
κι οι άνθρωποι μπλέκονται στα δίχτυα των αχτινών
και τρεκλίζουν σαν πρωτόβγαλτα πουλιά...
Γιάννης Ρίτσος
Λειτουργεί με απώτερο σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση του "τίποτα"... αλλά και του "κάτι" ......................................................................................................................................................................................................................................................................................

Αφού έφτασε στο γραφείο ξέσφιξε τη γραβάτα
Και κατευθύνθηκε στο κουζινάκι να ψήσει έναν βαρύγλυκο.
Δίχως να φοβάται την περίπτωση βιαίας
αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς,
κοιτά τώρα έξω από το παράθυρο.
Έκρυβε από καιρό μια κάμερα στα μάτια,
δια παν ενδεχόμενο.
Για το ενδεχόμενο μιας αναπάντεχης ονειροπόλησης.
πέρα απ΄ την απτή φανέρωση των μορφών.
Μπας κι ανιχνεύσει την ισχυρή ενδόμυχη
αναλαμπή της σημασίας,
που θα του προσπορίσει τα «μέσα» της ζωής του.
Παίρνω ανάσα και βουτάω…παίρνω αμπάριζα και βγαίνω.
Πρόλογος..;
Πρόλογος δεν υπάρχει.
Κυρίως θέμα..;
Κυρίως θέμα δεν υπάρχει…ως συνήθως.
Δημιουργείται, εξελίσσεται μοναχό του.
Βιώνεται στο δρόμο, στο πεζοδρόμιο, στη διαδρομή.
Μιλάω ασύστολα με υπονοούμενα, με υπαινιγμούς κάργα,
με σπόντες, με καρφιά, με μπετονόκαρφα, προς πάσα κατεύθυνση.
Μπορεί ελεύθερα νάναι πρεσβύωψ, να βλέπει δηλαδή όσα
μάκρυναν, κι όχι όσα ζύγωσαν.
Μπορεί ελεύθερα να πάσχει από δαλτονισμό,
ή από ακατάσχετη λογοπαιγνιολογία,
ή από άσχετη εξομολογητικότητα.
Μπορεί να στερείται οποιασδήποτε αυτόνομης αξίας.
Μπορεί η εμμονή του στην «αποτελεσματικότητα»,
να έχει ναρκώσει την φαντασία του.
Δυνάμει, ή εν ενεργεία, συγγραφεύς-κειμενογράφος,
έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να υποδύεται την ωραία κοιμωμένη,
ή να «υπαινίσσεται» έναν κοιμώμενο δράκο,
που κάποτε εκστατικά θα τον θαυμάσει ο εκδοτικός κόσμος
να βρυχάται και να εκπέμπει σπινθήρες, καπνούς και φλόγες
στα ταλαιπωρημένα μούτρα των αδίστακτων αναγνωστών του.
Ένας βλόγερ ακόμα κι αν έχει εγκλιματιστεί στην αποτυχία
(λιγότερο από δέκα σχόλια ανά πόστ),
και δεν έχει καβατζάρει τα 30 έτη, προλαβαίνει να απαγκιστρωθεί
και να διαφύγει της κατάθλιψης.
Εάν τα χει περάσει (τα 30) τότε μπορεί χωρίς τύψεις
να απολαμβάνει την καταδίκη του να αμφιρρέπει μεταξύ
ενός φλύαρου βερμπαλιστικού συμβολισμού,
ή ενός αφοριστικού ρομαντισμού.
Ή, τέλος πάντων, όπου αλλού του κάνει κέφι.
Όπως και να ΄χει, η μονομανία, η κατάθλιψη,
η αυτοχειρία πιθανότατα πλέον να μοιάζουν μονόδρομος.
Δεν είναι όμως.
Το «Πούλιτζερ» κάπου στο βάθος παραμονεύει.
Είναι πολλά που συμβαίνουν γύρω μου ,
τα οποία αδυνατώ να τα διαχειριστώ ικανοποιητικά.
Γλιστράνε σαν την άμμο μέσα από τα δάχτυλα.
Καμιά φορά στήνω έναν χορό ένοχης σιωπής γύρω τους.
Τα κοιτώ και δεν μιλώ.
Μπουκώνομαι σαν να μασάω χαλίκια,
και δεν «κατεβαίνουν» με τίποτα από τον οισοφάγο.
Ενίοτε όμως αποδεικνύονται χρήσιμα.
Είναι χρήσιμα για να καταγράφεται το μέτρο της «επίτευξης»,
ο βαθμός προσπέλασης του ορίζοντα.
Είναι χρήσιμα για να μη μας απελπίζει
ο «ορίζοντας του ανέφικτου» που πάντα απλώνεται μπροστά μας.
Διότι το ΄χουν αυτό οι ορίζοντες. Είναι ανέφικτοι.
Μετακινούνται διαρκώς παραπέρα,
όσο επιχειρούμε να τους ζυγώσουμε.
Τι διαολο-ορίζοντας θα ταν άλλωστε αν παρέμενε ακίνητος,
εύκολη λεία για κάθε Δον Κιχώτη;
Παρ΄ όλα αυτά, κρίνεται προνομιούχος ο πάσα ένας
ευψώνιστος Δον Κιχώτης, ο οποίος, όντας έχων ορίζοντες,
τους επιδιώκει και τους κυνηγά.
Διότι δίχως αυτούς, δεν θα ταν τίποτα, παρά μόνο
ένας αχρείος μεσο-ευδαιμονιστής, ένας μικρο-ευζωιστής,
ένας Σάντζο Πάντζα της σειράς.
Έρμαιο κάθε ευκολοκατάκτητου, ακίνητου ψευτορίζοντα.
Οι ορίζοντες λοιπόν, τα όνειρα και οι ουτοπίες, αποτελούν
τους μοναδικούς χρήσιμους και «ρεαλιστικούς» στόχους.
Σε βοηθούν κατά κάποιο τρόπο να «ξέρεις τί σου γίνεται».
Αρκεί μόνο να μετακινούνται διαρκώς.
Εν τέλει πρέπει να είναι αρκούντως «ανέφικτοι»,
για να είναι ικανοποιητικά «ρεαλιστικοί».
Γιατί, το να «επιδιώκεις» μια πολυτελή μεζονέτα
με πισίνα στην κατακα(η)μένη Πεντέλη,
και ένα τρίλιτρο ακριβό SUV όχημα, για να το στολίσεις
μπλε πλαστικά σημαιάκια κατά την επικείμενη
προεκλογική «φιέστα», δεν λέω, είναι ένας στόχος,
ένα όνειρο, ένας ορίζοντας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι «ξέρεις και τί σου γίνεται».
ΥΓ. Το παρόν πόνημα αποτελεί αμάχητη απόδειξη περί
της οφελίμου αξίας των διακοπών.
Το ενεπνεύσθιν κοιμώμενος και άρτι αφιχθείς εκ διακοπών.
Ονειρευόμουν ότι άλλαζα τον κόσμο,
ξυπνώντας διαπίστωσα
ότι άλλαζα κανάλια με το τηλεκοντρόλ.




Αν με ρωτάτε (που δεν με ρωτάτε) να σας πω ποίοι δρόμοι ανοίγονται
μπροστά σας και φυσικά ποιόν από όλους να ακολουθήσετε,
σας λέω πως αρμοδιότεροι απ όλους είσαστε σεις οι ίδιοι,
για να απαντήσετε σε αυτό το ερώτημα. Γιατί το αντίκρισμα της ζωής,
που ζούμε τώρα, στη σημερινή κρίσιμη θέση του κόσμου, βρίσκει δικαίωση μόνο αν «ακούσετε» και τραβήξετε το δρόμο, που θα νιώσετε μέσα σας να σας δείχνει, με εσωτερική αναγκαιότητα, ο ίδιος σας ο εαυτός. Ν’ ακολουθήσετε τη φωνή της συνείδησής σας, γιατί μέσα σε αυτή θα μιλάει και κάτι πλατύτερο από το άτομο σας, η κοινωνική και ταξική συνείδηση, που ζει χωρίς άλλο μέσα σας.
Ακόμα κι αν δεν το ξέρετε.
Εν πάση περιπτώσει, οι δρόμοι που ανοίγονται σήμερα μπροστά σας, δεν είναι πολλοί, είναι δύο. Είτε το θελήσετε να τους αναγνωρίσετε είτε όχι,
είτε προσπαθήσουν να σας τους κρύψουν μέσα στην ομίχλη των ιδεαλιστικών σοφισμάτων, είτε όχι.
Οι δρόμοι , που ανοίγονται μπροστά σας, είναι και παραμένουνε δυο.
Ή που θα καταφέρετε να οικειοποιηθείτε αυτό το συστηματοποιημένο
σύνολο «δράσεων» και θα το εφαρμόσετε σε μια συγκεκριμένη περιοχή του επιστητού, ή που δεν θα το κάνετε.
Κοντολογίς, οι δρόμοι παραμένουν δύο:
Ή που θα πάτε διακοπές, ή που δεν θα πάτε.
Να, για παράδειγμα (βλ φωτό 1), ζαλώθηκα τα συμπράγκαλα,
έζεψα το βόδι, φόρτωσα τα πιτσιρίκια,...και νάμαι!
Προς το παρόν έχω πρόβλημα. Δεν μου το φορτώνουν το όχημα στα
Εν τέλει βρέθηκε λύση.
Θα πάμε ένας- ένας, και θα συναντηθούμε εκεί.(Βλ.φωτό 2)



Ελάχιστες φορές νοσταλγώ την εφηβική και νεανική μου κόμη,
ο φαλακρός.
Πάντα ήθελα να πιστεύω (με έναν μεταφυσικό τρόπο,
είναι αλήθεια) πως αν η φύση είχε σταθεί πιο γενναιόδωρη
μαζί μου, και με είχε προικίσει με το ταλέντο της
«επιλεκτικής κώφωσης», πέραν των άλλων ωφελειών,
θα είχα καταφέρει να σώσω μέχρι σήμερα
κάτι από την παλιά αίγλη των μαλλιών
της πρώιμης και μέσης νεότητας μου.
Αν μπορούσα δηλαδή να ελέγχω και να επιλέγω,
κατά βούληση, την ροή όσων εισέρχονται στον λαβύρινθο
της ακουστικής κοιλότητας
και φτάνουν στον τυμπανικό υμένα ,
πιθανότατα σήμερα να είχα μαλλιά σαν του εικονιζόμενου.
Εν πάση περιπτώσει, ούτε το ταλέντο
της επιλεκτικής κώφωσης διέθετα,
ούτε οι εξωτερικές συνθήκες βοήθησαν,
δεδομένου ότι στην καθημερινότητα μου,
(στη δουλειά και αλλού) μου ΄λαχε οι μαλακίες που ακούω
να εισέρχονται σωρηδόν, και δίχως έλεος να κατακλύζουν
το αβοήθητο κεφάλι μου,
και τους άμοιρους θυλάκους της τριχοφυΐας.
Με αποτέλεσμα, εκεί κάπου στις παρυφές των τριάντα,
οι τρίχες μου άρχισαν σταδιακά και κατά ομάδες,
να προβαίνουν σε απονενοημένα διαβήματα διαμαρτυρίας.
Να με αποχαιρετούν, και υπακούοντας πειθήνια
στην (πουτάνα) γήινη βαρύτητα να με εγκαταλείπουν.
Για να μην μακρηγορώ και κουράζω λοιπόν,
μια τέτοια στιγμή, όπως το βράδυ του περασμένου Σαββάτου,
νοστάλγησα (έστω και για λίγο) να κουνήσω ρυθμικά, την
ανύπαρκτη χαίτη μου, στα στακάτα 4/4
του συγκλονιστικού Black Dog,
και του ακόμα συγκλονιστικότερου Whole lotta love.
Όλα αυτά τα θαυμαστά γινόταν στη μονή Λαζαριστών
στη Σταυρούπολη, και στην σκηνή στεκόταν ένας θρύλος
της σύγχρονης μουσικής τέχνης
Πώς να εκφράσω την συγκίνηση που ένοιωσα,
όταν η αισθησιακή και ψυχεδελική φωνή του Robert Plant,
έκοψε μαχαίρι τον αέρα; Έτσι ακριβώς, όπως τότε,
όταν ξεπετιόταν μέσα από το βυνίλλιο,
στα αναλογικά πικ-απ του ΄80.
Όσο και αν η «πείρα» μου ξέμαθε τον κόσμο…
όσο κι αν η περιρρέουσα ανοησία με κατέστησε «ακίνδυνο»
και φαλακρό…
τα απομεινάρια της πρώιμης νεότητας και της εφηβικής
ασυμβατότητας, στο άκουσμα της ανεπιτήδευτης
μπλουζ-σοουλ-φολκ-καντρυ hard ψυχεδέλειας του Plant
και των Strange sensation (του συγκροτήματος που τον
πλαισιώνει), ξύπνησαν και μου «φύτρωσαν» μαλλιά.
Ο performer των ανεπανάληπτων Led Zeppelin,
παρ ότι 59 Μαΐων, εμφανώς ερωτευμένος με την τέχνη του,
τραγούδησε, τσίριξε αισθησιακά,
συνεπήρε, και μετ΄ εκκένωσε ενέργεια, σχεδόν όπως τότε
όταν είχε δίπλα τους κορυφαίους μουσικούς της γενιάς του
Jimmy Page, John Bonham, John Paul Jones.
Έφυγα και πήγα «σούμπιτος» σε ένα μπαράκι
να ακούσω Zeppelin, γεμάτος αισθητική «ικανοποίηση»,
αλλά και μια ευχάριστη αυτοεπιβεβαίωση, διότι
στο εφηβικό μου δωμάτιο είχα κρεμασμένη (μεταξύ άλλων)
μια αφίσα του Plant, και διότι, μπορεί να μην ευτύχισα
να έχω «επιλεκτική κώφωση»,
αλλά μπόρεσα να έχω εκλεκτικά ακούσματα.