Με ψυχρή, επίπεδη, στιλπνή και υπερβολική γλώσσα, βρίθουσα λαθών και παρανοήσεων, ξεκινώ πάλι να καταγράψω τα πιο θερμά των ερωτικών συναισθημάτων, όπως τα αντιλαμβάνομαι. Μ΄ αρέσει η υπερβολή, διότι κατά βάθος πάντα με απωθούσε.
Ξεκινάω λοιπόν, κρατηθείτε από τας χειρολαβάς.
Μεσούσης της εφετινής βλογοσεζόν, και εν΄ όσο μαίνεται το παιχνίδι γύρω από τη βλογολιμνούλα με τις πάπιες, εμείς επιμένουμε να βάζουμε στον «τόκο» άπειρες λέξεις και φράσεις νομίζοντας πως θα «εισπράττουμε» μια ζωή…Παραπλανημένοι μέσα στην υπέρμετρη τυχαιότητα μας υποδυόμαστε τους αιωνίως εορτάζοντες νεόνυμφους. Δεν βαριέστε όμως … καθένας όπως νοιώθει.
Εξ αίφνης συνειδητοποιώ ότι όλο τούτο είναι συνάμα μάθημα, παγίδα και άμυνα.
Από την άλλη πάλι όμως, επίσης συνειδητοποιώ-και οφείλω να το πω για να ΄μαι δίκαιος- πως όντως είναι συναισθηματικά και ηθικά επωφελές να περιφέρεται κανείς μέσα σε τούτον τον ζωολογικό κήπο. Διότι αφ΄εαυτή της, ετούτη η συνήθεια εμπεριέχει έναν εκπαιδευτικό χαρακτήρα. ( παραδείγματος χάριν, το πρώτο-πρώτο που μαθαίνεις είναι ότι, στον κόσμο θα υπάρχουν ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι που θα θέλουν να σου πουν κάτι για το οποίο θα αδιαφορείς, και άλλοι τόσοι, ίσως και περισσότεροι, που θα αδιαφορούν για αυτά που θέλεις να τους πεις.)
Ποτέ ένα γομάρι, που σέβεται τον εαυτό του, σαν και του λόγου μου, δεν βγήκε χαμένο από την συναναστροφή με τόσες λιβελούλες, κουνελάκια, φάλαινες, κροκόδειλους, φίδια, γάτες, λάμα, καμηλοπαρδάλεις και λιοντάρια.
Παρ΄όλα αυτά με ξεκουράζει η ιδέα ότι η αληθινή ζωή, καθαρμένη και άτρωτη πάντα, θα στέκει εκεί έξω και θα με περιμένει. Θα μας περιμένει πάντα και θα μας υποδέχεται εύχαρης και δαιμονική ως οφείλει, όταν θα χουμε βαρεθεί τα κελαηδητά του δικτύου. Το μόνο που θα ζητάει από μας θα ναι η διαιώνισή της, δια μέσου της δικιάς μας. (σ΄ αυτό το σημείο κρύβονται τα θερμά ερωτικά συναισθήματα που για λόγους εντυπωσιασμού υποσχέθηκα στην αρχή) Είναι τόσο ολιγαρκής η άμοιρη η ζωή. Και μεις τόσο βουλιμικοί και αχόρταγοι μαζί της. Κορφολογούμε όλες τις επωφελείς ιδιότητές της και μόλις μας κουράσει ξανά αλληθωρίζουμε προς τη μεριά της αυθαίρετης ηλεκτρονικής dolce vita .
Είμαι σίγουρος λοιπόν, ότι πάντα θα μαθαίνω, όσο θα ανακατεύω τα βότσαλα, τα φύκια και τη λάσπη του βυθού ετούτης της λιμνούλας του «κυβερνιστάν».
Υποψιάζομαι όμως ότι, πάντα θα αμφιβάλω, για το κατά πόσο αυτά τα μαθήματα είναι πραγματικά χρήσιμα.
Δικαίως τώρα θα μου πείτε: «Πας καλά;»
Ατενίζοντας σας με εμπιστοσύνη, συντροφικότητα και αληθινή αγάπη θα σας πω:
«ποτέ δεν ισχυρίστηκα κάτι τέτοιο.»
Και εδώ βέβαια μοιραία κάποιος θα αναρωτηθεί, και εκφράζοντας πολλών την εύλογη απορία, θα ρωτήσει: «Ε τότε, προς τι όλα αυτά; Τι δηλοί ο μύθος που μας πουλάτε;»
«Τίποτα! Απολύτως τίποτα» θα απαντήσω με παρρησία. Τα έγραψα για να κάνω το χατίρι της αγαπητής divas που έπληττε (ελπίζω όχι πια).
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009
...την avatara μου μέσα...

Επειδή κάθε βλογεράς που τιμάει τα πανταλόνιά του οφείλει να μοστράρει και ένα
αξιοπρεπές προφίλ αβαταριούχου, κατέστην εκ των πραγμάτων υποχρεωμένος κάποια στιγμή να υποκλέψω και γω ένα από την τεράστια ποικιλία εικόνων και φωτογραφιών που παρεπιδημούν αδέσποτες σ΄αυτό το έρμο δίκτυο της ματαιοπονίας.
Καλούμαι δε τώρα, να υποστηρίξω τις επιλογές μου. Η ώρα ήγγικεν μοιραίως και δεν σηκώνει αναβολή, πολλώ δε μάλλον κατόπιν της ευγενούς προσκλήσεως της εριτίμου δίδος Ντιβός (diVa), η οποία, γιατί να το κρύψω άλλωστε, με ενέπνευσε σφόδρα με την δικιά της εξαιρετική επίδοση στην αβαταριολογοδοσία.
Εξικνουμένης λοιπόν της ανάγκης να γίνω μέλος του συνδέσμου αβαταριούχων βορείου Ελλάδος, ( με την κρυφή ελπίδα να εισχωρήσω και να αλώσω στο μέλλον, την Γενική γραμματεία της Πανελληνίου Ομοσπονδίας) βρέθηκα ενώπιον τινός δυσεπίλυτου γρίφου.
Ποιά αβατάρα άραγε θα απέδειδε ικανοποιητικά όλα εκείνα που με επιμέλεια παλεύω να αποκρύψω; Τυραννήθηκα μερόνυχτα. Έσπαγα, έσκιζα, τσαλάκωνα,απέρριπτα.
Στην αρχή σκέφτηκα αυτό:

αλλά το απέρριψα διότι είμαι ΠΑΟΚ, και αυτό δεν κρύβεται.
Στη συνέχεια σκέφτηκα αυτό:

απερρίφθει πάραυτα για κοινωνικούς λόγους. Τί θα σκεφτόταν η σύζυγος, οι φίλοι τα παιδιά;
Μια καλή λύση μου φάνηκε προς στιγμήν αυτό:

αλλά κατέληξα ότι το απωανατολίτικο look παραφορέθηκε.
Το αφηνιασμένο άλογο της Γκερνίκα...

κρίθηκε υπερφίαλο για έναν που αρέσκεται να προβάλει τη γαλήνη ως μια εκ ύψιστων αρετών.
Ο εξορκισμός της δαιμονισμένης γριάς πρόβαλε ως μια κάποια λύση...

...αλλά δεν απέδειδε όλο το εύρος της πλάνης μου.
Εν τέλει, ειλικρινά θα κατέληγα σ΄αυτό:

αν τελικά δεν ανακάλυπτα αυτό:

Το τελευταίο με γοήτευσε, αλλά θεώρησα ότι θα αποκάλυπτε σχεδόν το σύνολο της ψυχικής και σωματικής μου υπόστασης, και έκανα πίσω.
Για να μην μακρηγορώ ο τύπος με το θρυμματιζόμενο ματογυάλι,

ελλείψει κάτι πιο αβανταδόρικου προκρίθηκε και κέρδισε τη μάχη της καρδιάς μου.
Κατ΄αρχήν δεν έχει καμμία σχέση μαζί μου.
Δεν τον γνωρίζω.
Είναι κατά κοινή διαπίστωση γοητευτικός, δίχως τις υπερβολές τύπου Μπράντ Πιτ.
Δεν καπνίζει.
Έχει μαλλιά. (έτσι δείχνει τουλάχιστον)
Μπορεί να είναι μονόφθαλμος αλλά δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Απάλλαχτηκε από τα ματογυάλια του, ενώ εγώ τα έχω ακόμα ανάγκη.
Σε κοιτάει ίσια στα μάτια. Ενώ πρέπει να το αποφεύγουμε για την αποφυγή τραυματισμών.
Και επιτέλους παραπλανά ικανοποιητικά, σύμφωνα με τα στανταρτς που είχα εξ αρχής θέσει. Αν έχει και κατάλευκα δόντια είναι η τέλεια αβατάρα, σκέφτηκα.
Τα δικά μου, κίτρινα καθώς είναι από τα τσιγάρα και τους καφέδες,
θα έδιωχναν και τους τελευταίους, από τους έτσι κι αλλιώς ελάχιστους πελάτες.
Αυτά.
Ευχαριστώ για την πρόσκληση.
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009
η τεχνική ξεπερνιέται, η φύσις όχι
Το μπρούτζινο κουδούνι του νου μου, πότε αντηχάει και πότε σωπαίνει. Περνάει αυτό που λέμε «φάσεις». Πότε αποπειράται και αποζητά τον συγχρωτισμό με τον καθημερινό θόρυβο, και πότε παλεύει να κερδίσει λίγη γαλήνη. Έτσι είμαστε, απ΄τον οίστρο στην παύση, κι απ΄ τη ρήση στην εμμηνόπαυση.
Και ποιος δεν περνάει, (κυριολεκτικά και μεταφορικά), διάφορες και ποικίλες περιόδους στον βίο του. Την μπλέ, την κόκκινη, την κίτρινη, σαν τον Πικάσσο. Του αλκοόλ, της φούντας, του LSD, σαν τους ροκ σταρς του ΄70. Την αντιπολιτευτική ιδεολογική δημιουργικότητα, και κατόπιν την κυβερνητική πολιτική εμμηνόπαυση, σαν τους πολιτικούς. Όποιος δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη περιόδων στον τρέχοντα βίο του, είναι σαν να μην αναγνωρίζει την εγκυρότητα του β΄ νόμου της θερμοδυναμικής. Ποιος μπορεί να αρνηθεί φερ΄ειπείν, το γεγονός έστω και ενός απωθημένου ,ταλαίπωρου και ανεκπλήρωτου εφηβικού έρωτα; Ποιος δηλαδή δεν έχει μια τέτοια ματαιωμένη περίοδο να διηγηθεί (ή να αποκρύψει). Να θυμηθεί (ή να ξεχάσει). Ποιος;
Αν την αρνηθεί βέβαια, δεν τρέχει και τίποτα. Απλώς όλοι θα συμπεράνουμε ότι περνάει την περίοδο της ζωής του, που αργότερα θα ονομάζει: « Η περίοδος που αρνιόμουν την ύπαρξη του παλιού ματαιωμένου εφηβικού έρωτα» .
Τελευταία αισθάνομαι κάθε μέρα μια ακατανίκητη ανάγκη να πίνω τσάι με κουλουράκια βανίλιας, και να ακούω κονσέρτα (στη χειρότερη σονάτες) για βιολί και πιάνο, μπλογκάροντας. Καταλαβαίνω ότι η κατάσταση είναι κρίσιμη. Αλλά τι να κάνω, διανύω μια περίοδο. Άλλωστε έχω σχηματίσει μια ολοκληρωμένη γνώμη για αυτή μου την κατάσταση…(Πάντα φροντίζω να έχω μια γνώμη. Το πρόβλημα είναι ότι ενίοτε δεν συμφωνώ μαζί της).
Ανησύχησα ειλικρινά με αυτή μου τη στάση ( ε, όχι και μπαρόκ σονάτες). Δεν μου είχε ξανασυμβεί. ( Και να πεις ότι με κατέτρεχε καμιά κλασική παιδεία; Τουναντίον!)
Πήγα στη μάνα μου, το συζήτησα. «Ρε μάνα τι μου ΄βαζες να ακούω όταν ήσουν έγκυος;» « Τα καλύτερα παλικάρι μου…ότι άκουγε ο πατέρας σου… Στελλάρα, Μπιθί, Μάρκο…γιατί ρωτάς;» « Άσε τίποτα…θα σου πω άλλη φορά»
Προς στιγμήν ησύχασα. Όλα είχαν εξελιχθεί ομαλώς κατά την κύηση μου.
Παρ΄ όλα αυτά η άρρωστη συνήθεια μου να περιχαρακώνομαι στους εσωτερικούς μονολόγους μου δεν με άφηνε να ησυχάσω. Ίσως ο κάθε άνθρωπος γεννιέται με ένα ποσοστό αρμονίας, που με τα χρόνια μεταβάλλεται, ή και εκφυλίζεται. Σε μένα όπως φαίνεται η φθορά έλαβε καλπάζουσα μορφή. Το συζήτησα και με καναδυό φιλαράκια «πολυμεταχειρισμένα», με αειθαλή φιλία και καθαρό αφτί. Αλλά δεν καταλήξαμε κάπου.
Αναρωτιέμαι στο μέλλον, όταν θα μου ΄χει περάσει , πώς θα ονομάζω ετούτη την περίοδο..; Όταν θα μου ΄χει μείνει η αόριστη πικρή γεύση μια παλιάς «ελλειποβαρούς» περιόδου γεμάτης με andante cantabile, allegretto, βιόλες , κουλουράκια βανίλιας και μπλογκιν …τι θα μολογώ; πώς θα έχω καταχωρήσει τούτη την απατηλή εποχή; Μήπως ως μια ακόμα μικρή τεθλασμένη, στην αδιατάρακτη ευθεία του βίου ακροάσεως. Μήπως ως ένα διάφωτο, εν μέσω του ξεκούραστου «σκιερού» που εκτείνεται ένα γύρω; Ή μήπως, θα λέω πως πέρασα μια θλιβερή περίοδο κατά την οποία το κριτήριό μου, είχε κουράσει, και είχε κουραστεί;
Τίποτα. Κρέμομαι απ΄το τσιγκέλι ελλιπής, ευπαθής και ευάλωτος στις μύγες, σαν σφάγιο. Πρόκειται για μια περίοδο ενστικτώδους τάσης και προσήλωσης στην αυτοαναφορά. (σαν μπλόγκιν δηλαδή ένα πράμα). (Μια φίλη μου χε πει πριν λίγο καιρό , ερωτηθήσα τηλεφωνικώς, γιατί δεν αναρτά πλέον όλα εκείνα τα όμορφα που συνήθιζε να γράφει, και μου απάντησε, «μα διότι περνάω καλά». Με γοήτευσε η απάντησή της, και πολύ καλά μου έκανε.)
Μάλλον τελικά πρόκειται για μια γνήσια εσωτερική εκτίναξη θαμμένου μάγματος –μαλακίας, που σιγόκαιγε στα έγκατα της αναπνοής μου, περιμένοντας τη στιγμή να βγει στη επιφάνεια.
Ελπίζω να διασκεδάσατε.
Και ποιος δεν περνάει, (κυριολεκτικά και μεταφορικά), διάφορες και ποικίλες περιόδους στον βίο του. Την μπλέ, την κόκκινη, την κίτρινη, σαν τον Πικάσσο. Του αλκοόλ, της φούντας, του LSD, σαν τους ροκ σταρς του ΄70. Την αντιπολιτευτική ιδεολογική δημιουργικότητα, και κατόπιν την κυβερνητική πολιτική εμμηνόπαυση, σαν τους πολιτικούς. Όποιος δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη περιόδων στον τρέχοντα βίο του, είναι σαν να μην αναγνωρίζει την εγκυρότητα του β΄ νόμου της θερμοδυναμικής. Ποιος μπορεί να αρνηθεί φερ΄ειπείν, το γεγονός έστω και ενός απωθημένου ,ταλαίπωρου και ανεκπλήρωτου εφηβικού έρωτα; Ποιος δηλαδή δεν έχει μια τέτοια ματαιωμένη περίοδο να διηγηθεί (ή να αποκρύψει). Να θυμηθεί (ή να ξεχάσει). Ποιος;
Αν την αρνηθεί βέβαια, δεν τρέχει και τίποτα. Απλώς όλοι θα συμπεράνουμε ότι περνάει την περίοδο της ζωής του, που αργότερα θα ονομάζει: « Η περίοδος που αρνιόμουν την ύπαρξη του παλιού ματαιωμένου εφηβικού έρωτα» .
Τελευταία αισθάνομαι κάθε μέρα μια ακατανίκητη ανάγκη να πίνω τσάι με κουλουράκια βανίλιας, και να ακούω κονσέρτα (στη χειρότερη σονάτες) για βιολί και πιάνο, μπλογκάροντας. Καταλαβαίνω ότι η κατάσταση είναι κρίσιμη. Αλλά τι να κάνω, διανύω μια περίοδο. Άλλωστε έχω σχηματίσει μια ολοκληρωμένη γνώμη για αυτή μου την κατάσταση…(Πάντα φροντίζω να έχω μια γνώμη. Το πρόβλημα είναι ότι ενίοτε δεν συμφωνώ μαζί της).
Ανησύχησα ειλικρινά με αυτή μου τη στάση ( ε, όχι και μπαρόκ σονάτες). Δεν μου είχε ξανασυμβεί. ( Και να πεις ότι με κατέτρεχε καμιά κλασική παιδεία; Τουναντίον!)
Πήγα στη μάνα μου, το συζήτησα. «Ρε μάνα τι μου ΄βαζες να ακούω όταν ήσουν έγκυος;» « Τα καλύτερα παλικάρι μου…ότι άκουγε ο πατέρας σου… Στελλάρα, Μπιθί, Μάρκο…γιατί ρωτάς;» « Άσε τίποτα…θα σου πω άλλη φορά»
Προς στιγμήν ησύχασα. Όλα είχαν εξελιχθεί ομαλώς κατά την κύηση μου.
Παρ΄ όλα αυτά η άρρωστη συνήθεια μου να περιχαρακώνομαι στους εσωτερικούς μονολόγους μου δεν με άφηνε να ησυχάσω. Ίσως ο κάθε άνθρωπος γεννιέται με ένα ποσοστό αρμονίας, που με τα χρόνια μεταβάλλεται, ή και εκφυλίζεται. Σε μένα όπως φαίνεται η φθορά έλαβε καλπάζουσα μορφή. Το συζήτησα και με καναδυό φιλαράκια «πολυμεταχειρισμένα», με αειθαλή φιλία και καθαρό αφτί. Αλλά δεν καταλήξαμε κάπου.
Αναρωτιέμαι στο μέλλον, όταν θα μου ΄χει περάσει , πώς θα ονομάζω ετούτη την περίοδο..; Όταν θα μου ΄χει μείνει η αόριστη πικρή γεύση μια παλιάς «ελλειποβαρούς» περιόδου γεμάτης με andante cantabile, allegretto, βιόλες , κουλουράκια βανίλιας και μπλογκιν …τι θα μολογώ; πώς θα έχω καταχωρήσει τούτη την απατηλή εποχή; Μήπως ως μια ακόμα μικρή τεθλασμένη, στην αδιατάρακτη ευθεία του βίου ακροάσεως. Μήπως ως ένα διάφωτο, εν μέσω του ξεκούραστου «σκιερού» που εκτείνεται ένα γύρω; Ή μήπως, θα λέω πως πέρασα μια θλιβερή περίοδο κατά την οποία το κριτήριό μου, είχε κουράσει, και είχε κουραστεί;
Τίποτα. Κρέμομαι απ΄το τσιγκέλι ελλιπής, ευπαθής και ευάλωτος στις μύγες, σαν σφάγιο. Πρόκειται για μια περίοδο ενστικτώδους τάσης και προσήλωσης στην αυτοαναφορά. (σαν μπλόγκιν δηλαδή ένα πράμα). (Μια φίλη μου χε πει πριν λίγο καιρό , ερωτηθήσα τηλεφωνικώς, γιατί δεν αναρτά πλέον όλα εκείνα τα όμορφα που συνήθιζε να γράφει, και μου απάντησε, «μα διότι περνάω καλά». Με γοήτευσε η απάντησή της, και πολύ καλά μου έκανε.)
Μάλλον τελικά πρόκειται για μια γνήσια εσωτερική εκτίναξη θαμμένου μάγματος –μαλακίας, που σιγόκαιγε στα έγκατα της αναπνοής μου, περιμένοντας τη στιγμή να βγει στη επιφάνεια.
Ελπίζω να διασκεδάσατε.
Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009
η καθ΄ ημάς Δύση
«δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα με την ευρωπαϊκή ένωση ….
…η παροχή των 500 εκ. ευρω ως αποζημίωση για τους αγρότες,
είναι απολύτως εντός των πλαισίων της κοινοτικής νομιμότητας….
(απόδειξη ότι: )
…επικοινώνησα με την αρμόδια κοινοτική επίτροπο…
…δυστυχώς όμως δεν κατέστη δυνατό να συνομιλήσουμε…
…οι αγρότες επιστρέφουν στα κτήματα και στα σπίτια τους…
…λυπούμαι που απέτυχαν όλοι οι επιτελάρχες της έντασης…»
Σωτήρης Χατζηγάκης Υπουργός Αγροτικής ανάπτυξης
Αν παραμερίσεις για λίγο το ύφος του γνωστού γόνιμου υπουργικού ορθού λόγου.
Αν αφαιρέσεις με προσοχή το πέπλο του ώριμου, και στιβαρού,
και υπεύθυνου πολιτικού λόγου.
Αν χαλαρώσεις τον στενό (αλλά απαραίτητο) κορσέ της σώφρονος οπτικής και της καθαρής ματιάς,
που η δυτική μας παράδοση μας επιβάλει,
και με την οποία πασιφανώς κληροδοτήθηκε ανοιχτόχερα ετούτος
ο δεινός χειριστής της «γλώσσας»
και διαχειριστής των αγροτικών κρίσεων,
αυτό που απομένει από αυτά τα σοφά λεκτικά θραύσματα ,
είναι το διαυγές μυστήριο της υπερβατικής και πλανεύτρας ανατολής.
…η παροχή των 500 εκ. ευρω ως αποζημίωση για τους αγρότες,
είναι απολύτως εντός των πλαισίων της κοινοτικής νομιμότητας….
(απόδειξη ότι: )
…επικοινώνησα με την αρμόδια κοινοτική επίτροπο…
…δυστυχώς όμως δεν κατέστη δυνατό να συνομιλήσουμε…
…οι αγρότες επιστρέφουν στα κτήματα και στα σπίτια τους…
…λυπούμαι που απέτυχαν όλοι οι επιτελάρχες της έντασης…»
Σωτήρης Χατζηγάκης Υπουργός Αγροτικής ανάπτυξης
Αν παραμερίσεις για λίγο το ύφος του γνωστού γόνιμου υπουργικού ορθού λόγου.
Αν αφαιρέσεις με προσοχή το πέπλο του ώριμου, και στιβαρού,
και υπεύθυνου πολιτικού λόγου.
Αν χαλαρώσεις τον στενό (αλλά απαραίτητο) κορσέ της σώφρονος οπτικής και της καθαρής ματιάς,
που η δυτική μας παράδοση μας επιβάλει,
και με την οποία πασιφανώς κληροδοτήθηκε ανοιχτόχερα ετούτος
ο δεινός χειριστής της «γλώσσας»
και διαχειριστής των αγροτικών κρίσεων,
αυτό που απομένει από αυτά τα σοφά λεκτικά θραύσματα ,
είναι το διαυγές μυστήριο της υπερβατικής και πλανεύτρας ανατολής.
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009
Υπάρχει πρόοδος στον τρόπο που διαβάζει κανείς;
Το εναποθηκευμένο πρόσθετο υλικό, που προσφέρει η «φωνή» κάθε ιστολόγου στο δίκτυο, δεν μπορεί επ΄ ουδενί να χαρακτηριστεί εντελώς άχρηστο υλικό. Ποτέ δεν ξέρεις σε ποιόν θα χρησιμεύσει. Κάθε ιστολόγιο, είτε κακόμοιρο, είτε πολυτελές, είτε ατημέλητο… είτε αθώο, είτε ένοχο, όπως κι αν είναι, τέλειο ή ασύμμετρο, μωβ, μπλε, ροζ, μαύρο ή λευκό, ότι κι αν βούλεται, ότι κι αν αντιμάχεται, έχει ένα χαρακτηριστικό που το συνδέει με οποιοδήποτε άλλο: Μετεωρίζεται ανάλαφρα από μόνο του, μεταφέροντας μια «φωνή» ανίδεης κατανόησης για τον ίδιο του τον εαυτό.
Οι χλιδάτες ποσότητες των δεκάδων ή εκατοντάδων σχολίων αυτοεξουδετερώνονται εν είδει ονείρου που το έδιωξε η πρωινή αύρα, και οι υψηλές ποιότητες των χιλιάδων ή των ελάχιστων 5-6 σχολίων αυτοαξιοποιούνται εν είδει πετυχημένου αυνανισμού. (άμα πετύχει η μαλακία, τύφλα να ΄χει …)
Απ΄ την άκρα αριστερά ως την άκρα δεξιά της ιστολογικής κλίμακας, οι λέξεις θυσιάζονται με αυταπάρνηση και υποφέρουν ειλικρινώς. Οι φράσεις εκφράζουν τη βαθύτατη ευγνωμοσύνη τους στο αχανές δίκτυο. Και οι παράγραφοι νέμονται ξεδιάντροπα την υπεραξία της τεχνικής υποστήριξής του. Αυτό είναι θαρρώ το ενιαίο υποσυνείδητο που διέπει όλη την κλίμακα.
Ο καθείς συναντιέται με άπειρες λαμπερές ιδέες και άλλες τόσες σκοτεινές λέξεις.
Αναμοχλεύοντας τον βούρκο τους, θολώνει τα νερά και φτιάχνει τις δικές του.
(τι μας λες ρε μεγάλε…)
Ευτυχώς σε τούτο το λούνα- παρκ, σε τούτη την ανεκτίμητη παρέα, ο καθένας κατανοεί και ερμηνεύει αρκούντως λανθασμένα τον καθένα άλλο, ώστε κανείς δεν κινδυνεύει να κατηγορηθεί για λογοκλοπή. Όλοι διατρέχουν εκατοντάδες ρομαντικά βράδια και ερωτικά πρωινά μόνοι τους, υποφέροντας από περιοδικούς αιφνίδιους οίκτους, πότε για τους άλλους και πότε για τον εαυτό τους.
Οι σαράντα χρόνοι χαιρεκακίας που κουβαλάω πίσω μου δεν με βοήθησαν να καταφέρω να μην συγχέω αυτά που ήθελα να πω, με αυτά που τελικά λέω. Λυπάμαι.
Ούτε βέβαια με βοήθησαν να προοδεύσω τον τρόπο που τα διατυπώνω γραπτώς.
Τα δύο τρία χρόνια όμως που διαβάζω όλα τούτα
τα εξαρθρωμένα, τα μαγικά, τα ετερόκλητα…
τα πειθαναγκαστικά, τα τρυφερά, τα γλιτσιάρικα…
τα συγκινητικά, τα στρατευμένα, τα νευρωτικά…
τα πρωθύστερα, τα ανάδρομα, τα άπνοα…
τα ευφυή, τα λογοτεχνικά, τα λοξά…
τα επιμελημένα και τα ατημέλητα…
με βοήθησαν να βελτιώσω τον τρόπο που διαβάζω.
Για αυτό λέω, ποτέ δεν ξέρεις σε ποιόν θα χρησιμεύσει τί.
Ευχαριστώ.
Οι χλιδάτες ποσότητες των δεκάδων ή εκατοντάδων σχολίων αυτοεξουδετερώνονται εν είδει ονείρου που το έδιωξε η πρωινή αύρα, και οι υψηλές ποιότητες των χιλιάδων ή των ελάχιστων 5-6 σχολίων αυτοαξιοποιούνται εν είδει πετυχημένου αυνανισμού. (άμα πετύχει η μαλακία, τύφλα να ΄χει …)
Απ΄ την άκρα αριστερά ως την άκρα δεξιά της ιστολογικής κλίμακας, οι λέξεις θυσιάζονται με αυταπάρνηση και υποφέρουν ειλικρινώς. Οι φράσεις εκφράζουν τη βαθύτατη ευγνωμοσύνη τους στο αχανές δίκτυο. Και οι παράγραφοι νέμονται ξεδιάντροπα την υπεραξία της τεχνικής υποστήριξής του. Αυτό είναι θαρρώ το ενιαίο υποσυνείδητο που διέπει όλη την κλίμακα.
Ο καθείς συναντιέται με άπειρες λαμπερές ιδέες και άλλες τόσες σκοτεινές λέξεις.
Αναμοχλεύοντας τον βούρκο τους, θολώνει τα νερά και φτιάχνει τις δικές του.
(τι μας λες ρε μεγάλε…)
Ευτυχώς σε τούτο το λούνα- παρκ, σε τούτη την ανεκτίμητη παρέα, ο καθένας κατανοεί και ερμηνεύει αρκούντως λανθασμένα τον καθένα άλλο, ώστε κανείς δεν κινδυνεύει να κατηγορηθεί για λογοκλοπή. Όλοι διατρέχουν εκατοντάδες ρομαντικά βράδια και ερωτικά πρωινά μόνοι τους, υποφέροντας από περιοδικούς αιφνίδιους οίκτους, πότε για τους άλλους και πότε για τον εαυτό τους.
Οι σαράντα χρόνοι χαιρεκακίας που κουβαλάω πίσω μου δεν με βοήθησαν να καταφέρω να μην συγχέω αυτά που ήθελα να πω, με αυτά που τελικά λέω. Λυπάμαι.
Ούτε βέβαια με βοήθησαν να προοδεύσω τον τρόπο που τα διατυπώνω γραπτώς.
Τα δύο τρία χρόνια όμως που διαβάζω όλα τούτα
τα εξαρθρωμένα, τα μαγικά, τα ετερόκλητα…
τα πειθαναγκαστικά, τα τρυφερά, τα γλιτσιάρικα…
τα συγκινητικά, τα στρατευμένα, τα νευρωτικά…
τα πρωθύστερα, τα ανάδρομα, τα άπνοα…
τα ευφυή, τα λογοτεχνικά, τα λοξά…
τα επιμελημένα και τα ατημέλητα…
με βοήθησαν να βελτιώσω τον τρόπο που διαβάζω.
Για αυτό λέω, ποτέ δεν ξέρεις σε ποιόν θα χρησιμεύσει τί.
Ευχαριστώ.
Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2009
κείμενο λογικού χαρακτήρα, που ωστόσο απέχει πόρρω από αυτό που θα ονομάζαμε αξιέπαινη προσπάθεια
Το ανέκδοτο χειρόγραφο, ενός αγνώστου συγγραφέως, του οποίου χειρογράφου ουδείς ποτέ έτυχε την χαρά της ανάγνωσης , μοιραίως καθίσταται φύσει ανύπαρκτο.
Αυτό άλλωστε το συμπέρασμα θα επέβαλε η λογική και σημειολογική τάξη.
Ει μη μόνον εάν, κάποιος (έστω ένας, έστω για μια στιγμή) λαχτάρισε διακαώς , έστω και ανεπιτυχώς, να διαβάσει το χειρόγραφο, τότε ηδύνατο να θεωρηθεί θέσει υπαρκτό. Αν και φύσει ανύπαρκτο.
Τούτη η σημαίνουσα αντίθεση μπορεί να αποτελέσει αίτιο παρουσίας και μέσο διάκρισης, κάθε εν δυνάμει ύπαρξης. Έστω και ανύπαρκτης.
Διότι, οτιδήποτε ανύπαρκτο (ή έστω επιδεικτικά απόν) υφίσταται, εξ αιτίας κάποιας απουσίας βούλησης του υποκειμένου να αποδεχθεί την μη-ύπαρξη του.
Εάν χάριν λογο-παιγνίου, γυρνούσαμε το σακάκι και τα μανίκια τούτου του συλλογισμού προς τα μέσα, θα μπορούσαμε άραγε να υποθέσουμε ότι, η «εωσφορική» λαχτάρα και βούληση τινός, να ανακαλύψει και να αποδείξει την ύπαρξη μιας εποχής κατά τη οποία τα πάντα είναι ανύπαρκτα, θα ήταν δυνατό να επιφέρει ( αν όχι πλήρη ανυπαρξία των πάντων) τουλάχιστον ένα ισχυρό ράπισμα σε όσους ταυτολόγους προσδοκούν πνευματική δικαίωση (ή διεκδικούν πνευματικά δικαιώματα) επί του: «Εγώ ειμί η Αρχή» ;
«Σιγά μην είσαι ρε μεγάλε» θα απαντούσε ένας ετερολόγος.
Πάντως είτε επιλέγουμε τους ξεκούραστους συνειρμούς των ταυτολόγων, είτε τα λογοπαίγνια των ετερολόγων, καλό είναι να εξοικειωνόμαστε με την αστειότητα.
Αρκεί πάντα να αστειευόμαστε στα σοβαρά.
Αυτό άλλωστε το συμπέρασμα θα επέβαλε η λογική και σημειολογική τάξη.
Ει μη μόνον εάν, κάποιος (έστω ένας, έστω για μια στιγμή) λαχτάρισε διακαώς , έστω και ανεπιτυχώς, να διαβάσει το χειρόγραφο, τότε ηδύνατο να θεωρηθεί θέσει υπαρκτό. Αν και φύσει ανύπαρκτο.
Τούτη η σημαίνουσα αντίθεση μπορεί να αποτελέσει αίτιο παρουσίας και μέσο διάκρισης, κάθε εν δυνάμει ύπαρξης. Έστω και ανύπαρκτης.
Διότι, οτιδήποτε ανύπαρκτο (ή έστω επιδεικτικά απόν) υφίσταται, εξ αιτίας κάποιας απουσίας βούλησης του υποκειμένου να αποδεχθεί την μη-ύπαρξη του.
Εάν χάριν λογο-παιγνίου, γυρνούσαμε το σακάκι και τα μανίκια τούτου του συλλογισμού προς τα μέσα, θα μπορούσαμε άραγε να υποθέσουμε ότι, η «εωσφορική» λαχτάρα και βούληση τινός, να ανακαλύψει και να αποδείξει την ύπαρξη μιας εποχής κατά τη οποία τα πάντα είναι ανύπαρκτα, θα ήταν δυνατό να επιφέρει ( αν όχι πλήρη ανυπαρξία των πάντων) τουλάχιστον ένα ισχυρό ράπισμα σε όσους ταυτολόγους προσδοκούν πνευματική δικαίωση (ή διεκδικούν πνευματικά δικαιώματα) επί του: «Εγώ ειμί η Αρχή» ;
«Σιγά μην είσαι ρε μεγάλε» θα απαντούσε ένας ετερολόγος.
Πάντως είτε επιλέγουμε τους ξεκούραστους συνειρμούς των ταυτολόγων, είτε τα λογοπαίγνια των ετερολόγων, καλό είναι να εξοικειωνόμαστε με την αστειότητα.
Αρκεί πάντα να αστειευόμαστε στα σοβαρά.
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009
γκράφιτι
Δεν θα συνηθίσεις ποτέ στην μοναξιά. Κι ας λένε ότι συνηθίζεται.
Την μοναξιά της διαρκούς εντός σου διαμάχης, καθώς περπατάς ασκόπως στους δρόμους, δεν θα την συνηθίσεις ποτέ, διότι ποτέ κανείς δεν την συνήθισε. Όσο κοντεύεις να τη «μάθεις», τόσο ξεθωριάζεις. Στο λέω, σε τούτο το ζήτημα δυστυχώς, είσαι ευάλωτος και ληξιπρόθεσμος. Σαν γιαούρτι.
Να λες πάλι καλά, που τούτη η ένδεια της συνεχούς διαμάχης δεν αφήνει χώρο στις τύψεις. Πότε παίρνει κεφάλι ο λόγος, πότε τα πάθη. Πότε ο θύτης, και πότε τα θύματα. Έτσι είναι οι διαμάχες. Χάνεις κερδίζεις, γλυτώνεις από την διανοητική επιδημία των τύψεων.
«ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ ΤΟΝ ΠΑΙΡΝΕΙ» έγραφε το γκράφιτι στον μπεζ τοίχο του απέναντι πεζοδρομίου της οδού Αμύντα 31-33. Το διάβασες κατά την τελευταία άσκοπη περιπλάνησή σου στους δρόμους. Και εξόκειλες τρανταχτά και με σφοδρότητα, σε ένα αμυδρό υπομειδίαμα. Όντας, όχι-ξεκάθαρα πραγματολογική ετούτη η δήλωση, μεταφέρει έναν υποβόσκοντα κανονιστικό χαρακτήρα, θέτοντας ηθικά ζητήματα. Υποδηλώνει δε, και μια απελπισμένη μακαριότητα του συντάκτη της. (Πάντως, διαβάζοντας τους τοίχους κανείς, καταλαβαίνει γιατί τα βιβλία τυπώνονται και εκδίδονται στο σχήμα που… τυπώνονται και εκδίδονται).
Οι άσκοποι δρόμοι εμπρός σου, άρχισαν να αργοσβήνουν. Σχεδόν να εξαφανίζονται.
Ενώπιον , λοιπόν, του φάσματος της εξαφάνισης των δρόμων μπρος από τα μάτια σου, κάθεσαι στο πρώτο καφενείο της οδού Αμύντα, που προς στιγμήν διασώζεται, (ως δρόμος). Εντός μόλις πενταλέπτου, επάνω στο τραπέζι πάλλετε κριτσανιστή μια μπύρα . Ζωντανή, δροσερή, των 500 ml, όμορφη από μόνη της, δίχως ψιμύθια και καλλωπισμούς. Η απόλυτη συντριβή της επιθυμίας να την πιείς, θα έρθει αργότερα. Αλλά μετά την τρίτη φιάλη. Στην πρώτη γερή γουλιά, το επικό γκράφιτι ξαναγράφεται από μόνο του, πάνω στην γλιτσιασμένη μελαμίνη του τραπεζιού: «ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ ΤΟΝ ΠΑΙΡΝΕΙ»
Α) Το νέο έτος ήταν ενήμερο αυτής της εξέλιξης; ή έβαινε ανυποψίαστο;
Β) Το απερχόμενο έτος άραγε, τον έπαιρνε;
Γ) Δικαιούνται τα έτη, γενικώς, να τον παίρνουν;
Δ) Εάν το ίδιο δεν ευθύνεται για το γεγονός, υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι
για τους οποίους έτυχε τέτοιας μεταχείρισης; ή ήταν τυχαίο;
Ε) Απ΄ τη στιγμή που συνειδητοποίησε την τροπή που έλαβε η υπόθεση της
έλευσής του, πώς αντιμετωπίζει την κατάσταση;
Ε1) ειλικρινώς απεύχεται την συνέχιση της άβολης κατάστασης; Ή,
Ε2) κρυφίως την απολαμβάνει;
Την μοναξιά της διαρκούς εντός σου διαμάχης, καθώς περπατάς ασκόπως στους δρόμους, δεν θα την συνηθίσεις ποτέ, διότι ποτέ κανείς δεν την συνήθισε. Όσο κοντεύεις να τη «μάθεις», τόσο ξεθωριάζεις. Στο λέω, σε τούτο το ζήτημα δυστυχώς, είσαι ευάλωτος και ληξιπρόθεσμος. Σαν γιαούρτι.
Να λες πάλι καλά, που τούτη η ένδεια της συνεχούς διαμάχης δεν αφήνει χώρο στις τύψεις. Πότε παίρνει κεφάλι ο λόγος, πότε τα πάθη. Πότε ο θύτης, και πότε τα θύματα. Έτσι είναι οι διαμάχες. Χάνεις κερδίζεις, γλυτώνεις από την διανοητική επιδημία των τύψεων.
«ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ ΤΟΝ ΠΑΙΡΝΕΙ» έγραφε το γκράφιτι στον μπεζ τοίχο του απέναντι πεζοδρομίου της οδού Αμύντα 31-33. Το διάβασες κατά την τελευταία άσκοπη περιπλάνησή σου στους δρόμους. Και εξόκειλες τρανταχτά και με σφοδρότητα, σε ένα αμυδρό υπομειδίαμα. Όντας, όχι-ξεκάθαρα πραγματολογική ετούτη η δήλωση, μεταφέρει έναν υποβόσκοντα κανονιστικό χαρακτήρα, θέτοντας ηθικά ζητήματα. Υποδηλώνει δε, και μια απελπισμένη μακαριότητα του συντάκτη της. (Πάντως, διαβάζοντας τους τοίχους κανείς, καταλαβαίνει γιατί τα βιβλία τυπώνονται και εκδίδονται στο σχήμα που… τυπώνονται και εκδίδονται).
Οι άσκοποι δρόμοι εμπρός σου, άρχισαν να αργοσβήνουν. Σχεδόν να εξαφανίζονται.
Ενώπιον , λοιπόν, του φάσματος της εξαφάνισης των δρόμων μπρος από τα μάτια σου, κάθεσαι στο πρώτο καφενείο της οδού Αμύντα, που προς στιγμήν διασώζεται, (ως δρόμος). Εντός μόλις πενταλέπτου, επάνω στο τραπέζι πάλλετε κριτσανιστή μια μπύρα . Ζωντανή, δροσερή, των 500 ml, όμορφη από μόνη της, δίχως ψιμύθια και καλλωπισμούς. Η απόλυτη συντριβή της επιθυμίας να την πιείς, θα έρθει αργότερα. Αλλά μετά την τρίτη φιάλη. Στην πρώτη γερή γουλιά, το επικό γκράφιτι ξαναγράφεται από μόνο του, πάνω στην γλιτσιασμένη μελαμίνη του τραπεζιού: «ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ ΤΟΝ ΠΑΙΡΝΕΙ»
Α) Το νέο έτος ήταν ενήμερο αυτής της εξέλιξης; ή έβαινε ανυποψίαστο;
Β) Το απερχόμενο έτος άραγε, τον έπαιρνε;
Γ) Δικαιούνται τα έτη, γενικώς, να τον παίρνουν;
Δ) Εάν το ίδιο δεν ευθύνεται για το γεγονός, υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι
για τους οποίους έτυχε τέτοιας μεταχείρισης; ή ήταν τυχαίο;
Ε) Απ΄ τη στιγμή που συνειδητοποίησε την τροπή που έλαβε η υπόθεση της
έλευσής του, πώς αντιμετωπίζει την κατάσταση;
Ε1) ειλικρινώς απεύχεται την συνέχιση της άβολης κατάστασης; Ή,
Ε2) κρυφίως την απολαμβάνει;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
