Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008
Είμαι φραουλί
ετών του τρέχοντος βίου σου, που μοιραία ακολούθησαν
τη γέννηση σου. Παρ΄ όλη τη συστολή σου, κρύβεις σπίρτα
στην τσέπη, για κάθε είδος φυτιλιού.
Μια μικρή μπρούτζινη πλάκα πάνω στο μαρμαρένιο στήθος σου,
πιστοποιεί την ευγενική καταγωγή σου. Πήρες το όνομά σου
από τον τεράστιο βράχο που κατοικεί στην καμπούρα σου.
Βράχος ρωγμώδης μεν, αλλά άτεγκτος τιμητής των πιο
θαλερών οραμάτων σου, δε. Επιλέγεις κάθε φορά να αφηγηθείς
μια δραματική ιστορία, με μερικά διάσπαρτα διασκεδαστικά
επεισόδια. Τα κρυφά σου παράπονα όμως,τρίζουν εντός σου,
σαν παλιές πόρτες που ανοιγοκλείνουν.
Χαλάνε το περίφημο ήπιο και ξηρό σου κλίμα, για το οποίο
από παλιά περηφανευόσουν στις παρέες.
Το προσωπικό και ιδιότυπο χιούμορ σου, λαδώνει τους μεντεσέδες.
Τοιουτοτρόπως, διατηρείς αρκούντως αλμυρή την ατμόσφαιρα
της αφήγησης, για κάθε απαιτητικό ουρανίσκο.
Οι σχέσεις σου με τους αναγνώστες είναι σχέσεις κατάποσης.
Κατάποσης,βαθιάς και ειλικρινούς ευγνωμοσύνης και κατανόησης.
Ο βράχος σου (να μην ξεχνάμε παρακαλώ τις κτητικές αντωνυμίες) όμως,
σείεται και ταρακουνάει και τα πιο μεγαλόπνοα μυθοπλαστικά
σου πονήματα, και τις πιο ηλεκτρισμένες επινοήσεις σου.
Απόπειρες ανταλλαγής παλιών και συχνά απαγορευμένων
ψιλοσκουριασμένων προτιμήσεων.
Είσαι ένας θανατοποινίτης και μισός,
έρμαιο του δαίμονα (όπως τον ονομάζεις)
της ασίγαστης ανάγκης για επαφή (χρώματος «λιλά»)
και για έκφραση χρώματος «φραουλί».
Απ΄ αυτές τις επαφές του είδους της:
«από μακριά εν αγωνίου αναγνώρισης»..
Επιπλωμένες, εξοπλισμένες, με εσωτερικό ρουστίκ διάκοσμο
σε ξύλο καρυδιάς, και όμορφες χρωμιομένες απολήξεις
στα μπαλκόνια, φινετσάτες, αλλά……της «εν αγωνίου αναγνώρισης».
Είσαι μια τιμημένη αψηλή σεκόγια εκατόν είκοσι μέτρων,
που διατηρεί άσβεστη τη διακαή λαχτάρα της,να γίνει παρανάλωμα,
για να δοξαστεί. Αλλά οι συνθήκες, κατόπιν ενδελεχούς έρευνας,
πάντα κρίνονται ανώριμες, για τέτοιες μαγκιές.
Είσαι…είσαι…είσαι……
Το βρήκα!!! Είσαι conneX! Δικτυώνεσαι γρήγορα,ασύρματα και φτηνά.
Είσαι κέντρο-απόκεντρο της κυβερνοζωής.
Είσαι πάροδος της 5ης λεωφόρου του δικτύου.
Μπορείς να διατυπώνεις φιλελεύθερα τις μαλακίες σου,
και κατόπιν δημοκρατικά να σε τρώνε οι ταξικές ενοχές.
Είσαι αυτό που λέμε στην κοινή νεοελληνική:«και γαμώ το χρωματάκι».
Είσαι ένα φραουλί και ζωντανό όνειρο.
Και ως «στάση ζωής» να το δεις,
(όπως συνηθίζεται να λένε οι ερασιτέχνες ψυχοκοινωνιστές),
είναι μια φυσική στάση.
Ως ερωτική στάση αν το δεις,
είναι μια old fashion ιεραποστολική.
Πέμπτη 29 Μαΐου 2008
Ιστορίες απ΄το Γουρμεδιστάν 2 (Η μητέρα όλων των γαστρών)





Οι εικόνες αυτές βρίσκονται στο κέντρο μιας τραγωδίας.
Συγχρόνως όμως αποδεικνύουν ότι η προσήλωση σε μελλοντικούς
στόχους,και η επιμονή σ΄ ένα «τίμιο» και σωστά σχεδιασμένο
project, δύνανται να υπερκεράσουν κάθε επιπλοκή και να
παρακάμψουν κάθε εμπόδιο, δίνοντας απαντήσεις, και δείχνοντας
τον δρόμο, στις αιτιάσεις γενεών και γενεών πεινασμένων.
Η γαστροπλαστική, ως δυναμικός τομέας της αγγειοπλαστικής,
αλλά και ως εφαρμοσμένο επιστημονικό πεδίο, αφορά ένα σημαντικό
μέρος της κοινωνίας. Παράλληλα, η θεωρητική σκευή της,
μεταφέρει και προάγει ένα ευρύ φάσμα γνώσεων, τόσο στο πεδίο
της μελέτης των υλικών κατασκευής μιας γάστρας, όσο και στην
πρόοδο των πολιτισμικών και ανθρωπιστικών σπουδών της ζωοτροφίας.
Εδώ η οπτική του γαστροπλάστη (Γιάννη), εστίαζε κατ΄αρχήν
στην εύληπτη απ΄τον καθένα, νοηματική σαφήνεια του εγχειρήματος.
Μια γάστρα ικανών διαστάσεων,ώστε να φιλοξενεί και να εξυπηρετεί
τις ανάγκες μαγειρέματος, ενός ζώου βάρους, εως και δώδεκα κιλών,
σε συνθήκες υπαίθρου, δίχως τις ευκολίες μιας επαγγελματικής
κουζίνας σύγχρονου εστιατορίου.
Επί δύο και πλέον έτη, αναμοχλεύτηκε η πιερική γη,
(Όλυμπος και Πιέρια Όρη),ώστε να βρεθεί το κατάλληλο χώμα.
Συγχρόνως «έτρεχε» και η έρευνα για υάλωμα(εσωτερικό επίχρισμα)
ανθεκτικό και ελεύθερο του βλαβερού μολύβδου.
Αφού οι σωστές προϋποθέσεις των υλικών εξασφαλίστηκαν,
ο δημιουργός μέσα από έναν γόνιμο διάλογο με γνωστούς πτωματοφάγους,
και κυρίως σε συνεργασία με τον γνωστό πρωτεΐνομάχο-κοπαδοκτόνο
Θανάση, προχώρησε στην κυρίως ειπείν γαστροπλαστική διαδικασία.
Μέρες και νύχτες σχεδιαστικών, στατικών και θερμοδυναμικών
μελετών χρειάστηκαν. Τα πρώτα σχέδια προέβλεπαν γάστρα
ακτίνας κύκλου 60 εκατοστών. Ήτοι, 120 εκατοστά διάμετρο!
Οι πρώτες αγωνιώδεις πειραματικές εφαρμογές έδειξαν πως αυτές
οι διαστάσεις μπορεί να αποδειχθούν καταστροφικές
για το όλο εγχείρημα.
«…είναι σε θέση άραγε, ένα σχεδόν τετραγωνικό μέτρο πηλού,
κοιλοκωνικού σχήματος, να αντέξει, απ΄τη μια,
το βάρος 10 εως 15 κιλών μάζας υλικού, και απ΄την άλλη,
το ανομολόγητο μένος 20 εως 25 πεινασμένων σαρκοβόρων ενηλίκων…»
Τέτοια βασανιστικά ερωτήματα ταλάνιζαν τους εμπλεκόμενους.
Οι δοκιμές υπέδειξαν: «Όχι!».
Ποιώντας την ανάγκη φιλότιμο, οι ευγενείς ερευνητές
περιορίστηκαν στις διαστάσεις των 80 εκατοστών διαμέτρου
και 11 χιλιογράμμων μάζας ψημένου πηλού.
Μετά τα τελευταία test αντοχής όλα ήταν έτοιμα.
Η τραγωδία της θυσίας του νεαρού κατσικιού πλέχτηκε
στο γνωστό αμπέλι,πλάι στην γνωστή καρυδιά,
(τί έχει δει κι αυτήν η δόλια) φρικώδες θέατρο πολλαπλών
τέτοιων ανηλεών επιχειρήσεων σκαιού σαρκοβορισμού.
Το τεμαχισμένο ερίφιο, (μετα της άμοιρης κεφαλής του)
αντιστάθηκε ηρωικά επί επταώρου ήπιου και σιγανού μαγειρέματος,
εως που υπέκυψε,όχι μόνο στις ταλαιπωρίες και στην μεγάλη
θερμοχωρητικότητα του πηλού, αλλά και στα δίκαια αιτήματα
των επίλεκτων μοβόρων εστιαζόμενων.
(Αφιερωμένο στον καρβουνιάρη καθώς και στο σύνολο της ολομέλειας)
Δευτέρα 26 Μαΐου 2008
Ιστορίες απ΄το Γουρμεδιστάν
Έχει και πρόσωπα. Ως συνήθως.
Σήμερα όμως πρωταγωνιστούν τα λόγια.
Αφορμή στάθηκαν οι γενίτσαροι του αξιαγάπητου Μοίρη,
και τον ευχαριστώ για αυτό.
Πριν μπω αναπτύσοντας το κυρίως ειπείν θέμα, θα ήθελα
να διευκρινήσω τα εξής:
α)πως δεν αρνούμαι πως η θεωρητική γνώση και κατάρτηση
είναι απόλυτα αναγκαία για να καταπολεμηθούν οι δυσκολίες της ζωής.
β) πως η ακόλουθη ιστοριούλα θα μπορούσε να ήταν
και φανταστική.
γ) πως η φύσις της (της ιστοριούλας), είναι ψυχοκοινωνική και
στηλιτεύει την τεράστια δυσκολία που έχουν οι άνδρες, να υποτάξουν
τα νοσηρά τους αισθήματα υπεροχής και επίδειξης.
και δ) συγχωρέστε με, αν δείχνω μικρόψυχος και παρωχημένος.
Λοιπόν…ξεκινάω.
Της έλεγε, της έλεγε, της έλεγε, της έλεγε, της έλεγε…
Και κείνη άδειαζε, άδειαζε, άδειαζε…
Εκείνος μιλούσε, εκείνη άδειαζε.
Στο τέλος είχε μείνει μόνο το τσόφλι της.
Εκείνος συνέχιζε να λέει… και κείνη… είχε βγει μαζί του για φαΐ.
Εκείνος περιέγραφε ένα φαντασμαγορικό πανόραμα
με ιπτάμενους δίσκους διαγαλαξιακών γεύσεων, και κείνη είχε
αρχίσει να ξεχνάει την μαύρη της την πείνα.
Λίκνιζε τα βαριά κλαδιά του σαν ψηλό οπορωφόρο, και κήρυττε
τον οριστικό θάνατο του χύμα κρασιού, της πατάτας φούρνου
και της πάστας αμυγδάλου. Όμορφος σαν Απόλλωνας ξερνούσε
λόγια με σιγουριά δημόσιου κατήγορου σε έξαψη.
Εκείνη χάνονταν στην όψη και στην τάξη δύο διμοιριών
κρυστάλλινων ποτηριών, και μιας αντιπυραυλικής συστοιχίας
ανοξείδωτων μαχαιροπιρουνοκούταλων.
Τι τα θες όμως; Η έπαρση των λέξεων γεννάει τον αδίστακτο.
Και τον κάνει παχύσαρκο των εννοιών. Τις λέξεις τις θεωρεί
δοξαστικές της θεότητας. Της μιας και μοναδικής θεότητας.
Του εαυτού του δηλαδή.
Εκείνη πάλι, αλλιώς τα ήξερε από μικρή. Ήξερε πως τα φαγητά
(όπως και ο έρωτας) είναι φτιαγμένα από το υλικό που είναι
φτιαγμένα τα όνειρα και όχι από αυτό των λέξεων.
΄Ηξερε πως για να πετύχουν, βασική προϋπόθεση είχαν
την φροντίδα για τον άλλο, αυτόν που θα τα φάει,
τον τυχερό που θα τα γευτεί γιατί τα αποζητά,
κι όχι τον σταδιακό αφανισμό της άδολης, δίκαιης και ώριμης
ζωοτροφίας, προς δόξαν κάθε χορτάτου καταδιωκόμενου
από την εμμονή μιας ανώδυνης ευκαιριακής εξοικείωσης
με τους –ντε και καλά- νεωτερισμούς.
Για αυτό, εκείνη συνέχιζε να αδειάζει. Έρημο αδειανό κέλυφος.
Κλείνει τα μάτια τώρα, μπας και καταφέρει να αποκαταστήσει
το αλισβερίσι με τις πέντε αδυνατισμένες και μπερδεμένες
αισθήσεις της. Μύριζε τις λέξεις, άκουγε το απείραχτο πιάτο φαΐ
μπροστά της , έβλεπε το βουητό των θαμώνων του εστιατορίου.
Και να πείς δεν τα ΄βλεπε τα χαΐρια τους; Τα ΄βλεπε.
Σαν την Κασσάνδρα και αυτή, την τραγική θυγατέρα του Πριάμου
και της Εκάβης. Που, την άρνησή της να υποκύψει στα θέλγητρα
του θεού (του Απόλλωνα ντε), την πλήρωσε σκληρά.
Έβλεπε το κακό να πλησιάζει δίχως κανείς να την πιστεύει.
Απ΄ την αρχή μάντευε αυτά που πρόκειται να συμβούν,
και σαν ξεχαρβαλωμένο ελατήριο που χασε τον παλμό του,
αδυνατούσε να αντιδράσει.
Δυστυχώς όμως, είναι άλλο να είσαι χορτάτος από λέξεις
και να επαίρεσαι πως κατάλαβες το παν, (διότι την τύφλα σου κατάλαβες),
και είναι άλλο να καθησυχάζεις σαν παιδί που ευχαριστημένο
αποκοιμιέται απ΄το παιχνίδι στην αγκαλιά της μαμάς.
Είναι άλλο να αναδιπλώνεσαι πίσω στην αυτοκυριαρχία,
στην συμπόνια και στην χλιαρή κατανόηση,
και είναι άλλο, να ρέει η εμπιστοσύνη απ΄τα απαλά κλειστά βλέφαρα,
να γλιστράει από τον λάρυγγα κελαριστά στον οισοφάγο,
για να καταβαραθρωθεί τελικά στα άδυτα
του ιερού στομάχου.
Τα βλεπε λοιπόν τα μελλούμενα η τραγική Κασσάνδρα,
but…ουδείς την πίστευε.
Ως που ήρθε ο λογαριασμός.
Σάββατο 10 Μαΐου 2008
στα μισά...του έρωτα

Πόσο απερίσκεπτα την εκλιπαρούσε;
Πόσο τον έτρωγε τούτη η υπόθεση;
«Ζωή, παλουκώσου! Μείνε εδώ ακίνητη!» την διάταζε.
«Θα τελειώσω με τη δουλειά και θα πάμε για καφέ το απόγευμα» της έταζε μετά.
Την λάτρευε, την προστάτευε, την κρατούσε τρυφερά στα χέρια του,
την εκθείαζε στους άλλους…
Κι αυτήν αγέρωχη. Γλυκιά και τερατώδης. Υπέροχη ανάμεσα σ΄ όλες…
με απαλές γραμμές και μικρές μελωδικές πτυχώσεις.
Πιο θαμπός, αυτός, αγκυροβολημένος στην ράδα της…
Στην κοσμάρα της αυτή…
Άλλοτε πάλι, άγρια και κυματιστή, τυλιγόταν στα πέπλα του σκοταδιού της,
και του έφευγε για κάποιους μακρινούς ακατοίκητους αμμόλοφους.
«Αχ αυτή η σπατάλη της…» μονολογούσε εντός του.
Kαι την περίμενε να γυρίσει.
Αυτός ήταν του ακριβούς, του μετρίου και του ευσταθούς. Και ήθελε ελεγχόμενη απόσβεση των κραδασμών. Αυτήν… πότε ουράνια και πότε αβυσσαλέα, πότε δόξαζε και πότε ευτέλιζε οποιονδήποτε αιχμαλώτιζε στη ροή της.
Διάλεγε για τον εαυτό του, τον ρόλο του ενάρετου ακροατή,
και στη μουσική, και στον έρωτα. (Με γκρίζα μάτια και σκυφτό κεφάλι, παλιότερα.
Με γκρίζο κεφάλι και σκυφτά μάτια, τώρα…στα μισά)
Διάλεγε για τον εαυτό του, μια εκ περιτροπής εθελούσια αιχμαλωσία .
Τη μια στο νόημα και την άλλη στη φόρμα. Τη μια στη σάρκα και το κορμί,
την άλλη στο μυαλό και την ψυχή.
«…ζωή, παλουκώσου! Μείνε εδώ ακίνητη!» την διάταζε.
Πόσο απερίσκεπτα την εκλιπαρούσε;
Πόσο τον έτρωγε τούτη η υπόθεση της μοναδικής του ζωής;
Πέμπτη 8 Μαΐου 2008
ιδιόγραφο
Τρίτη 15 Απριλίου 2008
Έρωτες παρελθόντων χρήσεων
ταράτσες της πόλης, και στα χορτάρια του πάρκου το καλοκαίρι,
του προκαλεί ακόμα και σήμερα ερεθισμό στην όσφρηση
και στη γεύση. Την κατάβαθη ζεστή πνοή της στο λαιμό του, τότε,
την είχε ονοματίσει: «φλέβα»
«Τόσο εξευγενισμένη και όμορφη φλέβα, να πάλλεται
και να χτυπά στο δεξί κρόταφο, δίπλα στο φρύδι …
άλλη δεν βρίσκεις» έλεγε.
Ίδια η ζωή, απείραχτη, ήταν τότε η φλέβα της,
κι η νύχτα αγνάντια τους, έπαιζε με τις τηλεοπτικές κεραίες
των απέναντι ταρατσών.
Απόψε, χρόνια μετά,
ετεροβαρώς, προς το συμφέρον του, θέλησε να ωφεληθεί,
και της ψιθύρισε γλυκά: «Να στον μπήξω;»
Διπλός άρρυθμος χτύπος, σαν διχασμένος εραστής,
χτύπησε αναπάντεχα στην ξεχασμένη από χρόνια,
φλέβα του κροτάφου της.
«Δεν διανέμονται κέρδη μέχρι πλήρους αποσβέσεως
παρελθόντων ερώτων» του είπε.
Εκείνος αποκρίθηκε ξαναμμένος: « Δικαιολογίες…Εάν τούτο
ήθελε ο έρως, θα εισήγαγε ασφαλώς κάποια ειδική ρύθμιση,
ή, εν πάση περιπτώσει, θα όριζε ρητώς με κάποιο τρόπο ότι
δεν διανέμονται κέρδη μέχρι αποσβέσεως παλαιοτέρων
συσσωρευμένων ζημιών. Κάτι το οποίο, γνωρίζω καλώς,
δεν έχει πράξει μέχρι τούδε.»
«Και τώρα τι θες να μου πεις δηλαδή, πως μια τέτοια ρύθμιση
θα αντέβαινε στην διάταξη περί προστασίας του
μερίσματος των επενδυτών..;» του είπε.
Παρασκευή 4 Απριλίου 2008
Παραμύθι από πρώτο χέρι.
που ο καθείς, άπαξ της ημέρας μια φορά, διηγείται στον εαυτό του.
Αλλάζοντας διαρκώς θέση στο κάτοπτρό του, ο καθένας
πολύπειρος παραμυθάς, ξεδιπλώνει τη πολύπτυχη ερμηνεία του,
σε ένα παιχνίδι νοημάτων και προτροπών, με ήρωα ποιόν άλλον;
τον εαυτό του.
Είναι, το δίχως άλλο, το πιο αγαπημένο και «πολυδιαβασμένο»
παραμύθι. Τον αινιγματικό και γοητευτικό ήρωά του,
ούτε καν εκείνη η διπρόσωπη αρχή προστασίας προσωπικών
δεδομένων, μπορεί να πτοήσει και να καταρρακώσει…
προστατεύοντας τον. Ούτε οι κάμερες του υπουργείου
δημοσίας τάξεως, να καταγράψουν. Διότι αυτός βρίσκει τις πιο
τρυφερές αφορμές, προκειμένου να ζει νεανικά, σε μια ώριμη
ανεμελιά. Να συνομιλεί, επί ίσοις όροις, με την τύχη του.
Να είναι ευπρόσδεκτος στο παιχνίδι κατά το οποίο, τρελαίνονται
τα νοήματα που συναπαρτίζουν την θέλησή του.
Σκουντουφλά στους ομηρικούς ιάμβους σαν Οδυσσέας,
και ξεχνάει ηθελημένα να δεθεί στο κατάρτι.
( καθότι είναι σίγουρος πως οι Σειρήνες μαζί του, θα γνωρίσουν
τον πραγματικό έρωτα.). Είναι αρνητής των μαζικοποιημένων
συμπεριφορών, και γυρίζει την πλάτη στις ετοιματζίδικες
συνταγές ευτυχίας. Αμετανόητος, ευφυής πέραν του δεόντως,
γλυκά μανιακός, εφευρετικός, από καλή οικογένεια,
καταβάλει προσπάθειες, σπαταλά τα πλούσια ταλέντα του,
συνειδητοποιεί γενικώς, διάγει εγκαταλελειμμένος από εκείνους
που βοήθησε, πληρώνει γαμισιάτικα για άλλους, παρασύρεται
από το μέγα πάθος,
αλλά με ισχυρή εσωτερική φλόγα διαπλέει όρθιος και γενναίος
τον Αχέρωντα... Αν χρειαστεί.
Τυχοδιώκτης, γυναικοκατακτητής, μεθοδικός. Απαλλαγμένος
από την i priori ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος.
Ζορρό ή Ρομπέν, επιστρέφει συνεχώς για να εξαλείψει
την δυστυχία…όταν έχει χρόνο. Με γνώση του μέτρου και
των ορίων, για τα οποία όμως αδιαφορεί. Εξαντλεί και την
τελευταία ρανίδα επιθυμίας για έρωτα και ζωή,
και φυσικά οδηγεί σαν τον σουμάχερ.
Κάθε του λάθος (εσκεμμένο φυσικά) αποτελεί μια αλληγορία
διδακτική για την ανθρωπότητα.
Αυτός είναι ο ήρωας του παραμυθιού του.
Του Παραμυθιού από πρώτο χέρι.
Αυτός είναι. Ο απλός, λαϊκός, μπεσαλής, σύγχρονος,
του καθενός κρυφός εταίρος.
Διάγει εν μέσω ενός υγιούς φιλελεύθερου ανταγωνισμού,
με εκατομμύρια άλλους κρυφούς, απλούς και μπεσαλήδες σπάιντερμαν.
Αυτός είναι… το παγκοσμιοποιημένο υποζύγιο.
Και αυτό είναι ένα παραμύθι από πρώτο χέρι.
Το παραμύθι με το καλοκάγαθο γαϊδουράκι, του οποίου
οι χαμένες ψευδαισθήσεις, γίνονται οριστικά χαμένες,
μόλις λίγο πριν «τινάξει τα πέταλα».
