Δευτέρα 26 Μαΐου 2008

Ιστορίες απ΄το Γουρμεδιστάν

Η σημερινή διήγησή μας έχει λόγια. Και πότε δεν έχει δηλαδή;
Έχει και πρόσωπα. Ως συνήθως.
Σήμερα όμως πρωταγωνιστούν τα λόγια.
Αφορμή στάθηκαν οι γενίτσαροι του αξιαγάπητου Μοίρη,
και τον ευχαριστώ για αυτό.
Πριν μπω αναπτύσοντας το κυρίως ειπείν θέμα, θα ήθελα
να διευκρινήσω τα εξής:
α)πως δεν αρνούμαι πως η θεωρητική γνώση και κατάρτηση
είναι απόλυτα αναγκαία για να καταπολεμηθούν οι δυσκολίες της ζωής.
β) πως η ακόλουθη ιστοριούλα θα μπορούσε να ήταν
και φανταστική.
γ) πως η φύσις της (της ιστοριούλας), είναι ψυχοκοινωνική και
στηλιτεύει την τεράστια δυσκολία που έχουν οι άνδρες, να υποτάξουν
τα νοσηρά τους αισθήματα υπεροχής και επίδειξης.
και δ) συγχωρέστε με, αν δείχνω μικρόψυχος και παρωχημένος.
Λοιπόν…ξεκινάω.
Της έλεγε, της έλεγε, της έλεγε, της έλεγε, της έλεγε…
Και κείνη άδειαζε, άδειαζε, άδειαζε…
Εκείνος μιλούσε, εκείνη άδειαζε.
Στο τέλος είχε μείνει μόνο το τσόφλι της.
Εκείνος συνέχιζε να λέει… και κείνη… είχε βγει μαζί του για φαΐ.
Εκείνος περιέγραφε ένα φαντασμαγορικό πανόραμα
με ιπτάμενους δίσκους διαγαλαξιακών γεύσεων, και κείνη είχε
αρχίσει να ξεχνάει την μαύρη της την πείνα.
Λίκνιζε τα βαριά κλαδιά του σαν ψηλό οπορωφόρο, και κήρυττε
τον οριστικό θάνατο του χύμα κρασιού, της πατάτας φούρνου
και της πάστας αμυγδάλου. Όμορφος σαν Απόλλωνας ξερνούσε
λόγια με σιγουριά δημόσιου κατήγορου σε έξαψη.
Εκείνη χάνονταν στην όψη και στην τάξη δύο διμοιριών
κρυστάλλινων ποτηριών, και μιας αντιπυραυλικής συστοιχίας
ανοξείδωτων μαχαιροπιρουνοκούταλων.
Τι τα θες όμως; Η έπαρση των λέξεων γεννάει τον αδίστακτο.
Και τον κάνει παχύσαρκο των εννοιών. Τις λέξεις τις θεωρεί
δοξαστικές της θεότητας. Της μιας και μοναδικής θεότητας.
Του εαυτού του δηλαδή.
Εκείνη πάλι, αλλιώς τα ήξερε από μικρή. Ήξερε πως τα φαγητά
(όπως και ο έρωτας) είναι φτιαγμένα από το υλικό που είναι
φτιαγμένα τα όνειρα και όχι από αυτό των λέξεων.
΄Ηξερε πως για να πετύχουν, βασική προϋπόθεση είχαν
την φροντίδα για τον άλλο, αυτόν που θα τα φάει,
τον τυχερό που θα τα γευτεί γιατί τα αποζητά,
κι όχι τον σταδιακό αφανισμό της άδολης, δίκαιης και ώριμης
ζωοτροφίας, προς δόξαν κάθε χορτάτου καταδιωκόμενου
από την εμμονή μιας ανώδυνης ευκαιριακής εξοικείωσης
με τους –ντε και καλά- νεωτερισμούς.
Για αυτό, εκείνη συνέχιζε να αδειάζει. Έρημο αδειανό κέλυφος.
Κλείνει τα μάτια τώρα, μπας και καταφέρει να αποκαταστήσει
το αλισβερίσι με τις πέντε αδυνατισμένες και μπερδεμένες
αισθήσεις της. Μύριζε τις λέξεις, άκουγε το απείραχτο πιάτο φαΐ
μπροστά της , έβλεπε το βουητό των θαμώνων του εστιατορίου.
Και να πείς δεν τα ΄βλεπε τα χαΐρια τους; Τα ΄βλεπε.
Σαν την Κασσάνδρα και αυτή, την τραγική θυγατέρα του Πριάμου
και της Εκάβης. Που, την άρνησή της να υποκύψει στα θέλγητρα
του θεού (του Απόλλωνα ντε), την πλήρωσε σκληρά.
Έβλεπε το κακό να πλησιάζει δίχως κανείς να την πιστεύει.
Απ΄ την αρχή μάντευε αυτά που πρόκειται να συμβούν,
και σαν ξεχαρβαλωμένο ελατήριο που χασε τον παλμό του,
αδυνατούσε να αντιδράσει.
Δυστυχώς όμως, είναι άλλο να είσαι χορτάτος από λέξεις
και να επαίρεσαι πως κατάλαβες το παν, (διότι την τύφλα σου κατάλαβες),
και είναι άλλο να καθησυχάζεις σαν παιδί που ευχαριστημένο
αποκοιμιέται απ΄το παιχνίδι στην αγκαλιά της μαμάς.
Είναι άλλο να αναδιπλώνεσαι πίσω στην αυτοκυριαρχία,
στην συμπόνια και στην χλιαρή κατανόηση,
και είναι άλλο, να ρέει η εμπιστοσύνη απ΄τα απαλά κλειστά βλέφαρα,
να γλιστράει από τον λάρυγγα κελαριστά στον οισοφάγο,
για να καταβαραθρωθεί τελικά στα άδυτα
του ιερού στομάχου.
Τα βλεπε λοιπόν τα μελλούμενα η τραγική Κασσάνδρα,
but…ουδείς την πίστευε.
Ως που ήρθε ο λογαριασμός.

Σάββατο 10 Μαΐου 2008

στα μισά...του έρωτα



Πόσο απερίσκεπτα την εκλιπαρούσε;
Πόσο τον έτρωγε τούτη η υπόθεση;
«Ζωή, παλουκώσου! Μείνε εδώ ακίνητη!» την διάταζε.
«Θα τελειώσω με τη δουλειά και θα πάμε για καφέ το απόγευμα» της έταζε μετά.
Την λάτρευε, την προστάτευε, την κρατούσε τρυφερά στα χέρια του,
την εκθείαζε στους άλλους…
Κι αυτήν αγέρωχη. Γλυκιά και τερατώδης. Υπέροχη ανάμεσα σ΄ όλες…
με απαλές γραμμές και μικρές μελωδικές πτυχώσεις.
Πιο θαμπός, αυτός, αγκυροβολημένος στην ράδα της…
Στην κοσμάρα της αυτή…
Άλλοτε πάλι, άγρια και κυματιστή, τυλιγόταν στα πέπλα του σκοταδιού της,
και του έφευγε για κάποιους μακρινούς ακατοίκητους αμμόλοφους.
«Αχ αυτή η σπατάλη της…» μονολογούσε εντός του.
Kαι την περίμενε να γυρίσει.

Αυτός ήταν του ακριβούς, του μετρίου και του ευσταθούς. Και ήθελε ελεγχόμενη απόσβεση των κραδασμών. Αυτήν… πότε ουράνια και πότε αβυσσαλέα, πότε δόξαζε και πότε ευτέλιζε οποιονδήποτε αιχμαλώτιζε στη ροή της.

Διάλεγε για τον εαυτό του, τον ρόλο του ενάρετου ακροατή,
και στη μουσική, και στον έρωτα. (Με γκρίζα μάτια και σκυφτό κεφάλι, παλιότερα.
Με γκρίζο κεφάλι και σκυφτά μάτια, τώρα…στα μισά)
Διάλεγε για τον εαυτό του, μια εκ περιτροπής εθελούσια αιχμαλωσία .
Τη μια στο νόημα και την άλλη στη φόρμα. Τη μια στη σάρκα και το κορμί,
την άλλη στο μυαλό και την ψυχή.
«…ζωή, παλουκώσου! Μείνε εδώ ακίνητη!» την διάταζε.
Πόσο απερίσκεπτα την εκλιπαρούσε;
Πόσο τον έτρωγε τούτη η υπόθεση της μοναδικής του ζωής;

Πέμπτη 8 Μαΐου 2008

ιδιόγραφο

(κάνε κλίκ)

Φχαριστώ την Νίνα για την κλήση,
το autographcollectors για τη ιδέα,
και τον Καζαντζίδη για την ερμηνεία.

Τρίτη 15 Απριλίου 2008

Έρωτες παρελθόντων χρήσεων

Το αλησμόνητο παλιό παιχνίδι τους την Άνοιξη, στις ψηλές
ταράτσες της πόλης, και στα χορτάρια του πάρκου το καλοκαίρι,
του προκαλεί ακόμα και σήμερα ερεθισμό στην όσφρηση
και στη γεύση. Την κατάβαθη ζεστή πνοή της στο λαιμό του, τότε,
την είχε ονοματίσει: «φλέβα»

«Τόσο εξευγενισμένη και όμορφη φλέβα, να πάλλεται
και να χτυπά στο δεξί κρόταφο, δίπλα στο φρύδι …
άλλη δεν βρίσκεις» έλεγε.
Ίδια η ζωή, απείραχτη, ήταν τότε η φλέβα της,
κι η νύχτα αγνάντια τους, έπαιζε με τις τηλεοπτικές κεραίες
των απέναντι ταρατσών.

Απόψε, χρόνια μετά,
ετεροβαρώς, προς το συμφέρον του, θέλησε να ωφεληθεί,
και της ψιθύρισε γλυκά: «Να στον μπήξω;»

Διπλός άρρυθμος χτύπος, σαν διχασμένος εραστής,
χτύπησε αναπάντεχα στην ξεχασμένη από χρόνια,
φλέβα του κροτάφου της.
«Δεν διανέμονται κέρδη μέχρι πλήρους αποσβέσεως
παρελθόντων ερώτων» του είπε.

Εκείνος αποκρίθηκε ξαναμμένος: « Δικαιολογίες…Εάν τούτο
ήθελε ο έρως, θα εισήγαγε ασφαλώς κάποια ειδική ρύθμιση,
ή, εν πάση περιπτώσει, θα όριζε ρητώς με κάποιο τρόπο ότι
δεν διανέμονται κέρδη μέχρι αποσβέσεως παλαιοτέρων
συσσωρευμένων ζημιών. Κάτι το οποίο, γνωρίζω καλώς,
δεν έχει πράξει μέχρι τούδε.»

«Και τώρα τι θες να μου πεις δηλαδή, πως μια τέτοια ρύθμιση
θα αντέβαινε στην διάταξη περί προστασίας του
μερίσματος των επενδυτών..;» του είπε.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

Παραμύθι από πρώτο χέρι.

Παραμύθι από πρώτο χέρι, ονομάζω το εσωτερικό αφήγημα
που ο καθείς, άπαξ της ημέρας μια φορά, διηγείται στον εαυτό του.
Αλλάζοντας διαρκώς θέση στο κάτοπτρό του, ο καθένας
πολύπειρος παραμυθάς, ξεδιπλώνει τη πολύπτυχη ερμηνεία του,
σε ένα παιχνίδι νοημάτων και προτροπών, με ήρωα ποιόν άλλον;
τον εαυτό του.
Είναι, το δίχως άλλο, το πιο αγαπημένο και «πολυδιαβασμένο»
παραμύθι. Τον αινιγματικό και γοητευτικό ήρωά του,
ούτε καν εκείνη η διπρόσωπη αρχή προστασίας προσωπικών
δεδομένων, μπορεί να πτοήσει και να καταρρακώσει…
προστατεύοντας τον. Ούτε οι κάμερες του υπουργείου
δημοσίας τάξεως, να καταγράψουν. Διότι αυτός βρίσκει τις πιο
τρυφερές αφορμές, προκειμένου να ζει νεανικά, σε μια ώριμη
ανεμελιά. Να συνομιλεί, επί ίσοις όροις, με την τύχη του.
Να είναι ευπρόσδεκτος στο παιχνίδι κατά το οποίο, τρελαίνονται
τα νοήματα που συναπαρτίζουν την θέλησή του.
Σκουντουφλά στους ομηρικούς ιάμβους σαν Οδυσσέας,
και ξεχνάει ηθελημένα να δεθεί στο κατάρτι.
( καθότι είναι σίγουρος πως οι Σειρήνες μαζί του, θα γνωρίσουν
τον πραγματικό έρωτα.). Είναι αρνητής των μαζικοποιημένων
συμπεριφορών, και γυρίζει την πλάτη στις ετοιματζίδικες
συνταγές ευτυχίας. Αμετανόητος, ευφυής πέραν του δεόντως,
γλυκά μανιακός, εφευρετικός, από καλή οικογένεια,
καταβάλει προσπάθειες, σπαταλά τα πλούσια ταλέντα του,
συνειδητοποιεί γενικώς, διάγει εγκαταλελειμμένος από εκείνους
που βοήθησε, πληρώνει γαμισιάτικα για άλλους, παρασύρεται
από το μέγα πάθος,
αλλά με ισχυρή εσωτερική φλόγα διαπλέει όρθιος και γενναίος
τον Αχέρωντα... Αν χρειαστεί.
Τυχοδιώκτης, γυναικοκατακτητής, μεθοδικός. Απαλλαγμένος
από την i priori ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος.
Ζορρό ή Ρομπέν, επιστρέφει συνεχώς για να εξαλείψει
την δυστυχία…όταν έχει χρόνο. Με γνώση του μέτρου και
των ορίων, για τα οποία όμως αδιαφορεί. Εξαντλεί και την
τελευταία ρανίδα επιθυμίας για έρωτα και ζωή,
και φυσικά οδηγεί σαν τον σουμάχερ.
Κάθε του λάθος (εσκεμμένο φυσικά) αποτελεί μια αλληγορία
διδακτική για την ανθρωπότητα.
Αυτός είναι ο ήρωας του παραμυθιού του.
Του Παραμυθιού από πρώτο χέρι.
Αυτός είναι. Ο απλός, λαϊκός, μπεσαλής, σύγχρονος,
του καθενός κρυφός εταίρος.
Διάγει εν μέσω ενός υγιούς φιλελεύθερου ανταγωνισμού,
με εκατομμύρια άλλους κρυφούς, απλούς και μπεσαλήδες σπάιντερμαν.
Αυτός είναι… το παγκοσμιοποιημένο υποζύγιο.
Και αυτό είναι ένα παραμύθι από πρώτο χέρι.
Το παραμύθι με το καλοκάγαθο γαϊδουράκι, του οποίου
οι χαμένες ψευδαισθήσεις, γίνονται οριστικά χαμένες,
μόλις λίγο πριν «τινάξει τα πέταλα».

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2008

Το βέλος του χρόνου

Αυτάρεσκος, πολυρρήμων και αερολόγος τω τρόπω,
βρίθων ιδιωτικά βίτσια, χαίρων όμως πλούτου δημοσίων αρετών,
εξετρέπετο συχνά σε αυθόρμητο λαϊκό σουρεαλισμό.
Εξέπεμπε τότε χαχανητά και δάκρυα στο περιβάλλον ένα γύρω…
προσφέροντας αφειδώς ανεκτίμητο υλικό σχολίων, για τους
θαμώνες των καφενείων. Ασταθή, ύπουλα και επικίνδυνα
τα παράγωγα της δράσης του, σαν ισότοπα του πλουτωνίου.
Ο Ιεροκλής όταν μιλούσε, δεν μιλούσε. Συνέθετε με χρωματιστά
νήματα, και έντυνε τα κενά που άφηναν οι διηγήσεις των άλλων.
Μια μικρούλα, τόση δα φράση-μπάλωμα, του αρκούσε
για να ξεθάψει το φέρετρο του κόσμου.
Έλειωνε τόνους γλωσσικό μετάλλευμα, από τα ορυχεία
των μακροσκελών τοποθετήσεων των συνδαιτυμόνων,
και έστηνε αργά και μεθοδικά το μαυσωλείο της ήττας τους.
Όταν η ομήγυρις ήταν πλέον έτοιμη, ξεκούμπωνε τη βαλβίδα
εκτόνωσης με τις λαβίδες της απαξίας που διέθετε …
και όποιον πάρει ο χάρος.
Πρόβαινε σε ερμηνευτική κλασματική απόσταξη, όσων είχαν
ως τότε ακουστεί στο τραπέζι. Μπάχαλο το καφενείο.
Σύγκλητος και λαός, απολάμβαναν μια πολύτροπη και
διατρητική πρόκληση, σαν εφηβική ομαδική μαλακία
συγχρονισμένης εκσπερμάτωσης, η οποία καθώς προσέπιπτε
στο ασταθές υλικό των ζαλισμένων από το τσίπουρο
τετραμελών παρεών, προκαλούσε σχάση των πυρήνων τους.
Μ΄αυτά και μ΄ αυτά , σε κανέναν δεν ξένιζε η αστρονομική
εμπορική αξία της συντροφιάς του Ιεροκλή στην πιάτσα …
ούτε ενοχλούσε το βαρύ κόστος της παρέας του…
ούτε η ανυπόφορη γοητεία του…ούτε καν η συχνά γεμάτη
απελπισία, χαρά του. Να΄ταν τυχαίο άραγε που λίγο κάτω
από τον καρπό, στο δεξί χέρι είχε ερασιτεχνικό νεανικό τατουάζ,
το αλχημιστικό σύμβολο της ποτάσας; Καυστικός σαν ποτάσα
κι αυτός, διέλυε τους λιπαρούς λεκέδες μαζί με το ύφασμα.
Συνεκδοχικά υπέθετα και ενίσχυα την βεβαιότητά μου, καθότι
διαστροφικά αναλυτικός, πως όσο πιο πυρίμαχα «ταξίδευε»
ο Ιεροκλής μες στη φωτιά, τόσο το σημείο τήξης,
του κουρκουτιασμένου για πολλούς, μυαλού του,
μετατίθονταν βαθύτερα στο μάκρος του ορίζοντά του.

Χρόνος
Προχωρημένο πρωινό του περασμένου Σαββάτου,
δέκα και μισή με έντεκα.
Τόπος
Περνάει από την πλατεία Δημοκρατίας, φρέσκος και
(σπάνιο για αυτόν) καθαρός από αλκοόλ..
Tρόπος
Νευρώδης, λεπτός και γεμάτος ενέργεια τριποδίζει
(με δύο πόδια όμως) σαν νεαρό άλογο πάνω στις πλάκες του
δρόμου. Ο λαμπρός ήλιος, όπως έχει σηκωθεί πάνω απ΄ τα σπίτια,
σχηματίζει ένα φωτοστέφανο γύρω απ΄ το μαλλιαρό γκρίζο κεφάλι του.

«Τι χαμπάρια Ιεροκλή..;»

«Βρίσκομαι σε φάση λεπτοδουλειάς, και διαμόρφωσης ύφους…
Εσείς πού πάτε σαββατιάτικος και γυμνός πτωχέ μου, Κωστή; «

«Εγώ βρίσκομαι σε φάση αδείας, και πάω λαϊκή για κάνα
ζαρζαβατικό…αλλά για ξηγήσου ρε Κλή, για ποιό ακριβώς
ύφος μιλάς;»
αποκρίθηκα κοιτώντας συγχρόνως να τσεκάρω
αν έβαλα ρούχα πριν βγω.

«Για το ύφος "ιχθυόμορφο βδελυρό άφθαρτο και σαλιάρικο
εξωγήινο τέρας"».

«Ενδιαφέρον…για συνέχισε»

«Περιπλανιέμαι στο σύμπαν , άσχημο, ζέον και γλοιώδες,
(πλην όμως με καλή ευαίσθητη και μελαγχολική ψυχή)
και ψάχνω για το ουσιαστικό και το θεμελιώδες…».

«Κι αν επιτρέπεται, αγαπητό αποτρόπαιο alien, ποιο
πικρόχολο συμπαντικό χιούμορ σε έριξε εδώ στη γή;
Ποια βάσκανος μοίρα σε μούτζωξε, και φόρτωσε στις αθώες
εξωγήινες πλάτες σου, μια τόσο σκληρή τιμωρία,
ένα τόσο βαρύ έργο, όπως αυτό του να βρεις νόημα στην ανοησία;»

« Με τράβηξε η βαρύτητα της γης. Αφενός.
Αφετέρου, η ανοίκειος φύσις των ανθρώπων»

Έκανα να προσπεράσω, μια κρυφή, αμυδρή-τόση δα- συγκίνηση όμως,
σαν να με κράτησε από το μανίκι.
«Δηλαδή;» ρώτησα.

«Να …εσύ, φερ΄ ειπείν, ως συνεπής απολογητής του είδους σας,
ξεκινάς έναν μεγάλο, δίχως ελπίδα, νυν υπέρ πάντων αγώνα
με τον χρόνο, κάθε πρωί. Ενώ το θεμελιώδες, αλλά και το εφικτό,
θα ΄ταν να μάχεσαι βήμα-βήμα για την κατάκτηση
της κάθε χαμένης ηλιόλουστης μέρας σου.»

«Για Ιχθυόμορφο βδελυρό εκτόπλασμα, δεν τα λες κι άσχημα.
Προτείνεις δηλαδή, να κατέβω από την ατμομηχανή
που σέρνει τον χρόνο;»

«Όχι ακριβώς…σου προτείνω να ξαναγράψεις το σενάριο.
Εκεί, λίγο πριν την κορύφωση του δράματος, να γίνεις επινοητής
ενός «από ατμομηχανής θεού», ας πούμε. Διότι σε βλέπω,
κατά την διαδικασία του μοντάζ, να σου κόβουν τις σκηνές.
Και τις έπαιξες με τόσο κόπο…»

«Κλη, πες σε παρακαλώ στον Υπέρτατο Μοντέρ, πως ο λόγος που
με κρατάει στο "έργο" είναι το κωλοβάρεμα. Και σκοπεύω έτσι
κωλοβαρώντας να συνεχίσω.»

«Ο.Κ. δεν θα παραλείψω…»

«Άντε γεια»

«Πού πας; Ναρθω και γω;»

« Έλα βιάσου. Πάμε λαϊκή να δούμε αν το βέλος του χρόνου
και η εντροπία του σύμπαντος , έριξαν τις τιμές στα μαρούλια
και στα μπρόκολα...
Μετά θα σε κεράσω ένα τσίπουρο».

«Φύγαμε».

Σάββατο 15 Μαρτίου 2008

keep up the good work

Σε πείσμα, όσων η επίσημη βλογοκατήχηση ισχυρίζεται
και προβάλει, η συμπεριφορά των ατομικών, υποατομικών,
συλλογικών, και διασυλλογικών βλογς ξεδιπλώνεται και
αναπτύσσεται ΚΑΙ σε ένα μυστηριακό επίπεδο πραγματικότητας,
του οποίου δεν είμαστε ενήμεροι. Ούτε εμείς, ούτε τα ίδια.
Υπάρχει δηλαδή μια διάσταση, πέραν εκείνων των γνωστών
που ενημερώνουν, λογοτεχνίζουν, διυλίζουν, αποφορτίζουν,
σολοικίζουν, βαρβαρίζουν, μετρούν στατιστικά, λογαριάζουν
επισκεψιμότητες, βρίζουν, κουτσουρεύουν, αποκαλύπτουν,
μαλακίζονται, φιλοσοφούν,ομφαλοσκοπούν, ξεψειρίζονται. κτλ κτλ.
Πρόκειται για κείνη την διάσταση εντός της οποίας
το κάθε επιμέρους ιστολόγιο εμπεριέχει το σύνολο της εικόνας
της μπλογκοσφαίρας. Παραπέμπει δηλαδή, στη δομή ενός
μορφοκλάσματος (fractal στην κοινή διεθνή ονομασία), του οποίου
το βασικό χαρακτηριστικό είναι η αυτό-ομοιότητα των δομών του,
σε οποιοδήποτε τυχαίο τμήμα του. Τούτο δε,
επιβεβαιώνεται ως ένα βαθμό, κάθε Παρασκευή, νωρίς
το απόγευμα. Όταν μια αλλόκοτη «τρέλα» παρεισφρέει,
και επί εικοσιτετραώρου διακατέχει το σύνολο του τρόπου
βλογο-ύπαρξης. Τότε, όταν σύσσωμα τα ιστολόγια
γιορτάζουν το τέλος της κουτσουρεμένης εβδομάδας.

(φωτό: Όμορφη απωανατολίτισσα ιστολόγος, απολαμβάνει
τον βραδινό ύπνο της Παρασκευής, αγκαλιά με το ιστολόγιο της.
Στην ένθετη φωτογραφία κάτω δεξιά, χαρακτηριστικά δείγματα
ιστολογίων, σε κατάσταση fridayevening).