Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

σύντροφοι, τη γαμήσαμε!

Πάντα πίστευα ότι όταν οι άνθρωποι συνομιλούν, ασκούν μια εφαρμοσμένη τέχνη. Ο κάθε συνομιλητής ισορροπεί σαν τον ακροβάτη, και πέφτει μαζί με το κοινό του στο κενό. Οι συνδιαλεγόμενοι δίχως προστατευτικό δίχτυ, ασκούν μια μικρή εξέγερση έναντι όσων πραγμάτων υπάρχουν και τους περιβάλλουν, ή και όσων δεν υπάρχουν αλλά νομίζουν ότι υπάρχουν.
Εν γένει, τα πράγματα γύρω μας , συνηθίζουν να υπάρχουν επειδή γίνονται αντιληπτά.
Μερικές φορές όμως, υπάρχουν και για τον ακριβώς αντίστροφο λόγο. Υπάρχουν δηλαδή, (και μάλιστα με εκκωφαντικό τινά τρόπο) διότι κάποιος, κάποιοι ή όλοι, δυσκολεύονται ή αδυνατούν πλήρως να τα αντιληφθούν.
Παραδείγματος χάριν, δύο φίλοι δίπλα στις γραμμές του τρένου αντιλαμβάνονται το θόρυβο και το ωστικό κύμα και συζητούν με ενθουσιασμό για την αμαξοστοιχία που περνά και τους τραντάζει τα σπλάχνα, ενώ δύο ερωτευμένοι(;) στην ακρογιαλιά συζητούν με πάθος για τον έρωτα τους, επειδή ακριβώς αδυνατούν να τον εντοπίσουν.
Χωριζόμαστε, γενικά, σε δύο κατηγορίες. Σε εκείνους οι οποίοι από φυσική παρόρμηση τείνουν να διερευνούν και να συνδιαλέγονται για αυτά που υπάρχουν, (διότι τα αντιλαμβάνονται), και σε εκείνους που, ομοίως από φυσική έφεση, εννοούν να εξαντλούν όλο το χορηγηθέν πιστωτικό όριο του εγκεφαλικού τους φλοιού, συν-διαλεγόμενοι για την πανίσχυρη και εκκωφαντική ύπαρξη όσων αδυνατούν να εντοπίσουν και αντιληφθούν, πιθανότατα διότι δεν υπάρχουν.
(Υφίσταται βέβαια και μια τρίτη εξίσου εμπνευσμένη υποκατηγορία, αυτών οι οποίοι, μετερχόμενοι μια ιδιωτική διαλεκτική ειρωνεία έναντι των ηθών, αρνούνται να συνομιλήσουν για οτιδήποτε. Αλλά ετούτοι δεν μας απασχολούν προς στιγμήν.)

Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτό που με σιγουριά μπορούμε να πούμε είναι ότι, κάθε διάλογος εφαρμόζεται σε ένα ανελέητα αφηρημένο γλωσσικό πεδίο, και η έκβαση του εξαρτάται από την ικανότητα του καθένα ξεχωριστά, και όλων μαζί, να συνομιλούν.
Ίσως δε, (αν και αποστρέφομαι τη βία) να μην υπήρξε ποτέ σαφέστερος και ευστοχότερος διάλογος από αυτόν που διεξήχθη με γροθιές και τσεκούρια. Αρκεί βέβαια , χάριν της σαφήνειάς του, στο τέλος πάντα να υπάρχει τουλάχιστον ένας νεκρός, ή τέλος πάντων ένας νικημένος. Ως έναν γενικό μπούσουλα διαλεκτικής μπορούμε να θέσουμε το εξής: αν διαθέτουμε την δέουσα «μεταφορική» ψυχραιμία,
είναι δυνατό να περισώζουμε κάθε φορά το «αξιοπρεπές» αποτέλεσμα του διαλόγου, του οποίου τύχαμε συμμέτοχοι και συνωμότες, δίχως να ναι αναγκαίοι οι νεκροί.
Πάλι όμως, εύλογα μπορούμε να αναρωτηθούμε, μα γιατί τόσο μεταφυσικό άχθος με
την «αξιοπρέπεια»; Σε τι ωφελεί το επίμονο κυνήγι μιας αναξιόπιστης αξιοπρέπειας;
Δεν θα εύρισκα καθόλου άστοχη την «αναρώτηση», εάν δεν είχα βάλει τον εαυτό μου σε ημερήσιο (ελαφρύ) προπονητικό πρόγραμμα εξάσκησης, πάνω στις έννοιες της διαφοράς και της ποικιλίας. Στην κατανόηση δηλαδή του ασύγκριτου εύρους των πιθανών κόσμων γύρω μας, οι οποίοι είναι αυτοί ακριβώς που δικαιολογούν και δικαιώνουν, την φροντίδα και την επιμέλεια για προσεκτική διαφύλαξη της αξιοπρέπειας ενός διαλόγου.

Τι να πώ; Ακόμα και αν πατάω ήδη στο έσχατο κατώφλι της προσωπικής μου ισορροπίας… ακόμα και αν έχει ραγίσει οριστικά και αμετάκλητα το κρύσταλλο κάθε πολύτιμης και θλιβερής βεβαιότητάς μου…
…το μόνο που μπορεί να δώσει ένα στοιχειώδες νόημα σε κάθε πιθανό και απίθανο κόσμο γύρω μου…σε κάθε υπαρκτή και ανύπαρκτη πολύχρωμη θάλασσα αντιλήψεων…
είναι η χαρά της εμπειρίας της έκτακτης πραγματικότητας των άλλων…είναι η χαρά της απέραντης ομορφιάς των άλλων. Του καθένα άλλου που στέκει αμήχανος στο έσχατο κατώφλι του, με το ραγισμένο κρυσταλλάκι του ανά χείρας.

Για κάθε, παλιό ή καινοφανές, διατυπωμένο ερώτημα Ηθικής Φιλοσοφίας, υπάρχει μια μικρούλα, ασθενής, και μονολεκτική απάντηση, η οποία όμως διαθέτει μακρά πνοή πλήρωσης: Οι Άλλοι.


Οι κάτωθι άλλοι:

Ο ένας (ηθικός τω τρόπω) είπε: « Δεν με ενδιαφέρει πως ακούγεται αυτό που λέω, με ενδιαφέρει τι εκφράζει»

Ο άλλος (υπαρξιακός τω ήθος) είπε: «Εμένα με ενδιαφέρει η «φόρμα» του,
το περιεχόμενο, αν υπάρχει τέτοιο, θα το βρω καθ΄ οδόν. Κι αν δεν το βρώ στ΄αρχίδια μου.»

Ο τρίτος ( μεστός τω πνεύμα) είπε: «Σύντροφοι, τη γαμήσαμε!»

Ο τέταρτος (αυτοκριτικός τω ύφος) είπε: «Τα παιδιά μου με συμβούλεψαν να πίνω λιγότερο, γιατί όταν πίνω λέω μαλακίες.»

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2008

...αποσιωπητικά...

Είχε μια άγρια έκφραση. Και δεν μιλούσε…
Περνούσε πολύ άσχημη περίοδο…
Ήθελα να ανακουφίσω την αγωνία της…
Παραδέχομαι πάντως ότι είχε κουράγιο…
Εξακολουθούσε να είναι όμορφη…
Προσπαθούσα να την πείσω για αυτό…
Αλλά πού αυτή…
Δεν ωφελούσε…

Για μένα…
ήταν ανεκτίμητη όταν σήκωνε τους ώμους…
Έπινε μια γουλιά…
Ήταν όμως άλλου καιρού…
Η γλώσσα που μιλούσαμε ήταν άλλου καιρού…
Και κοίτα διάολε, που παρ΄όλα αυτά παρέμενε…
και παραμένει η γλώσσα της απόλαυσης μας…

Θα ήθελα…
θα ήθελα να διαβάσω τη σκοτεινή ιστορία…
τη σκοτεινή ιστορία όλων των απολαύσεων…
που οι άνθρωποι έχουν κρύψει…
Των απολαύσεων…
που δεν τολμούν…
που έχουν χαντακώσει στην κρυφή ιδιωτική τους γλώσσα…
που έχουν διαγράψει από το «έξω» λεξιλόγιο τους…
έτσι φρόνιμοι και βίαιοι ταυτόχρονα όπως είναι…
γεμάτοι αποσιωπητικά…


(Στη χρήση των αποσιωπητικών δεν υπάρχουν αντενδείξεις,
πλην ορισμένων απρόβλεπτων, και καμιά φορά ολέθριων,
αντιδράσεων. Όταν τα όρια της χρήσης ρητορικών σχημάτων
πλέον στενεύουν. Όταν τα παρακινδυνευμένα αποσπασματικά λόγια
ωθούν τη γλώσσα πέρα από τα όρια. Τότε χρησιμοποιούμε αποσιωπητικά ,
για να μας συχωρεθούν οι αμαρτίες.)

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008

τρεις μέρες

Μέχρι προχτές ήταν έτοιμη να αυτοεκπαραθυρωθεί και σήμερα βρήκε το κουράγιο να «στρώσει» πρασόπιττα με φύλλο αγορασμένο απ΄το μασούτη.
Μέχρι προχτές, στην κλονισμένη της συνείδηση, βράδιαζε ντάλα μεσημέρι λόγω πλήξης. Μέχρι προχτές, με το κεφάλι γεμάτο μολύβι, ξερνούσε τρεις φορές ανελλιπώς άπαξ της ημέρας. Μέχρι προχτές, έτρεχε με αυταπάρνηση αθλητή δρόμων ημιαντοχής προς το νήμα των 45, με μικρές καθημερινές ανάσες, σιχαμερών οχτάωρων εργασίας.
Μέχρι προχτές ξεφύλλιζε τα χρόνια της γρήγορα και αδιάφορα, καταλήγοντας πάντα να χαζεύει στο κατάλευκο και άγραφο οπισθόφυλλο του άλμπουμ, το τετραγωνάκι του κωδικού μηχανογράφησης ISBN978-960-16-2779-3, στη γωνία κάτω δεξιά.
Μέχρι προχτές σκεφτόταν με λέξεις, οι οποίες αφού τρεμοπαίζανε αχνά για λίγο στον θόλο του κρανίου της, ψοφούσαν αβοήθητες.
Αυτά μέχρι προχτές.
Χτες, εξ΄ αίφνης, δέχτηκε αναπάντεχη επίθεση μιας απροσδόκητης ροής νοημάτων. Το αστικοβουκολικό κωμειδύλιο «η Γκόλφω από το Παλαιό Ψυχικό» εντός του οποίου ζούσε, έλαβε μια παραισθητική και ανακουφιστική τροπή. Ένας λυτρωτικός συνειδησιακός χείμαρρος την πήρε και την σήκωσε. Την έκανε να θέλει να ξανανακαλύψει τη ζωή. Να βρει τη δύναμη να συνεχίσει την κούρσα. Με όρους μεταφυσικής θα λεγε κανείς ότι της ήρθε επιφοίτηση. Με απλά λόγια θα λεγε κανείς, ότι της ήρθε μια εξωφρενική ολογραφική δίνη συχνοτήτων, μια πλημμυρίδα πολύχρωμων αισθητηριακών κυμάτων που έλουσαν τον εγκέφαλό της, διεγείροντας δισεκατομμύρια συνάψεις με ισάριθμες μικρές ηλεκτρικές εκκενώσεις, που τις μετασχημάτισε σε χαρμόσυνες αισθητικές αντιλήψεις. Κι όπως ήταν φυσικό αναθάρρησε. Και… έφτιαξε και αυτήν ένα μπλόγκ.
Σήμερα πάλι όμως, την πλημμύρησε μια βαθύτατη απογοήτευση. Ενώ ακόμα το πρώτο της ποστ ήταν ζεστό, παραδόθηκε στη σκέψη ότι στο εξής διατρέχει τον κίνδυνο, να παραχωθεί εντός της, και να μη μιλάει για τίποτα άλλο εκτός από τον εαυτό της.
Διαμελίστηκε στην «σκέψη-ηλεκτρικό πριόνι», ότι στο εξής το μοναδικό προς δημοσιοποίηση θέμα, θα είναι η εσωτερική της «μηχανική». Και ως ήταν φυσικό, κατηγόρησε τον εαυτό της «επί βρικολακισμό». (με γιώτα)
Λίγο όμως πριν τελειώσει και αυτή η τρίτη μέρα, η θύμηση της προχτεσινής αηδίας την συνέφερε και ξανα ΄δε την κατάσταση πιο ψύχραιμα. Αφού περίμενε να κρυώσει το πτώμα του πρώτου ποστ, σκέφτηκε ότι στον κόσμο υπάρχουν πάρα πολλοί, (οι περισσότεροι) ( οι συντριπτικά περισσότεροι) που αδιαφορούν για αυτά που θα ήθελε να τους πει ένας μπλόγκερ. Και έτσι ησύχασε.
Κατόπιν, έκλεισε το φούρνο διότι η πρασόπιττα ήταν έτοιμη, και στρώθηκε να γράψει το δεύτερο ποστ.

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

η συγκινημένη ψυχή



Η, εκ καταδίκης, αέναα «συγκινημένη» ψυχή δεν ξεκουράζεται ποτέ. Κολυμπάει ασταμάτητα παίρνοντας δύναμη από την αυτοαναφορά της. «Γιατί συγκινήσε;» τη ρωτάς. «Μα διότι συγκινούμε» απαντά. Μπορεί καμιά φορά να παίρνει μια ανάσα, μπορεί πότε-πότε να σκαλώνει το πουλόβερ της στα αγκάθια του φράχτη της δογματικής πεποίθησης .Μπορεί να κάνει μερικά άστοχα γκελ ή καμπόσες άτεχνες σφήνες. Πάντα όμως συνεχίζει το ενθουσιώδες κρόουλ, βουτηγμένη στο κατακάθι της συγκίνησης της.
Έχει μια δικιά της υψηλοφροσύνη, αλλά ποτέ προπέτεια. Έχει μια υπερβολή, αλλά ποτέ στόμφο. Η συγκινημένη ψυχή προΐσταται κι αυτής ακόμη της συνοχής των τμημάτων της. Των κομματιών που συνδέονται και την αποτελούν. Το έργο της, προηγείται της μορφής της. Η συγκινημένη ψυχή δεν γνωρίζει ξεκάθαρα το ιδίωμα της συγκίνησης της.. Από τους απόηχους και τα απόνερα των δακρύων της υποψιάζεται ότι κάποτε πήρε την αμετάκλητη απόφαση να συγκινήται, και έκτοτε συνεχίζει. Δεν ξέρει πώς να ικανοποιήσει την άπατη και αδηφάγα χοάνη της .Είτε νοιώθει μοναδική (σαν το θεό), είτε μοναχική (καταραμένη), στέκει μακριά από την ρυθμιστική διακαιοδοσία του νου. Της αρέσει όμως, έτσι όπως ρίχνεται στη μάχη και αντιπαραθέτει την αποφασιστική πληρότητα της , δίχως να λογαριάζει τον υπαρκτό κίνδυνο να περιπέσει σε ολισθηρές μυξιάρικες ρητορείες της πλάκας.

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2008

θριαμβεύτρια σέρνει το άρμα της αλυσοδεμένη...




Ένα ανυπέρβλητο βουνό ορθωνόταν εμπρός της για χρόνια, το "τίποτα". Μια υποκριτική συνομωσία σιωπής σερνόταν γύρω της, και εφαρμόζονταν ενάντια σε κάθε μορφής «κάτι». Για χρόνια ένοιωθε ως ένα αντεπιστέλλον μέλος της «κοινωνίας των ανύπαρκτων» στο δοβλέτι των σαχλεπίσαχλων μεγαλόσχημων «κάποιων».
Κατά τη γέννησή της υποχρεώθηκε να καπλαντίσει με το χαρτί της υπομονής το (ήδη γραμμένο) δίτομο βιογραφικό έργο «Η λογοδοσία της ζωής που θα ζήσεις».
Ένοιωσε τότε την ζωή σαν κρύο υγρό πλοκάμι να την τυλίγει.
Κατόπιν της επιβλήθηκε να αποστηθήσει όλες αυτές τις χίλιες και μια σελίδες σαβούρας της βιογραφίας της, που επιμελώς επιφύλλασαν για πάρτη της, παπάδες, γεωκτήμονες, καθηγητές, υπουργοί, συγγραφείς, φιλόσοφοι, νομομαθείς, ακαδημαϊκοί, πρόεδροι, ημίθεοι, ηγήτορες, κήνσορες του αισθητισμού,έμποροι,δίκαιοι,κατήγοροι, υπερασπιστές,
αστοί θεράποντες του καλού ντυσίματος και του σικ φαγητού, σκοτεινοί στρατόγκαυλοι, σκατοδημοκράτες φιλελεύθεροι βρικόλακες και άλλοι συνήγοροι του υψίστου.
Υπέστη πολλά…τι να λέμε… από όλους αυτούς τους μετριότατους τσαπατσούληδες.Αλλά άντεξε.
‘Έστω και λίγο αργοπορημένα τώρα, (έναν αιώνα σχεδόν μετά τη γέννηση της), για ένα γαμημένο φιλότιμο, για έναν έρωτα, για μια αξιοπρέπεια, τους χέζει όλους τους ξεφτιλισμένους. Τους προτείνει τον ροζιασμένο μέσο της παλάμης της, πριν επιστρέψει στο σπίτι να δει αν έγινε το φαί.

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008

η εκδίκηση του ιστοαναγνώστη


Βλέπει τώρα ο επισκέπτης-αναγνώστης την φωτογραφία και οικτίρει τον εαυτό του,
που γελάστηκε και απώλεσε τις φιλοδοξίες και τα όνειρα του, για να αφιερωθεί στον αγαπημένο του βλόγερ. Θυμώνει, ο πλανημένος, που αφέθηκε ξεβράκωτος, άοπλος, γυμνός στα δόλια χέρια κάθε σκατόψυχου πάτρονα βλόγερ. Έτοιμος είναι, επιτέλους, να τα βροντήξει και να φύγει. Όχι! Δεν αντέχει πια να είναι το «αντικείμενο» που ικανοποιεί κάθε είδους ανώμαλη ιδιοτροπία, κάθε τυχάρπαστου κυβερνογραφέα… Να υποθάλπει κάθε άρρωστη φαντασιακή ιδιώτευση…να θηρεύει το ανέφικτο, εντός δικτύου, και να ταΐζει το ιδεατό μυθολόγημα της ζωής του αγαπημένου του βλόγερ, διαβάζοντας τα δήθεν «ανατρεπτικά» ιστολογικά παράδοξά του.
Αναλογίζεται τώρα, ενώπιον τούτης της φωτογραφίας, ότι έκανε λάθος που παράτησε τα μαθήματα υποκριτικής και έκοψε την αναβολή για να πάει φαντάρος.
Καθώς η μέρα γλυκά- γλυκά φεύγει, τούτο το απόγεμα της Παρασκευής 5 Σεπτεμβρίου, ο θυμός του μεταπίπτει σε πικρό απολογισμό, μετουσιώνεται αργά και πέφτει σαν κιτρινισμένο πλατανόφυλλο , για να καταλήξει στον πάτο μιας αβρής και κατηφούς ονειροπόλησης. Ξεφυλλίζει αργά την ιστορία της δικτυακής τους σχέσης.
Χρόνια τώρα σχολιάζει με προσήλωση κάθε νέα του ανάρτηση. Ανταπαντά σε κάθε απάντησή του. Κρατάει τη φλόγα αναμένη. Τη φλόγα της πρώτης-πρώτης επαφής τους.
Και να τώρα τούτη η φωτογραφία...
Η φτηνή, εν αρχή, αλλά πανίσχυρη και διατρητική, σε μια δεύτερη ανάγνωση, ένταση της αναρτημένης φωτογραφίας, τον ενθαρρύνει. Αρχινάει δειλά τώρα, να σκάβει για να φτάσει και να αντλήσει το κρυφό νόημα (παραδόξως επιμένει στην πίστη του ότι υπάρχει καποιο νόημα), πέρα από την απτή φανέρωση του φωτός πάνω στο μόνιτορ. Ιχνηλατεί την ενδόμυχη ισχυρή αναλαμπή της LCD-TFT , αλλά η «σημασία» ξεγλιστρά συνεχώς έξω απ΄το πλαίσιο της οθόνης και μουσκεύει το μικρό ρουστίκ γραφειάκι του. Θέλει να απαγκιστρωθεί πλέον από την δύναμη της έλξης της ανάρτησης, αλλά η φωτογραφία μαγνητίζει το βλέμμα του. Ακορέστως εντρυφεί στην γοητευτική δολιότητα του φωτογράφου, προσπαθώντας να ξεφύγει απ΄το πατρονάρισμα του άτιμου (μέχρι πρώτινως λατρεμένου) ιστολόγου. Θέλει να διαφύγει από τον "έλεγχο" του,θέλει να τον γράψει στα παπάρια του. Ένας ψύχραιμος παρατηρητής βλεποντας τον τώρα θα μπορούσε σχεδόν να συμπεράνει ότι σχεδόν τα κατάφερε.
Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Για την ώρα υπερνικά το πειρασμό να κάνει κλικ στο πεδίο σχολιασμού.
Απεκδύεται κάθε δικτυακής ευπρέπειας, και τολμά επιδεικτικά να φωνάξει: «φτου! ξελεφτερία». Αγνοεί και δεν ανταπαντά στις επικλήσεις-απαντήσεις-αντίδωρα του βλόγερ, στα παλαιότερα σχόλια του. Και αναπολεί…
Ήταν τότε όταν το (απολεσθέν πλέον) θάλος και σφρίγος των σχολίων του, επιδαψίλευε λόγια-παινέματα και ακκισμούς, άμα τη εμφανίσει, κάποιας φρέσκιας ανάρτησης στο εκράν. Τα οποία λόγια έθρεφαν το ήδη ευτραφές και επηρμένο αγλάισμα του ιστολόγου-μαικήνα του.
Τον φαντάζεται τώρα τον πάτρονα του… μόνο του… ματαίως να «αναρτά» για να τον δελεάσει,να κόβει και να ράβει ασύστολα παραγράφους, απεγνωσμένα να ανασύρει παλιές δοκιμασμένες ιδέες με νέο περιτύλιγμα , να σκαρφίζεται πρωτότυπους μινιμαλισμούς και βολικά φλύαρα μανιφέστα εκβιάζοντας σχολιασμό... αλλά φευ, δεν βρίσκει απαντοχή, ο άμοιρος ιστολόγος. Ο αναγνώστης έχει σκληρύνει πια.
Ούτε καν η βαρυτική έλξη ενός υδρόγειου-κώλου δεν μπορεί να τον δελεάσει.

Τον βλέπει να θρηνεί και να πέμπει κοπετούς και ικεσίες προς την κουφή και βουβή μεριά της ηλεκτρονικής του διεύθυνσης. Αλλά πού αυτός… Αυτός βράχος.
Η ατελεύτητος δοξαστική πορεία της αποχής του ιστοαναγνώστη, από τα μαρμαρένια αλώνια των σχολίων, μόλις άρχισε να γράφεται με χρυσά γράμματα.

(σημ. του συντάκτη)
Η σκληρή και ανάλγητη ξαφνική αποστροφή, του ωφεληθέντα αλλά αγνώμονα ιστοαναγνώστη, έναντι του, πάλαι ποτέ, κραταιού ιστολόγου-ευεργέτη του,
επιφέρει σφοδρότατο ράπισμα και ενταφιάζει οριστικώς και την τελευταία ικμάδα αυτοπεποίθησης του άμοιρου ιστολόγου.