Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008

βρε αι... 2


Η παρακολούθηση της επικαιρότητας με ρυθμό «δελτίου των 8» μοιάζει με εκπαίδευση σκύλου. Αδυνατώντας να ξεφύγεις από τη ζώνη του λυκόφωτος της εντυπωσιοθηρίας και της τζάμπα καταγγελίας, αρκείσαι στα «πάνω-πάνω».
Ίσα δηλαδή που ξαφρίζεις την γλίτσα που βγαίνει στην επιφάνεια του –από μόνο του- ανεπαρκή πολιτικοκοινωνικοικονομικού διαλόγου των θεραπόντων των δελτίων.
Με τη γλώσσα λοξά κρεμάμενη, όξω απ΄ το στόμα, μαθαίνεις να τρέχεις να πιάσεις το ξύλο και να το επιστρέψεις στο αφεντικό, για να στο ξαναπετάξει μακρύτερα.
Άμα λάχει και διαβάσεις και καμιά «κεντρική» ανάλυση, καμιάς κυριακάτικης έκδοσης, τότε πια αναβαθμίζεσαι σε κείνο το επίπεδο των «ευφυών» σκύλων που οσφραίνονται το επίπεδο του σακχάρου στο αίμα των αφεντικών τους. Παρότι όμως, το να ανιχνεύεις τις γλυκαιμικές κρίσεις και να προλαμβάνεις πιθανά ισχαιμικά επεισόδια του αφεντικού σου, αποτελεί σημαντικό και θεάρεστο έργο, (έστω και αν εκτελείται με αμοιβή ένα γκουρμέ κόκαλο), δυστυχώς δεν σε κάνει σοφότερο αποτιμητή και ερμηνευτή των όσων συμβαίνουν γύρω σου και εντός σου.
Ωσάν πιστός σε μια μάταιη αγάπη αιωνίως, είσαι καταδικασμένος να ολοφύρεσαι γύρω από τραγικές και αλλεπάλληλες παρανοήσεις.
Κάθεσαι, χυμένος λαπάς, στον καναπέ, και ακτινοβολείς ολόκληρος την ενστικτώδη αλαζονεία του αφοσιωμένου μπάτλερ. Με μισότυφλη υπερηφάνεια θυσιάζεσαι στο βωμό της πρόχειρης υπεραπλούστευσης.
Σε τελική ανάλυση καλά κάνεις. Θυσιάζεσαι για το κοινό σου. Το οποίο κοινό κομψευόμενο, σε βλέπει και σε καμαρώνει μέσα απ΄ το εκράν, και ας μην το ξέρεις.
Μαλάκα.
Πρέπει να το ομολογήσουμε, αποτυγχάνουμε διότι αρκούμαστε σε μια σιωπηλή αναπαράσταση. Το risk management απέτυχε διότι δεν υπήρχε. Ανάμεσα σε τόσες και τόσες σκυλίσιες ζωές, διαλέξαμε την πιο σκυλίσια.
Εντελώς μαλάκες.

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

βρε άι...


Προχτές το αφεντικό σχόλασε δέκα. Τους σχόλασε και φούμαρε ένα σιγαρέτο slim για τον καθένα χωριστά. Σε στυλ «καίω το τσιγάρο τούτο στην σεπτή μνήμη της πεφιλημένης θέσης εργασίας η οποία τόσο άδικα, αλλά και τόσο μοιραία απωλέσθη».
Η προσφιλής και καλοζυγισμένη τάση-στάση των εργοδοτών προς την στοχαστική αυτό-ικανοποίηση τον οδήγησε να πράξει το αυτονόητο, να τηρήσει δηλ. και επιπλέον ενός λεπτού σιγή και για τους δέκα. Έξι ολόκληρα δευτερόλεπτα σιγής για τον καθένα. Κατόπιν κοίταξε το έργο του και απεφάνθη πως ορθώς έπραξε, και έκλεισε με απαράμιλλο στυλ την πόρτα του γραφείου. Προχτές το αφεντικό απέλυσε δέκα. Και οι δέκα με παιδιά, στεγαστικά, καταναλωτικά, vises, masters,μπρίζες,μίζες,σχίζες κτλ. Καλούμαι τώρα με τη σειρά μου και αποτίω φόρο τιμής στο περιπετειώδες, ενιαίο και «τέλειο» ζήτημα της, εν γένει, ανθρώπινης αναγκαιότητας. Αλλά πώς να ασκήσεις όψιμη κριτική στον καπιταλισμό με μόνο όπλο λίγο νεανικό κολλυβο-μαρξισμό, και μπόλικο υγιή σύγχρονο θεολογικού τύπου βολικό φιλοτομαρισμό. «Η οικονομική κρίση βλέπετε…» αποφαινόμαστε με ύφος εμβριθούς μελετητή έγκριτων θεολογικών βιβλίων του δόγματος του Μοναδικού Αληθινού Ιερού ελεύθερου ανταγωνισμού. Εντάξει, το μοτίβο του περιχαρούς διαλεκτικού υλισμού μπορεί ακόμα να υποστηρίζει εντός μου ένα σχετικά σταθερό φρούριο κριτικής και φιλολογικού νοιαξίματος για τον κόσμο, αλλά μπρος στην κυνική θεολογία της πίστης και της δύναμης, δεν πιάνει μπάζα. Το ζήτημα παραμένει ότι προχτές τ΄ αφεντικό σχόλασε δέκα Στο «θολωμένο μας μυαλό» στήνεται μια άνευ προηγουμένου συμπαιγνία. «Δουλέψτε καθίκια-τεμπέληδες διότι θα βρεθείτε στα σοκάκια για παρακαλετό μεροκάματο.» Στήνεται η συμπαιγνία κάτω από σωρούς ερειπωμένων πεποιθήσεων, και λυμαίνεται τα τελευταία ψήγματα ενθουσιασμού που διαθέτουμε. Οι κινήσεις των τεκτονικών πλακών του οικονομικού φλοιού της γης, παράγουν σκληρές προειδοποιήσεις με αποδέκτες τα σπλάχνα μας. Μάλλον δεν πρόκειται για παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, όπως εμβριθώς σχολιάζουν αλαλάζοντες οι φτερωτοί εγκέφαλοι της μακροοικονομίας. Μάλλον ήρθε , για άλλη μια φορά η στιγμή να αποδώσουνε ( οι υποψήφιοι κολασμένοι της γης) τις οφειλώμενες προσήκουσες τιμές, (με την γνωστή εύγλωττη αμηχανία τους), στον εφιάλτη της καθημερινής αναγκαιότητας. Μιλάω υπακούοντας στις ακάλυπτες επιταγές του πάθους μου. Ελίσσομαι για να φανώ ευγενής, κατά βάση όμως είμαι
ένας άξεστος θυμωμένος αλήτης. Περιφέρω τον θυμό μου και τις ψευτο-διορατικές μου ιδέες, προς άγρα πελατών, μιλώντας την καμουφλαρισμένη αρχαία γλώσσα του χυδαίου ωφελιμισμού. Ανακαλύπτω και αποκαλύπτω μυστικές συνδιαλλαγές, ,μπας και εξασφαλίσω την θεϊκή εύνοια για πάρτη μου. Αναζητώ την τέλεια γλώσσα για να πω τις απόλυτες μαλακίες.
«Αυτό-οργάνωση σύντροφοι»
«Βρε αϊ γαμήσου κομμούνι»
Πολιτισμένη μεν, αξεδιάλυτη δε η υπόθεση μας.
«Κουφάλες αστοί, ζω για να σας δω να υποφέρετε.»
Δεν σας σώζει τώρα ούτε Χριστός ,ούτε Ερμής τρισμέγιστος, ούτε Όσιρις.
Οι εισηγούμενες, εισηγημένες, εισηγμένες, εισηγητικές προτάσεις τεχνικών εξόδου από την κρίση, παράγουν σημασίες κατάλληλες μόνο για να σκουπίζουμε τον κώλο μας. Και τα επίκαιρα μέτρα παράγουν μόνο επιπλέον ίλιγγο, από αυτό το είδος ιλίγγου που φοβάστε. Αυτόν της απώλειας του εξοχικού και του σκάφους.
Ο θεός σας, κατά πως φαίνεται, θα συνεχίσει να παράγει ασύστολα άτομα. Θ΄ αυξάνει επ΄ άπειρο τα άτομα , ώστε να παράγουν επ΄άπειρο λέξεις. Και ίσως καταφέρουν κάποια στιγμή να διατυπώσουν ορθώς, αυτά που δεν κατάφεραν πουν οι προηγούμενοι. Ποτέ δεν ξέρεις ίσως κάποια στιγμή τα καταφέρουν. Δουλειά στον απολυμένο συνάδελφο όμως, για να βγάλει γιορτές, δεν θα βρούν.
Μαλάκες.

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

άντε πάλι φέτος









Με χαρακτηριστική ευκολία
κρατάνε την πορεία σωστή
μέσα στις ανοιχτές καμπές οι άνθρωποι,
μπας και εισακουστούν οι προσευχές τους.
Αντάξιοι του "λίγο πιο πάνω",
ή του "λίγο πιο κάτω".
Αντάξιοι αυτού που ενδεχωμένως περιμέναν,
και δεν θα ρθει ποτέ.
Πραγματικά αψεγάδιαστοι, αποκλίνουν όμορφα,
ακόμα κι όταν ο ήχος της γκάιντας ευδιάθετος,
ακούγεται εντονότερος του αναμενόμενου.
Το σύνολο ακροβατεί,
ανάμεσα στο κλασικό και στο σπορτίφ.
"Περίσσιο" δεν θα πει "υπέρ του δέοντος".
Θα πει κυκλωτική κίνηση στο χώρο,
δίχως την παραμικρή έκπτωση σε χρόνο.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

σύντροφοι, τη γαμήσαμε!

Πάντα πίστευα ότι όταν οι άνθρωποι συνομιλούν, ασκούν μια εφαρμοσμένη τέχνη. Ο κάθε συνομιλητής ισορροπεί σαν τον ακροβάτη, και πέφτει μαζί με το κοινό του στο κενό. Οι συνδιαλεγόμενοι δίχως προστατευτικό δίχτυ, ασκούν μια μικρή εξέγερση έναντι όσων πραγμάτων υπάρχουν και τους περιβάλλουν, ή και όσων δεν υπάρχουν αλλά νομίζουν ότι υπάρχουν.
Εν γένει, τα πράγματα γύρω μας , συνηθίζουν να υπάρχουν επειδή γίνονται αντιληπτά.
Μερικές φορές όμως, υπάρχουν και για τον ακριβώς αντίστροφο λόγο. Υπάρχουν δηλαδή, (και μάλιστα με εκκωφαντικό τινά τρόπο) διότι κάποιος, κάποιοι ή όλοι, δυσκολεύονται ή αδυνατούν πλήρως να τα αντιληφθούν.
Παραδείγματος χάριν, δύο φίλοι δίπλα στις γραμμές του τρένου αντιλαμβάνονται το θόρυβο και το ωστικό κύμα και συζητούν με ενθουσιασμό για την αμαξοστοιχία που περνά και τους τραντάζει τα σπλάχνα, ενώ δύο ερωτευμένοι(;) στην ακρογιαλιά συζητούν με πάθος για τον έρωτα τους, επειδή ακριβώς αδυνατούν να τον εντοπίσουν.
Χωριζόμαστε, γενικά, σε δύο κατηγορίες. Σε εκείνους οι οποίοι από φυσική παρόρμηση τείνουν να διερευνούν και να συνδιαλέγονται για αυτά που υπάρχουν, (διότι τα αντιλαμβάνονται), και σε εκείνους που, ομοίως από φυσική έφεση, εννοούν να εξαντλούν όλο το χορηγηθέν πιστωτικό όριο του εγκεφαλικού τους φλοιού, συν-διαλεγόμενοι για την πανίσχυρη και εκκωφαντική ύπαρξη όσων αδυνατούν να εντοπίσουν και αντιληφθούν, πιθανότατα διότι δεν υπάρχουν.
(Υφίσταται βέβαια και μια τρίτη εξίσου εμπνευσμένη υποκατηγορία, αυτών οι οποίοι, μετερχόμενοι μια ιδιωτική διαλεκτική ειρωνεία έναντι των ηθών, αρνούνται να συνομιλήσουν για οτιδήποτε. Αλλά ετούτοι δεν μας απασχολούν προς στιγμήν.)

Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτό που με σιγουριά μπορούμε να πούμε είναι ότι, κάθε διάλογος εφαρμόζεται σε ένα ανελέητα αφηρημένο γλωσσικό πεδίο, και η έκβαση του εξαρτάται από την ικανότητα του καθένα ξεχωριστά, και όλων μαζί, να συνομιλούν.
Ίσως δε, (αν και αποστρέφομαι τη βία) να μην υπήρξε ποτέ σαφέστερος και ευστοχότερος διάλογος από αυτόν που διεξήχθη με γροθιές και τσεκούρια. Αρκεί βέβαια , χάριν της σαφήνειάς του, στο τέλος πάντα να υπάρχει τουλάχιστον ένας νεκρός, ή τέλος πάντων ένας νικημένος. Ως έναν γενικό μπούσουλα διαλεκτικής μπορούμε να θέσουμε το εξής: αν διαθέτουμε την δέουσα «μεταφορική» ψυχραιμία,
είναι δυνατό να περισώζουμε κάθε φορά το «αξιοπρεπές» αποτέλεσμα του διαλόγου, του οποίου τύχαμε συμμέτοχοι και συνωμότες, δίχως να ναι αναγκαίοι οι νεκροί.
Πάλι όμως, εύλογα μπορούμε να αναρωτηθούμε, μα γιατί τόσο μεταφυσικό άχθος με
την «αξιοπρέπεια»; Σε τι ωφελεί το επίμονο κυνήγι μιας αναξιόπιστης αξιοπρέπειας;
Δεν θα εύρισκα καθόλου άστοχη την «αναρώτηση», εάν δεν είχα βάλει τον εαυτό μου σε ημερήσιο (ελαφρύ) προπονητικό πρόγραμμα εξάσκησης, πάνω στις έννοιες της διαφοράς και της ποικιλίας. Στην κατανόηση δηλαδή του ασύγκριτου εύρους των πιθανών κόσμων γύρω μας, οι οποίοι είναι αυτοί ακριβώς που δικαιολογούν και δικαιώνουν, την φροντίδα και την επιμέλεια για προσεκτική διαφύλαξη της αξιοπρέπειας ενός διαλόγου.

Τι να πώ; Ακόμα και αν πατάω ήδη στο έσχατο κατώφλι της προσωπικής μου ισορροπίας… ακόμα και αν έχει ραγίσει οριστικά και αμετάκλητα το κρύσταλλο κάθε πολύτιμης και θλιβερής βεβαιότητάς μου…
…το μόνο που μπορεί να δώσει ένα στοιχειώδες νόημα σε κάθε πιθανό και απίθανο κόσμο γύρω μου…σε κάθε υπαρκτή και ανύπαρκτη πολύχρωμη θάλασσα αντιλήψεων…
είναι η χαρά της εμπειρίας της έκτακτης πραγματικότητας των άλλων…είναι η χαρά της απέραντης ομορφιάς των άλλων. Του καθένα άλλου που στέκει αμήχανος στο έσχατο κατώφλι του, με το ραγισμένο κρυσταλλάκι του ανά χείρας.

Για κάθε, παλιό ή καινοφανές, διατυπωμένο ερώτημα Ηθικής Φιλοσοφίας, υπάρχει μια μικρούλα, ασθενής, και μονολεκτική απάντηση, η οποία όμως διαθέτει μακρά πνοή πλήρωσης: Οι Άλλοι.


Οι κάτωθι άλλοι:

Ο ένας (ηθικός τω τρόπω) είπε: « Δεν με ενδιαφέρει πως ακούγεται αυτό που λέω, με ενδιαφέρει τι εκφράζει»

Ο άλλος (υπαρξιακός τω ήθος) είπε: «Εμένα με ενδιαφέρει η «φόρμα» του,
το περιεχόμενο, αν υπάρχει τέτοιο, θα το βρω καθ΄ οδόν. Κι αν δεν το βρώ στ΄αρχίδια μου.»

Ο τρίτος ( μεστός τω πνεύμα) είπε: «Σύντροφοι, τη γαμήσαμε!»

Ο τέταρτος (αυτοκριτικός τω ύφος) είπε: «Τα παιδιά μου με συμβούλεψαν να πίνω λιγότερο, γιατί όταν πίνω λέω μαλακίες.»

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2008

...αποσιωπητικά...

Είχε μια άγρια έκφραση. Και δεν μιλούσε…
Περνούσε πολύ άσχημη περίοδο…
Ήθελα να ανακουφίσω την αγωνία της…
Παραδέχομαι πάντως ότι είχε κουράγιο…
Εξακολουθούσε να είναι όμορφη…
Προσπαθούσα να την πείσω για αυτό…
Αλλά πού αυτή…
Δεν ωφελούσε…

Για μένα…
ήταν ανεκτίμητη όταν σήκωνε τους ώμους…
Έπινε μια γουλιά…
Ήταν όμως άλλου καιρού…
Η γλώσσα που μιλούσαμε ήταν άλλου καιρού…
Και κοίτα διάολε, που παρ΄όλα αυτά παρέμενε…
και παραμένει η γλώσσα της απόλαυσης μας…

Θα ήθελα…
θα ήθελα να διαβάσω τη σκοτεινή ιστορία…
τη σκοτεινή ιστορία όλων των απολαύσεων…
που οι άνθρωποι έχουν κρύψει…
Των απολαύσεων…
που δεν τολμούν…
που έχουν χαντακώσει στην κρυφή ιδιωτική τους γλώσσα…
που έχουν διαγράψει από το «έξω» λεξιλόγιο τους…
έτσι φρόνιμοι και βίαιοι ταυτόχρονα όπως είναι…
γεμάτοι αποσιωπητικά…


(Στη χρήση των αποσιωπητικών δεν υπάρχουν αντενδείξεις,
πλην ορισμένων απρόβλεπτων, και καμιά φορά ολέθριων,
αντιδράσεων. Όταν τα όρια της χρήσης ρητορικών σχημάτων
πλέον στενεύουν. Όταν τα παρακινδυνευμένα αποσπασματικά λόγια
ωθούν τη γλώσσα πέρα από τα όρια. Τότε χρησιμοποιούμε αποσιωπητικά ,
για να μας συχωρεθούν οι αμαρτίες.)

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008

τρεις μέρες

Μέχρι προχτές ήταν έτοιμη να αυτοεκπαραθυρωθεί και σήμερα βρήκε το κουράγιο να «στρώσει» πρασόπιττα με φύλλο αγορασμένο απ΄το μασούτη.
Μέχρι προχτές, στην κλονισμένη της συνείδηση, βράδιαζε ντάλα μεσημέρι λόγω πλήξης. Μέχρι προχτές, με το κεφάλι γεμάτο μολύβι, ξερνούσε τρεις φορές ανελλιπώς άπαξ της ημέρας. Μέχρι προχτές, έτρεχε με αυταπάρνηση αθλητή δρόμων ημιαντοχής προς το νήμα των 45, με μικρές καθημερινές ανάσες, σιχαμερών οχτάωρων εργασίας.
Μέχρι προχτές ξεφύλλιζε τα χρόνια της γρήγορα και αδιάφορα, καταλήγοντας πάντα να χαζεύει στο κατάλευκο και άγραφο οπισθόφυλλο του άλμπουμ, το τετραγωνάκι του κωδικού μηχανογράφησης ISBN978-960-16-2779-3, στη γωνία κάτω δεξιά.
Μέχρι προχτές σκεφτόταν με λέξεις, οι οποίες αφού τρεμοπαίζανε αχνά για λίγο στον θόλο του κρανίου της, ψοφούσαν αβοήθητες.
Αυτά μέχρι προχτές.
Χτες, εξ΄ αίφνης, δέχτηκε αναπάντεχη επίθεση μιας απροσδόκητης ροής νοημάτων. Το αστικοβουκολικό κωμειδύλιο «η Γκόλφω από το Παλαιό Ψυχικό» εντός του οποίου ζούσε, έλαβε μια παραισθητική και ανακουφιστική τροπή. Ένας λυτρωτικός συνειδησιακός χείμαρρος την πήρε και την σήκωσε. Την έκανε να θέλει να ξανανακαλύψει τη ζωή. Να βρει τη δύναμη να συνεχίσει την κούρσα. Με όρους μεταφυσικής θα λεγε κανείς ότι της ήρθε επιφοίτηση. Με απλά λόγια θα λεγε κανείς, ότι της ήρθε μια εξωφρενική ολογραφική δίνη συχνοτήτων, μια πλημμυρίδα πολύχρωμων αισθητηριακών κυμάτων που έλουσαν τον εγκέφαλό της, διεγείροντας δισεκατομμύρια συνάψεις με ισάριθμες μικρές ηλεκτρικές εκκενώσεις, που τις μετασχημάτισε σε χαρμόσυνες αισθητικές αντιλήψεις. Κι όπως ήταν φυσικό αναθάρρησε. Και… έφτιαξε και αυτήν ένα μπλόγκ.
Σήμερα πάλι όμως, την πλημμύρησε μια βαθύτατη απογοήτευση. Ενώ ακόμα το πρώτο της ποστ ήταν ζεστό, παραδόθηκε στη σκέψη ότι στο εξής διατρέχει τον κίνδυνο, να παραχωθεί εντός της, και να μη μιλάει για τίποτα άλλο εκτός από τον εαυτό της.
Διαμελίστηκε στην «σκέψη-ηλεκτρικό πριόνι», ότι στο εξής το μοναδικό προς δημοσιοποίηση θέμα, θα είναι η εσωτερική της «μηχανική». Και ως ήταν φυσικό, κατηγόρησε τον εαυτό της «επί βρικολακισμό». (με γιώτα)
Λίγο όμως πριν τελειώσει και αυτή η τρίτη μέρα, η θύμηση της προχτεσινής αηδίας την συνέφερε και ξανα ΄δε την κατάσταση πιο ψύχραιμα. Αφού περίμενε να κρυώσει το πτώμα του πρώτου ποστ, σκέφτηκε ότι στον κόσμο υπάρχουν πάρα πολλοί, (οι περισσότεροι) ( οι συντριπτικά περισσότεροι) που αδιαφορούν για αυτά που θα ήθελε να τους πει ένας μπλόγκερ. Και έτσι ησύχασε.
Κατόπιν, έκλεισε το φούρνο διότι η πρασόπιττα ήταν έτοιμη, και στρώθηκε να γράψει το δεύτερο ποστ.