Σάββατο 14 Απριλίου 2007

"Άρον άρον εγένετο αύριο. Αλλά ήταν πλέον πολύ αργά."*














"Επιτέλους, πρώτη φορά σας είδατε νεότητα
να μην ομοιάζει διόλου με την απώλεια της;"**


*
**(Κική Δημουλά)

Τετάρτη 4 Απριλίου 2007

Το θαύμα, ο πρωτοσύγκελος και ο μπατζανάκης. (μέρες που ΄ναι)

Ήτο Μεγάλη Παρασκευή, και ως ήτο καθιερωμένο
και αναμενόμενο,λόγω της θλίψεως,
ο ουρανός εθλίβετο και η γης και ο τόπος
εσείετο.
Νωρίς την εσπέραν,μετά την δεύτερην καμπάναν,
κατέφθασε πλήρης φούργιας και σπουδής εν τω Ιερώ Ναώ,
ο πρωτοσύγκελος της Ιεράς μητροπόλεως μας,
πατήρ-Αμβρόσιος.
Συνοδευόμενος υπό τινός,εξ αγχιστείας, συγγενούς του.
Του περιωνύμου μπατζανάκη του, εξ Αθηνών.
Ο μπατζανάκης του πρωτοσυγκέλου μας, είχε φτάσει
προ ημέρας,εκ της πρωτευούσης,
ίνα εορτάσουν οικογενειακώς το Άγιον Πάσχα.
Πρωτίστως κατευθύνθηκαν να προσκυνήσουν ευλαβώς
την ιεράν εικόναν της Παναχράντου και ενδόξου
Θεομήτορος Παρθένου Μαρίας, αμφότερα τα μπατζανάκια.
Κατόπιν εκινήθησαν προς την κατεύθυνση όπου εκτίθετο
το σεπτόν σκήνωμα του προσφάτως κεκοιμημένου
μακαριστού Δεσπότου μας, Βαρνάβα Κοκκινοπλίτη.
Όστις, αναμένετο οσονούπω, όπως αγιοποιηθεί,
παρά της Ιεράς Συνόδου. Αφού επροσκύνησαν,
ετράβηξαν κατά το ιερόν παγκάριον του Ναού,
και ενδελεχώς ασχολήθησαν με τας ημερήσιας
εισπράξεις.
Η αλήθεια είναι πως ο πατήρ-Αμβρόσιος δεν έμεινε
πλήρως ικανοποιημένος από τον,
μέχρι εκείνην την στιγμήν,τζίρον.
Και εσυνοφρυώθη εμφανώς.
Δεν είχον παρέλθει λοιπόν 15 πρώτα λεπτά
αφότου αφίχθη εις τον Ναόν της Ιεράς
Μητροπόλεως μας, συνοδευόμενος όπως προείπαμε
υπό του μπατζανάκη του,
όταν...
εξ΄αίφνης,στραφής προς το κέντρον του Ναού,
ο Αμβρόσιος, στήλη άλατος εγίνηκε.
Και εις χρόνον dt, αυθορμήτως,
ποταμοί δακρύων ανέβλυσαν υπό των οφθαλμών του.
Όταν αντιληφθήκαμε τί είχε συμβεί
συνεκλαύσαμε φρικωδώς και ημείς, τα παπαδοπαίδια.
Συνέκλαυσε γαρ, ομού μεθ`ημών και ο μπατζανάκης.
 Δια να ιδεί και διαπιστώσει το φρικώδες θέαμα,
εκ του σύνεγγυς ο πρωτοσύγκελος,
ζύγωσε σταυροκοπούμενος ενώπιον
του χρυσοποίκιλτου Επιταφίου του Ναού μας.
Ήθελε όπως καταμετρήσει το ύψος της ανίερης
ζημίας που επροκλήθη..
Κοιτώντας έκθαμβος,πλήρης φρίκης
και ιερής αγανάκτησης,
αντελήφθη πως αι,επίσης, χρυσοποίκιλται κανδήλαι
του παρακείμενου ταπεινού παρεκκλησίου του
Οσίου Εφραίμ, ετσιτσιρίζουσιν ομαδιδών,
ελλείψει προφανούς άλλου λόγου.
Και τότε ανέκραξεν, "Ιδού... τας κανδήλας..!
τας κανδήλας αδελφοί..! θαύμα!"
Έφριξαν και αι άμοιραι κανδήλαι, με το θέαμα.
Αύτοι, οι αθεόφοβοι, σαρδανάπαλοι, κομμουνισταί,
είχον εισχωρίσει κρυφίως εις τον ιερόν Ναόν μας,
και ειδεχθώς εναπόθεσαν χωρίς ντροπήν και φόβον,
επί του σεπτού Ιερού Επιταφίου μας,
και εξ ευωνύμων του θεανθρώπου,
φωτογραφικόν πορτραίτον του αρχικομμονιστού
Βελουχιώτου.
Καλουμένου λαικιστεί και ως "Άρην".
Θαρρείς και ηθέλησαν ούτοι οι εγκληματίαι
να υποδηλώσουν πως είναι ομοίου βεληνεκούς,
ο Κύριος ημών,έναντι του αρχικατσαπλιά,
αρχικομμονιστού, εαμοβούλγαρου
εκδοροσφαγέα απίστου.Θου Κύριε...
Προφανώς αι άτιμοι ηθέλησαν κάμμει τούτο το έγκλημα
δια να προκαλέσουσιν σκανδαλισμόν και μπαλαμπανισμόν
στο ποίμνιον. Τότε λοιπόν ήτο,
που ο πάτερ-Αμβρόσιος,τη συνοδεία του μπατζανάκη του,
δεν εκράτησεν τα δάκρυαν του.
Στο θέαμα δε, των τσιτσιριζουσών κανδηλών,
που εφώτιζαν ουχί μόνον, με πνευματικόν φως
τον ιερόν χώρον, διείδε το θαύμα,
καθώς και την οργήν του δικαίως σκανδαλησθέντος
Οσίου Εφραίμ.
Και απεφάνθη πάραυτα, και σοφώς,ο σοφός γέρων,
την χρείαν δημιουργίας νέου τινός παγκαρίου,
εις μνήμην του εξαίρετου τούτου γεγονότος.
Και όλοι ημείς εθαυμάσαμε τότε
την πίστη του πατρός.
Και απομακρύναμε με προσοχή,υπό τις οδηγίες του,
το βδέλυγμα.
Κατόπιν, ο Αμβρόσιος έκλινε το γόνυ ταπεινά,
μετά του αγαπημένου του Μπατζανάκη.
Προσευχήθηκε επί τριλέπτου με ακατάληπτα
δι ημάς ιερά λόγια.
Τα οποία,εάν δεν ηγνωρίζαμε το ποιόν
του πατρός Αμβροσίου, ευκόλως ημπορούσαμε
να τα εκλάβουμε ως βλασφημίες.
Αφού ανηγέρθη, μετ΄ευλαβείας εσταυροκοπήθη, και είπε:
"Κομμούνια του κερατά".

Δευτέρα 2 Απριλίου 2007

Σχεδόν καλό μέσο Πάσχα, σε όλους.

Βαριά η καταδίκη του μέσου όρου.
Κρουσούμι. Βαρίδι ασήκωτο, τούτη η ιδιότητα
της μέσης σφυγμομετρηθείσας μονάδας,
που σου απέδωσαν.
Μεγάλωσες αρκετά ώστε να μην σε απασχολεί
το μέσο βάρος μιας σταγόνας νερού στο μάγουλο.
Αλλά να σε ενδιαφέρει αποκλειστικά,
να καταλάβεις αν πρόκειται
για σταγόνα βροχής, ή αν πρόκειται για δάκρυ.

Έμεινες αρκούντως μικρός, ώστε κάνοντας μια
βραδινή βόλτα στην παραλία,
να μπορείς να μην συζητάς για την μέση τιμή πώλησης
της μαρίδας και της σαρδέλας.
Ποτέ άλλοτε το αδιακρίτως ευτελές του μέσου όρου,
δεν είχε κατισχύσει τόσο ισοπεδωτικά, επί του μοναδικού
και του ανεπανάληπτου.
Συνομιλούν αμοιβαία ευεργετούμενες οι μετρήσεις,
και παλεύει επαξίως, για την χαμένη του τιμή,
το «μοναδικό».
Ένα ωραίο και επωφελές «σχεδόν», κυριαρχεί.
Αρκεί να ΄ναι ανταγωνιστικό.
Τα ψηλά τακούνια πωλούνται σχεδόν ως σκάλες
για τον παράδεισο.
Τα αυτοκίνητα λανσάρονται σχεδόν ως γυναίκες.
Και τα ιστολόγια διαβάζονται, σχεδόν ως λογοτεχνία.
Ιδού, ότι σχεδόν καλλίτερο είχα να πω, για σήμερα.
Στο πολυμελές Εφετείο της ανθρώπινης συνείδησης
κατέφυγα. Ασκώντας έφεση κατά της μέσης συνείδησης.
Σχεδόν.
Μουρμουρίζοντας, (σχεδόν τραγουδώντας) το λαϊκό άσμα:
«Αυτός ο κόσμος που (σχεδόν) αλλάζει,
πώς σου μοιάζει, πώς σου μοιάζει…;»

Σάββατο 31 Μαρτίου 2007

ΙΣΤΟΛΟΓΙΣΜΟΙ (απειροστικός ιστολογισμός)*

1

Όστις ιστολογάται ελεύθερα,
ιστολογάται καλώς.

2

Τα παιδία παίζει. (Αττική σύνταξη)
Οι γέροι πεινάει. ( Σύνταξη του ΙΚΑ)
Οι βλόγερς ιστολογίζει. (Πλήρης ασυνταξία)

3

Κι άμα φτωχό το βρεις,
το ιστολόγιο δεν σε γέλασε.
Το ιστολόγιο σου ΄δωσε
το ωραίο ταξίδι.

4

Η τεχνητή νοημοσύνη του ιστού
δεν ημπορεί να καταβάλει
την φυσική ηλιθιότητα
ενός ιστολόγου.

5

Δυστυχής ο ιστολόγος
το μυστικό του οποίου,
ουδείς ενδιαφέρεται να ανιχνεύσει

6

Ακόμα και μια κοινωνία ιστολόγων
είναι ταξική.
Ένας μεγαλοαστός ηλίθιος ιστολόγος,
θεωρείται απλά μεγαλοαστός.
Ένας φτωχός ηλίθιος ιστολόγος,
θεωρείται απλά ηλίθιος.

*(Απειροστικός λογισμός είναι ο κλάδος των μαθηματικών
που ασχολείται με την σύγκλιση των ορίων,
και ειδικότερα με την διαφορισιμότητα και
ολοκληρωσιμότητα , των συναρτήσεων πραγματικών αριθμών.
Απειροστικός ιστολογισμός είναι εκείνος ο κλάδος
της διαδικτυακής επικοινωνίας που ασχολείται
με την απόκλιση των ιστολογίων από τα όρια τους.)

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2007

Ζόμπε, πού πας..;

"Ο Ζόμπος εν Λιτοχώρι"
--------------------------
(Μονωδία-θρήνος επί τη δυστυχεί παρολύμπια πολύχνει)
(Ήχος πλάγιος του Δευτέρου)
 
Αγέρωχος και αυστηρός τω τρόπω
αφίχθει ο Ζόμπος
εις εν Λιτοχώρι θώκω.
Κράτιστος, ύπουλος, φονίσκος και οργίλος
επεριπλέχθηκε εις την πόλη μας
αδήλως.
Τέσσερις μήνας κόβει βόλτες,
όλος ζόφος,
πολυορκώσιν τας οικείας
εν το σκότος.
Ω, πόλις,
πού νυν σου, η ευπρέπεια
το κάλλος, η ωραιώτις;
Ω, πόλις, ακορέστως εντρυφείς
στην "δολιότις".
Νυν, η κατήφεια επέπληξεν την πόλιν.
Θρηνεί και πέμπει κοπετούς
όλη η αγέλην.
Μοιραίως έφτασε το χτένι 
επί του κόμπου.
Ου γαρ, η όρεξις εξέλειπεν
του Ζόμπου.
Μασάει σκύλους, γιους,
όνους και αίγες,
και επιπροσθέτως
ατιμάζει τις κοπέλες.
Περήφανα βλαστήματα, 
τρώγει νοικοκυραίων,
της ερημώσεως βδέλυγμα,
ο "Ζόμπος των Ορέων"
Θρηνώ σε, πόλη μου λαμπρά
και κλαίω μετά φόβου
πώς έπεσες, πώς κύλησες,
στην αγκαλιά του Ζόμπου.
 (υπό Κωνσταντίνου διακόνου του Ευγενικού, 13ος αι.)  

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2007

Αγαπητό μου ζομπολόγιο...(ή το πρώτο ζόμπι ιστολόγος)

Ι

Αγαπητό μου ζομπολόγιο, βάλθηκα σήμερα να πω
αυτά που χρόνια με κρατούν αιχμάλωτο .
Και θα τα πω έστω και με μουτζούρες, κηλίδες,
και σκαριφήματα.
Δεσμώτης μέσα στις αράδες των γραμμάτων.
Τεχνίτης των επαναλήψεων.
Μέγας μάγιστρος των παραμορφώσεων.
Βιρτουόζος των κατεδαφίσεων.
Πηγαινοέρχομαι μέσα στις λέξεις
που μόλις λεχθούν χάνονται.
Μέσα σε μια άνετη και κατοικήσιμη αιώνια κατάρρευση.
Ύπουλα σιγοβράζεις μέσα μου «ανθρώπινη ύπαρξη».
Παλεύεις κι αγκομαχάς να βγεις στην επιφάνεια
και να αυτοπροσδιοριστείς. Μηχανεύεσαι ένα σωρό
τρυκ και ταχυδακτυλουργίες για να με πείσεις…
Απομυζείς και την τελευταία ικμάδα μου
για να πείσεις τον εαυτό σου (εμένα δηλαδή)
ότι είσαι κάτι εξαιρετικό. Αλλά δεν θα σου γίνει το χατίρι…
Στο λέω μια και καλή…για να τελειώνουμε…
Είμαι ένα ζόμπι.

ΙΙ

Τι είναι όμως ένα ζόμπι;
Πώς να συλλάβει κανείς την ουσία του;
Πέρα από την απτή φανέρωση αυτής της ελεεινής μορφής,
με το τελετουργικό βηματισμό, τα ημισηκωμένα και
προτεταμένα στο ύψος του στήθους χέρια,(όταν υπάρχουν),
τους σαπισμένους ιστούς, τις ρημαγμένες κόγχες των ματιών,
τ΄ άντερα που κρέμονται από την ανοιχτή κοιλιακή χώρα,
τα σκουλήκια που μπαίνουν από τα ρουθούνια
και βγαίνουν από τα αφτιά….
Πώς μπορεί κανείς να διακρίνει την ενδόμυχη ισχυρή
αναλαμπή της «σημασίας» του; Πώς;
Ο ζομπισμός έχει μια εγγενή δυσκολία.
Είναι πρακτικά αδύνατο να οριστεί με την τυπική
καθιερωμένη λογική. Η χρήση των λεξικών σ΄ αυτή
την περίπτωση δεν θα μας βοηθούσε ιδιαίτερα .
Κάποιοι τον ορίζουν ως «ύπαρξη». Κάποιοι ως «ανυπαρξία».
Κάποιοι ως μια κατάσταση που εντοπίζεται
στο μεταίχμιο ύπαρξης και ανυπαρξίας.
Το πρόβλημα μέχρι τούδε δεν έχει βρει οριστική λύση.
Αντιθέτως έχει δημιουργηθεί μια έντονη σύγχυση ,
αφού τα πάμπολλα δεδομένα των κατά καιρούς παρατηρήσεων,
ενισχύουν πότε την μια, και πότε την άλλη θεωρία.
Πολλοί συγχέουν τον ζομπισμό με τον βρυκολακισμό.
Άλλοι πάλι με τον λυκανθρωπισμό. Η ζομποσίνη όμως είναι
κάτι πέρα απ΄ αυτά.

ΙΙΙ


Κάνω τώρα τον απολογισμό μου,
καθώς η μέρα σιγά-σιγά φεύγει.
Αναλογίζομαι πως ίσως έκανα λάθος που παράτησα
μια λαμπρή καριέρα στον κινηματογράφο
για να γίνω το πρώτο ζόμπι ιστολόγος (ζομπολόγος).
Οικτίρω τον ημιθανή εαυτό μου
που αφέθηκα και απώλεσα αμαχητί τις φιλοδοξίες
και τα όνειρα μου.
Αλλά ποτέ δεν μου εμπιστεύτηκαν έναν πρώτο ρόλο.
Θυμάμαι την τελευταία αξιόλογη συμμετοχή μου
στο έπος «Τα ζόμπι δεν είναι χορτοφάγα»…
Ανακαλώ στο νεκροζώντανο μυαλό μου, τις δημιουργικές
εκείνες μέρες. Βλέπω και ξαναβλέπω την επαγγελματική
δουλειά,στην οποία με τόσο μεράκι
συμμετείχαμε, όλοι οι συνάδελφοι.
Καμαρώνω κρυφά διαπιστώνοντας ξανά και ξανά
την λιτή και περιεκτική ερμηνεία μου.
Θαυμάζω την διατρητική ένταση των πλάνων.
Πόσους και πόσους θεατές δεν τρόμαξαν και συντρόφεψαν,
δίνοντάς τους μια μοναδική ευκαιρία να σκεφτούν
πάνω στα θεμελιώδη ζητήματα του κυρίως ειπείν ζομπισμού.
Πόσες ελπίδες δεν είχαν γεννηθεί μέσα μου;
Και μετά σιωπή. Μόνο κάτι ρολάκια-περάσματα.
Ένας ακόμη από το πλήθος των ζόμπι-κομπάρσων.
Και αργότερα ακόμη χειρότερα. Αναγκάστηκα να κάνω
τον βοηθό φροντιστή για ένα μεροκάματο.
Και τί μεροκάματο; Του τρόμου.
Ήμουνα το «αντικείμενο» για να ικανοποιώ
κάθε ανώμαλη ιδιοτροπία του σκηνοθέτη, του οπερατέρ,
του παραγωγού…
«Μικρέ καφέ…», «Ζόμπε πετάξου στο περίπτερο για τσιγάρα…»
«Ζόμπε νερό…» «Ζόμπε ξύσε μου την πλάτη…» κτλ κτλ.
Και έτσι τα βρόντηξα κάτω κι έφυγα.

ΙV

Τώρα κοιτάω προσεκτικά τον ορίζοντα.
Το ζόφος σιγά-σιγά υποχωρεί και ξαναβλέπω τον μελλοντικό
και διαρκή θάνατο μου, πάλι με αισιοδοξία.
Ευθυγραμμίζω φράσεις στο ηλεκτρονικό μου ζομπολόγιο,
που εκτυλισόμενες ανοίγουν διάπλατα έναν νέο δρόμο,
προς ένα τέρμα προσωρινά οριστικό.
Οι φράσεις διασκορπίζονται ευτυχείς,
όπως τα κομμάτια του άβιου κορμιού μου.
Και ονειρεύομαι την άλλη πλευρά…
Την πλευρά των αναγνωστών μου.
Εκεί όπου, κάποια ζευγάρια μάτια διαβάζουν
αυτά που γράφω.
Και διαβάζοντας τα, τα σβήνουν. Τους ευχαριστώ.


Τρίτη 20 Μαρτίου 2007

Η απολέπισις των ελπίδων ενός αιτούντος.

Είχε ένα κουβάρι από αγωνίες στο στήθος του,
που τις έθρεφε μια βδομάδα τώρα.
Θα ταν καμιά ώρα που περίμενε στην αίθουσα αναμονής,
ξεφυλλίζοντας ένα παλιό τεύχος του περιοδικού «ΓΥΝΑΙΚΑ» .
Συγχρόνως, με το αόρατο στηθοσκόπιο του,
αφουγκραζόταν τους τοίχους.
Αίφνης ηκούσθη η γλυκιά φωνή της γραμματέως:
«Ο κύριος "Θ" παρακαλώ να περάσει.»
Με επίσημο βηματισμό προχώρησε και εισήλθε
στον θάλαμο απολέπισης,
κλείνοντας πίσω του την πόρτα.
«Αγαπητέ κύριε "Θ", εις ποία ομάδα ζωδίων ανήκετε;»
τον ρώτησε η γραμματεύς σκυμμένη στα χαρτιά της.
« Το ερώτημα σας μήπως κρύβει κάποια παγίδα.»
«Σας βεβαιώ, ουδεμία»
«Α, ωραία. Εις αυτά του αέρος θαρρώ.»
«Ιέραξ… να υποθέσω…»
«Όχι… Flying Dolphin »
«Διακρίνω μια εμμονή εις τις υψιπετείς αναζητήσεις».
«Γιατί το λέτε αυτό..; θα έπρεπε να ανησυχώ..;»
«Αφήστε τα…ίσως δεν θα πρεπε…
αλλά ας προχωρήσουμε στα κυρίως ειπείν ζητήματα
που μας απασχολούν…»
«Ας προχωρήσουμε λοιπόν.»
«Κύριε "Θ", λαμβάνω την τιμή να σας ενημερώσω,
εκπροσωπώντας την επιτροπή κρίσεων ότι,
κατόπιν ενδελεχούς έρευνας και λαμβάνοντας υπ΄όψιν τα δεδομένα,
είμαστε στην δυσάρεστη θέση να σας ενημερώσουμε
πως το αίτημα σας δεν γίνεται αποδεκτό.»
«Μπατ… γουάι μαδεφάκες?»*
ανέκραξε (δικαίως ή αδίκως ουδείς γνωρίζει)
«Διότι προφανώς, η επιτροπή δεν έκρινε τον κώλο σας,
αρκούντως επιδέξιο».
«Οφείλω τότε να ρωτήσω με τη σειρά μου…
εις ποία ακριβώς τεστ επιδεξιότητας ένας κώλος
κρίνεται και δοκιμάζεται, για να πιστοποιηθεί η επάρκεια του
και να κριθεί άξιος, ώστε να του παραχωρηθεί
το δικαίωμα να ενδύεται μεταξωτά βρακιά;»
«Τι να σας πω…άγνωσται αι βουλαί της επιτροπής.»
«Δηλαδή, φέτος πάλι ξεβράκωτοι θα την βγάλουμε.»
«Φοβάμαι πως ναι…λυπάμαι…
ίσως…αν κάνατε μια αίτηση στην επιτροπή βαμβακερών…».

(*) Εδώ ο συντάκτης κάνει μια τιμητική αναφορά στον kplso.