπορεύοντας τις ευπαθείς εκκρεμότητες της σκιερής πλευράς της μνήμης του. Και κουτσοβόλευε τις πάντα αειθαλείς δυσκολίες του βίου. Ως που έφτασε αισίως(και μαζί του και μεις) στην 26η Οκτωβρίου του 2031 μ.Χ. Ήτοι,25ο έτος μ.Β.(μετά Βλόγιν). Εορτή του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτη, μεγάλη η χάρη του.
Μεγάλη επίσης η χάρη, του 60ντάρη πλέον, κυβερνογραφέα μας.
Εικοσιπέντε συναπτά έτη την έβγαλε αβρόχοις ποσί, στα βρόχια του δικτύου.
Απόψε όμως, η γνωστή σε όλους επιτάχυνση, που επιβάλλεται άνωθεν, στην βαρυτική αλληλουχία των ημερών και στην εναλλαγή των καιρών, τον φυλάκισε εντός μιας χιμαιρικής εποχής. Εντός μιας αδρανούς χωροχρονικής σαπουνόφουσκας. Τον εγκλώβισε στις παρυφές του παρόντος του. Θα λεγε κανείς ότι, παγιδεύτηκε στον ορίζοντα γεγονότων της μελανής οπής του νου του. Εκεί κάπου μεταξύ του ¨χθες¨ του, και του ¨σήμερα¨ του.
Η 26η του μηνός Οκτωβρίου του 2031 λοιπόν, ωσονούπο τον αποχαιρετούσε . Η 27η όμως δεν έλεγε να φανεί.
Χρόνια τώρα μαθήτευε φρόνημα και σιωπηλά, στα θρανία ενός κατακερματισμένου, αλλά πάντα συνεπούς, ως προς τη ροή, χρόνου. Με τη γλώσσα σφιχτά τυλιγμένη ανάμεσα στα δόντια μετρούσε ο ευεργετηθείς, τα αυστηρά ¨τικ-τακ¨ του ευεργέτη χρόνου του. Το ελβετικό ρολόι του πανδαμάτωρος όμως, εσχάτως άρχισε να ρετάρει. Και με φρίκη άρχισε να διαπιστώνει αυτό που πάντα υποπτευόταν, αλλά δεν τολμούσε να αποδεχτεί. Ότι δηλαδή, κάθε μέρα, επί ένα τέταρτο του αιώνα, έγραφε διαρκώς το ίδιο κείμενο. Τα εκατοντάδες, εί μη χιλιάδες, ποστς της σταδιοδρομίας του δεν ήταν παρά διαφορετικές εκδοχές εκείνου του πρώτου-πρώτου ίδιου κι απαράλλαχτου, της 26ης Οκτωβρίου του σωτήριου έτους 2006 μ.Χ. Αλίμονο.
(συνεχίζεται)
Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2009
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





