Σάββατο 5 Μαΐου 2007

Επεισόδιο 2ο, η συνέχεια και το τέλος.

Και ενώ όλοι θα περιμέναμε να ακούσουμε το αυτονόητο:
«και γω σ΄ αγαπώ»,
ούτος ο ουτιδανός της είπε τα εξής:

-« Η δήλωση σου, (σ΄αγαπώ) παρουσιάζει μια διπλή
απόκλιση από τον κεντρικό γλωσσικό άξονα
που την κουβαλάει.
Και εγγράφεται στον αέρα γύρω μας, και σ΄αυτούς
τους τέσσερις ξεφτισμένους τοίχους, με δύο τρόπους.»

-«Μήπως θα μπορούσες σε παρακαλώ να γίνεις
σαφέστερος; Είχα βγεί κιόλας χτες...δεν κοιμήθηκα και
καλά... θα σου ήμουν ευγνώνων αν με βοηθούσες»,
του είπε τότε αυτή.

-«Ο έρωτας μπορεί να ναι δύο πράγματα,
(κι αυτό ισχύει για όλους μας).
Μπορεί να ναι μια «δυνατότητα» , ή μια «ανάγκη».

-«Αχά!... για συνέχισε».

-«Στην πρώτη περίπτωση τον φαντάζεσαι, τον σκέφτεσαι,
τον ονειροπολείς, ως μια ακόμη δυνατότητα βίωσης.
Περιστρέφεσαι γύρω του χαριτωμένα και φιλήδονα
ως μια πολύχρωμη ,ευαίσθητη και ευτυχής πεταλούδα
του δάσους. Η οποία ζητάει για μια στιγμή,
στη ζωή του άλλου, το νόημα της δικής της μοίρας.
Και τούτο δεν είναι καθόλου κακό.
Διότι ουδείς μπορεί να υπάρχει ως «άτομο» έτσι γενικά…
Παρά μόνο στη σχέση του με τον άλλο.
Το δυσχερές όμως σε τούτη την περίπτωση είναι ότι,
χάνεσαι μέσα στην αφηρημένη χώρα των δυνατοτήτων.»

-«Ο.κ. το ΄πιασα. Η δεύτερη περίπτωση όμως ποια είναι;
Εις τί ακριβώς συνίσταται;»

-«Α..! η δεύτερη περίπτωση… η περίπτωση της «ανάγκης»…
Τότε ο έρωτας γίνεται βίαιος και επιτακτικός…
Μας κυριεύει ακόμα και χωρίς να το θέλουμε.
Είναι τότε όταν απευθύνεσαι στον ερώντα
με τα λόγια του Μικελλάντζελο:
"Ποιος είναι αυτός που με σπρώχνει με τη βία προς εσένα;
Αλίμονο μου! Αλίμονο μου… Δεν είμαι ελεύθερος λοιπόν;"
Τότε ξυπνάει ολάκερη η ύπαρξη και κουβεντιάζει
με την ραχοκοκαλιά του άδυτου…
τότε κάθε αντίσταση είναι μάταιη.
Από την ένωση μας με τον άλλο εξαρτάται η ύπαρξη,
ή μη, του παντός. Τότε εύκολα και περήφανα μπορείς
να ομολογήσεις ότι εκμηδενίστηκες ιδανικά.
(αν η σύνδεση δεν επιτευχθεί). Αλλά και να επιτευχθεί,
πάλι εκμηδενίστηκες, υπό μια έννοια.
Τούτη είναι θαρρώ η «γνήσια» αγάπη. Και η επίτευξη της
μοιάζει να είναι η ύψιστη πλήρωση.
Το άσχημο βέβαια σ΄ αυτή την περίπτωση είναι ότι,
έρχεται σε αντίθεση με τις πεπερασμένες βιολογικές
δυνατότητες των ανθρώπων.»

-«Δηλαδή;»

-«Δεν μπορεί να νοηθεί ένας τέτοιος έρωτας,
(από τους ερωτευμένους) παρά μονό ως αιώνιος.
Και τότε προβάλει σκληρή η ανακολουθία.
Οι ερωτευμένοι υπόσχονται ο ένας στον άλλο αιώνια αγάπη,
αλλά οι ίδιοι είναι θνητοί.
Η ορμή των νερών του ποταμού τεράστια.
Η κοίτη του όμως τόσο μικρή.»

-«Και τι κάνουμε τότε; Αντιστεκόμαστε;
Βγαίνουμε ναυαγοί στην όχθη;
Ή χανόμαστε στη άβυσσο;»

-«Δεν μπορεί να υπάρξει αντίσταση .
Ότι έχουμε να κάνουμε το κάνουμε τη στιγμή
της μεγαλύτερης σφοδρότητας και της κορύφωσης.
Ως που να ξαναπέσουμε (αν ξαναπέσουμε)
στους μετρημένους ρυθμούς, και στην προηγούμενη ατονία.
Διαπιστώνοντας με σκληρό τρόπο πως, ευτυχώς ή δυστυχώς,
τίποτα δεν είναι αιώνιο.»

-«Ωραία λοιπόν. Πώς το βλέπεις τώρα;
Εμείς σε ποια κατηγορία μπορούμε να υπαχθούμε;»

-«Θα προτιμούσα, στην πρώτη. Αλλά πολύ φοβάμαι
ότι ανήκουμε στη δεύτερη.»

-«Λοιπόν;»

-«Και γω σ΄ αγαπώ»

(σημ: εδώ κλείνει επιτέλους ο κύκλος των posts του έρωτα)

Πέμπτη 3 Μαΐου 2007

Σ΄αγαπώ.

Κοντοστεκόταν τώρα εκείνη, μπρος στους ξεφτισμένους
εξωτερικούς τοίχους του δωματίου του.
Ο λόγος των αέρηδων και των βροχών ήταν ξεκάθαρα
αποτυπωμένος πάνω στους τοίχους.
Τον δικό της λόγο προσπαθούσε τώρα με σύνεση να ξακαθαρίσει,
και για την ώρα δεν αποφάσιζε να ανοίξει την χαμηλή πόρτα
και να μπει.
Κι αναρωτιόταν... Πώς αυτό το «νόημα –διαμάντι» υπήρξε..;
πώς αυτό το δοξαστικό της γλώσσας ρήμα, επέζησε..;
Πώς σώθηκε το νόημα του..;
Πώς επιλέχθηκε και καθιερώθηκε..;
Πώς μέσα από τις χιλιετίες διατήρησε το φοβερό νόημα του..;
και χρησιμοποιείται με τον ίδιο μοναδικό τρόπο, ως τώρα..;
Αφού τέλειωσε μ΄ αυτούς τους συλλογισμούς, δρασκέλισε
το σκαλοπάτι, έσκυψε και πέρασε την χαμηλή πόρτα.
Στάθηκε μπρος του, όμορφη όσο ποτέ, και έτοιμη σαν από πάντα
του είπε: «Σ΄ αγαπώ».

Ποιά είναι αυτήν η διαδικασία κατά την οποία
ξεκαθαρίζουν οι προθέσεις, και τα νοήματα των
λέξεων δικαιώνονται;
Και πώς τους αποδίδεται το ιδιαίτερο νόημα τους,
το οποίο στο εξής περιέχουν και μεταφέρουν;
Πώς η λαλιά μεταφέρει τα βασικά συστατικά της βούλησης;
Πώς επιτυγχάνεται η συνομιλία του έρωτα..;

Η συνέχεια και οι απαντήσεις στο επόμενο επεισόδιο.

Σάββατο 21 Απριλίου 2007

Τί ρε..;


Μένει μονάχα να διερωτηθούμε αν τυχόν υπάρχει
κάποια σημαντικότερη «σημασία»,
που να μας υπαγορεύει ρητά να «το» προσπεράσουμε
και να πάμε παραπέρα.
Κι αυτήν όμως η μετάθεση της προοπτικής μας,
έστω κι αν γίνεται για να διαπιστώσουμε τα όρια μας,
μας υπενθυμίζει και μας φέρνει πιο κοντά στο άυλο υλικό
του οντολογικού «κενού», και στο μονίμως αναπάντητο
ερώτημα των κοριτσίστικων λευκωμάτων: Τι εστί Έρως;

Πέμπτη 19 Απριλίου 2007

Είμαι καλά γιατρέ μου..;

Τις τελευταίες μέρες είχα καλύψει χιλιάδες χιλιόμετρα
στα πιο αφιλόξενα εδάφη και στις πιο απόκρημνες πλαγιές
του εγκεφαλικού φλοιού.
Μια ιδέα μουσικής, σαν από ορχήστρα,
ερχόταν από το μακρινό μέλλον.
Εσκεμμένα ήθελα να δείχνω σαν πολυχρησιμοποιημένο
αθλητικό παπούτσι, έτσι ώστε να περνώ απαρατήρητος.
Βρισκόμουνα πολύ κοντά… ακολουθούσα τα φρέσκα ίχνη
μιας εμμονής. Μερικά μπαλώματα μπλε ουρανού μόνο,
έσπαγαν το μονολεκτικό γκρίζο του πελάγους της
φαιάς ουσίας.
Και κει που έλεγα πως θα΄ φερνα εις πέρας τούτη την
καθόλου εύκολη, αλλά τετριμμένη και βαρετή αποστολή,
μου ΄λαχε συνάντηση:
«Είστε ένα ηλιόλουστο σπίτι με πολλά δωμάτια
και όμορφα έπιπλα, στο οποίο όμως δεν θα μπορούσα
ποτέ να κατοικήσω», μου είπε.
Καθότι μάστορας των υπεκφυγών, έκανα:
«Σσσσσσς…ησυχία παρακαλώ…», φέρνοντας τον δείκτη
του δεξιού χεριού στα χείλη, «…βρίσκομαι στα ίχνη μιας εμμονής».

Σάββατο 14 Απριλίου 2007

"Άρον άρον εγένετο αύριο. Αλλά ήταν πλέον πολύ αργά."*














"Επιτέλους, πρώτη φορά σας είδατε νεότητα
να μην ομοιάζει διόλου με την απώλεια της;"**


*
**(Κική Δημουλά)

Τετάρτη 4 Απριλίου 2007

Το θαύμα, ο πρωτοσύγκελος και ο μπατζανάκης. (μέρες που ΄ναι)

Ήτο Μεγάλη Παρασκευή, και ως ήτο καθιερωμένο
και αναμενόμενο,λόγω της θλίψεως,
ο ουρανός εθλίβετο και η γης και ο τόπος
εσείετο.
Νωρίς την εσπέραν,μετά την δεύτερην καμπάναν,
κατέφθασε πλήρης φούργιας και σπουδής εν τω Ιερώ Ναώ,
ο πρωτοσύγκελος της Ιεράς μητροπόλεως μας,
πατήρ-Αμβρόσιος.
Συνοδευόμενος υπό τινός,εξ αγχιστείας, συγγενούς του.
Του περιωνύμου μπατζανάκη του, εξ Αθηνών.
Ο μπατζανάκης του πρωτοσυγκέλου μας, είχε φτάσει
προ ημέρας,εκ της πρωτευούσης,
ίνα εορτάσουν οικογενειακώς το Άγιον Πάσχα.
Πρωτίστως κατευθύνθηκαν να προσκυνήσουν ευλαβώς
την ιεράν εικόναν της Παναχράντου και ενδόξου
Θεομήτορος Παρθένου Μαρίας, αμφότερα τα μπατζανάκια.
Κατόπιν εκινήθησαν προς την κατεύθυνση όπου εκτίθετο
το σεπτόν σκήνωμα του προσφάτως κεκοιμημένου
μακαριστού Δεσπότου μας, Βαρνάβα Κοκκινοπλίτη.
Όστις, αναμένετο οσονούπω, όπως αγιοποιηθεί,
παρά της Ιεράς Συνόδου. Αφού επροσκύνησαν,
ετράβηξαν κατά το ιερόν παγκάριον του Ναού,
και ενδελεχώς ασχολήθησαν με τας ημερήσιας
εισπράξεις.
Η αλήθεια είναι πως ο πατήρ-Αμβρόσιος δεν έμεινε
πλήρως ικανοποιημένος από τον,
μέχρι εκείνην την στιγμήν,τζίρον.
Και εσυνοφρυώθη εμφανώς.
Δεν είχον παρέλθει λοιπόν 15 πρώτα λεπτά
αφότου αφίχθη εις τον Ναόν της Ιεράς
Μητροπόλεως μας, συνοδευόμενος όπως προείπαμε
υπό του μπατζανάκη του,
όταν...
εξ΄αίφνης,στραφής προς το κέντρον του Ναού,
ο Αμβρόσιος, στήλη άλατος εγίνηκε.
Και εις χρόνον dt, αυθορμήτως,
ποταμοί δακρύων ανέβλυσαν υπό των οφθαλμών του.
Όταν αντιληφθήκαμε τί είχε συμβεί
συνεκλαύσαμε φρικωδώς και ημείς, τα παπαδοπαίδια.
Συνέκλαυσε γαρ, ομού μεθ`ημών και ο μπατζανάκης.
 Δια να ιδεί και διαπιστώσει το φρικώδες θέαμα,
εκ του σύνεγγυς ο πρωτοσύγκελος,
ζύγωσε σταυροκοπούμενος ενώπιον
του χρυσοποίκιλτου Επιταφίου του Ναού μας.
Ήθελε όπως καταμετρήσει το ύψος της ανίερης
ζημίας που επροκλήθη..
Κοιτώντας έκθαμβος,πλήρης φρίκης
και ιερής αγανάκτησης,
αντελήφθη πως αι,επίσης, χρυσοποίκιλται κανδήλαι
του παρακείμενου ταπεινού παρεκκλησίου του
Οσίου Εφραίμ, ετσιτσιρίζουσιν ομαδιδών,
ελλείψει προφανούς άλλου λόγου.
Και τότε ανέκραξεν, "Ιδού... τας κανδήλας..!
τας κανδήλας αδελφοί..! θαύμα!"
Έφριξαν και αι άμοιραι κανδήλαι, με το θέαμα.
Αύτοι, οι αθεόφοβοι, σαρδανάπαλοι, κομμουνισταί,
είχον εισχωρίσει κρυφίως εις τον ιερόν Ναόν μας,
και ειδεχθώς εναπόθεσαν χωρίς ντροπήν και φόβον,
επί του σεπτού Ιερού Επιταφίου μας,
και εξ ευωνύμων του θεανθρώπου,
φωτογραφικόν πορτραίτον του αρχικομμονιστού
Βελουχιώτου.
Καλουμένου λαικιστεί και ως "Άρην".
Θαρρείς και ηθέλησαν ούτοι οι εγκληματίαι
να υποδηλώσουν πως είναι ομοίου βεληνεκούς,
ο Κύριος ημών,έναντι του αρχικατσαπλιά,
αρχικομμονιστού, εαμοβούλγαρου
εκδοροσφαγέα απίστου.Θου Κύριε...
Προφανώς αι άτιμοι ηθέλησαν κάμμει τούτο το έγκλημα
δια να προκαλέσουσιν σκανδαλισμόν και μπαλαμπανισμόν
στο ποίμνιον. Τότε λοιπόν ήτο,
που ο πάτερ-Αμβρόσιος,τη συνοδεία του μπατζανάκη του,
δεν εκράτησεν τα δάκρυαν του.
Στο θέαμα δε, των τσιτσιριζουσών κανδηλών,
που εφώτιζαν ουχί μόνον, με πνευματικόν φως
τον ιερόν χώρον, διείδε το θαύμα,
καθώς και την οργήν του δικαίως σκανδαλησθέντος
Οσίου Εφραίμ.
Και απεφάνθη πάραυτα, και σοφώς,ο σοφός γέρων,
την χρείαν δημιουργίας νέου τινός παγκαρίου,
εις μνήμην του εξαίρετου τούτου γεγονότος.
Και όλοι ημείς εθαυμάσαμε τότε
την πίστη του πατρός.
Και απομακρύναμε με προσοχή,υπό τις οδηγίες του,
το βδέλυγμα.
Κατόπιν, ο Αμβρόσιος έκλινε το γόνυ ταπεινά,
μετά του αγαπημένου του Μπατζανάκη.
Προσευχήθηκε επί τριλέπτου με ακατάληπτα
δι ημάς ιερά λόγια.
Τα οποία,εάν δεν ηγνωρίζαμε το ποιόν
του πατρός Αμβροσίου, ευκόλως ημπορούσαμε
να τα εκλάβουμε ως βλασφημίες.
Αφού ανηγέρθη, μετ΄ευλαβείας εσταυροκοπήθη, και είπε:
"Κομμούνια του κερατά".

Δευτέρα 2 Απριλίου 2007

Σχεδόν καλό μέσο Πάσχα, σε όλους.

Βαριά η καταδίκη του μέσου όρου.
Κρουσούμι. Βαρίδι ασήκωτο, τούτη η ιδιότητα
της μέσης σφυγμομετρηθείσας μονάδας,
που σου απέδωσαν.
Μεγάλωσες αρκετά ώστε να μην σε απασχολεί
το μέσο βάρος μιας σταγόνας νερού στο μάγουλο.
Αλλά να σε ενδιαφέρει αποκλειστικά,
να καταλάβεις αν πρόκειται
για σταγόνα βροχής, ή αν πρόκειται για δάκρυ.

Έμεινες αρκούντως μικρός, ώστε κάνοντας μια
βραδινή βόλτα στην παραλία,
να μπορείς να μην συζητάς για την μέση τιμή πώλησης
της μαρίδας και της σαρδέλας.
Ποτέ άλλοτε το αδιακρίτως ευτελές του μέσου όρου,
δεν είχε κατισχύσει τόσο ισοπεδωτικά, επί του μοναδικού
και του ανεπανάληπτου.
Συνομιλούν αμοιβαία ευεργετούμενες οι μετρήσεις,
και παλεύει επαξίως, για την χαμένη του τιμή,
το «μοναδικό».
Ένα ωραίο και επωφελές «σχεδόν», κυριαρχεί.
Αρκεί να ΄ναι ανταγωνιστικό.
Τα ψηλά τακούνια πωλούνται σχεδόν ως σκάλες
για τον παράδεισο.
Τα αυτοκίνητα λανσάρονται σχεδόν ως γυναίκες.
Και τα ιστολόγια διαβάζονται, σχεδόν ως λογοτεχνία.
Ιδού, ότι σχεδόν καλλίτερο είχα να πω, για σήμερα.
Στο πολυμελές Εφετείο της ανθρώπινης συνείδησης
κατέφυγα. Ασκώντας έφεση κατά της μέσης συνείδησης.
Σχεδόν.
Μουρμουρίζοντας, (σχεδόν τραγουδώντας) το λαϊκό άσμα:
«Αυτός ο κόσμος που (σχεδόν) αλλάζει,
πώς σου μοιάζει, πώς σου μοιάζει…;»