"Ήρθε η ώρα, είπε το θαλάσσιο άλογο, να μιλήσουμε γιαπράγματα πολλά.
Για παπούτσια και πλοία και βουλοκέρι.
Για λάχανα και βασιλιάδες.
Γιατί η θάλασσα έγινε τόσο ζεστή.
Και γιατί τα γουρούνια ξαφνικά απέκτησαν φτερά."
(Λουίς Κάρολ)
Λειτουργεί με απώτερο σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση του "τίποτα"... αλλά και του "κάτι" ......................................................................................................................................................................................................................................................................................


Το ακόλουθο κειμενάκι το΄χω «ξαναταξιδέψει»,
προ αμνημονεύτων ετών και μέσω άλλου δικτυακού τόπου,
στις άναρχες και ατέρμονες δομές του αχανούς
αυτού κυβερνοχώρου της ματαιοπονίας.
Εδώ ξαναδημοσιεύεται για δυόμισι λόγους.(1+1+1/2= 2,5 λόγοι λοιπόν)
Ο μισός λόγος αφορά απλά στην επίφαση λειτουργίας
τούτου του μπλογκακίου.
(Τι διάολο…Άλλωστε τζάμπα μας τα παρέχουν τα Bytes…
τζάμπα είναι και το διακύβευμα…
ας ξοδέψω λίγο και από τα δύο).
Ο δεύτερος ολόκληρος λόγος αφορά στην εσωτερική
και επιτακτική ανάγκη να αποτίσω φόρο τιμής
στο ηρωικό www.hungry.gr
Ο πρώτος όμως, και κυριότερος λόγος είναι για να
να αφιερωθεί σε δύο μύστες της κουζίνας
και της «ψαγμένης» συν-εστίασης.
Στους αξιότιμους συντρόφους λοιπόν:
(προηγούνται οι κυρίες)
Magica de spell
η τυπική αρχαία κόντρα των γειτόνων.
Μια "κόντρα" που πάντα συνοδεύεται από την απαραίτητη
φιλολογία ανεκδότων που παράγει ο εις, για τον άλλο
και τούμπαλιν.
Όπως ακριβώς οι Άγγλοι διηγούνται αστείες ιστορίες
με Γάλλους. Και οι Γάλλοι σαρκάζουν το μπαστουνοειδές
φλέγμα των Άγγλων. Ή όπως, οι βόρειοι Γερμανοί
γελάν με τον επαρχιωτισμό των Βαυαρών.
Οι Σέρβοι με τους Σκοπιανούς.
Οι χαμουτζίδες με τους βορειοελλαδίτες.
Όλοι μαζί με τους Πόντιους.
Οι Ρουμελιώτες με τους Πατρινούς. κτλ. κτλ.
Υπάρχει λοιπόν, μια εμπνευσμένη ιστορία, παραγωγής
του ημετέρου χωρίου, που διηγείται πως κάποτε
πριν πολλά χρόνια πέρασε ένας "δικός" μας
από το χωριό των "γειτόνων". Και διαπίστωσε ότι
όλος ο πληθυσμός ήταν σε κακό χάλι.
Όλοι κρατούσαν τις κοιλιές τους, λόγω ενός τρομερού
κοιλόπονου που τους ταλαιπωρούσε. Και τους ρώτησε:
« τι έγινε ρε παιδιά, γιατί είστε έτσι;»
«Δεν ξέρουμε» απάντησαν με μια φωνή οι γείτονες.
«Πονάνε οι κοιλιές μας, και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε…»
Τότε ο ευφυής συμπατριώτης μου, τους ρώτησε: «Φάγατε;»
«Όχι» είπαν πάλι με μια φωνή. « Τι είναι αυτό;»
«Δεν ξέρετε τι είναι φαγητό;»
«Όχι» ξανάπαν εν χωρώ.
«Καθίστε να σας εξηγήσω…»
Και έτσι έμαθαν και οι γείτονες την αξία και τα οφέλη
της διατροφής.
Για ποιο λόγο τρώμε λοιπόν; Διότι πεινάμε.
Για ποιο λόγο όμως μαγειρεύουμε ;
Μόνο για να χορτάσουμε την πείνα μας;
Ή μόνο, για την απόλαυση που λαμβάνουμε μέσω των
γευστικών αισθητηρίων οργάνων;
Μην' τάχα, μαγειρεύουμε προς χάριν του ίδιου
του μαγειρέματος;
Μην` είναι τελικά μια "στοχαστική δραστηριότητα"
η ενασχόληση με την κουζίνα;
Ή μήπως είναι η λεπτή κλωστή που μας συνδέει
με την νοσταλγία ενός χαμένου στα χρόνια,
πρότυπου γοητευτικού ανθρώπου, σύμφωνα με το οποίο,
ο μάγος-μάγειρας, μόνος στο εργαστήριο του,
παρασκευάζει μαντζούνια και συνταγές για να
ικανοποιεί, να γιατρεύει, να μαγεύει,
εν τέλει να ελέγχει και να κατευθύνει τα πεπρωμένα
των άλλων;
Ο αλχημάγειρας δηλαδή, όντας κάτοχος μιας γνώσης, που
την εφαρμόζει στους γύρω του, για να τους γοητεύει.
Ή μήπως, πάλι, το " μαγειρεύειν " είναι μια ηρωική μεν,
αλλά αδιέξοδη δε, διαχείριση του υπαρξιακού μας κενού,
με την κουτάλα ανά χείρας και την ποδιά ζωσμένη στη μέση;
(Σαν ρομαντικός ιππότης με ξίφος και πανοπλία, που παρότι
έχει συνείδηση της ματαιότητας, συνεχίζει να μάχεται
για την αρετή, μέχρι τέλους.)
Γιατί λοιπόν μαγειρεύουμε, (όσοι μαγειρεύουν τέλος πάντων)
με τόση σπουδή και τέτοια παρεμβατική διάθεση;
Γιατί δεν τρώμε απλώς βοσκώντας χορταράκια
και καρπούς; Γιατί στρώνουμε με επιμέλεια τραπέζια;
Στολίζουμε πιάτα; Στοιχίζουμε σαν στρατιωτάκια
μαχαιροπίρουνα; Γιατί καθόμαστε απέναντι στα τραπέζια,
ματιά με ματιά, ώμο με ώμο, τραγούδι με τραγούδι;
Γιατί ρε; Ρωτάω, γιατί;
Διότι, για να συναντηθείς με τα "νοήματα", με τις "ιδέες",
με τα "αισθήματα", δεν αρκεί
και δεν πρέπει
να αυτοπεριορίζεσαι στο "κατώτερο ριζικό σύστημα"
της ζωής και του δέντρου της.
Αλλά να διασκορπίζεσαι και να διαχέεσαι
και στην "άνθηση" και στην "καρποφορία".
Η ζωοτροφία είναι το καθημερινό γνωστό πλαίσιο.
Ενώ η μαγειρική είναι η "γιορτή".
Είναι τα "ανθεστήρια" στην πεζότητα της διατροφής.
Διότι αναζητάμε αδιαλείπτως αναβρασμό νοήματος
σε κάθε τι που μας περιβάλει.
Διότι είμαστε καταδικασμένοι, να ψάχνουμε με θέρμη,
την ζεστασιά των αισθημάτων.
Όπως ψάχνουμε τη ζεστή σούπα μετά από μια κρύα
κουραστική μέρα.
Διότι, τέλος, δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς.
Εμπρός λοιπόν…!
"…στον αγώνα ενωμένοι, και ας μη λείψει κανείς
ω! να τη μας προσμένει, στον κόσμο η Διεθνής…"
(των μαγείρων).
Οι πιο ιερές από όλες τις γιορτές,
είναι εκείνες που κρατούμε
για τον εαυτό μας.
Είναι εκείνες οι κρυφές επέτειοι της καρδιάς μας.
Τότε, όταν ακόμα η πείρα της ζωής
δεν μας είχε ξεμάθει τον κόσμο.
Τότε, που στης αυλής τα χόρτα τρέχαμε
και γονατίζαμε, και η αστροφεγγιά
στριφογύριζε από πάνω μας.
κοίταζε σαν μαρμαρωμένη το κενό.
Μετά, με ένα σπρώξιμο έφυγε πανικόβλητη,
και τρύπωσε μέσα στην αποθηκούλα.
Σίγουρη, πως θα την ακολουθήσω.
Κι ύστερα ,την είδα από την μισάνοιχτη πόρτα,
να τρέμει
και την γλυκιά προσμονή.
Σαν τριανταφυλλιά που θέλει να ρίξει κάτω
όλα της τα λουλούδια.
«Όλα μπορούσαν να συμβούν στον κόσμο τότε,
αγάπη μου.»
Μπήκα αλαφροπάτητος
και έκλεισα πίσω μου την πόρτα.
Τα μεγάλα μάτια της έλαμπαν μέσα στο ημίφως.
Ζύγωσα.. Έσκυψα . Ταράχτηκε.
Με μια μυστηριώδη κίνηση των άστρων,
βρέθηκα ανάμεσα στα πόδια της.
Μ΄άφησε να αγγίξω τις ρώγες
του τεταμένου στήθους της.
Ο κόσμος για μένα, μόλις είχε αρχίσει.
Ήταν η πρώτη φορά που άρμεγα γίδα.



Ο μικρός Χάρης πάει με το σχολείο του επίσκεψη σε
ένα ίδρυμα φιλοξενίας ανθρώπων. Ένα είδος τρελοκομείου.
Περιδιαβαίνοντας τους διαδρόμους με τις προθήκες,
που φιλοξενούν τους ανθρώπους-εκθέματα,
σταματάνε μπρος σε έναν πολύ περίεργο
και αγριωπό τύπο.
Παράξενος, άγριος, τριχωτός, στέκει, κοιτώντας
ίσα μπροστά με τα φρύδια σμιγμένα.
Οι γιατροί που τους ξεναγούν, τους λένε ότι ποτέ κανείς
δεν έχει ακούσει από τα χείλη αυτού του αγριμιού
μια λέξη ανθρώπινη.
Εντυπωσιασμένη η ομάδα των παιδιών μετακινείται
προς το επόμενο έκθεμα, ενώ ο Χάρης τελευταίος
κοντοστέκει, κοιτώντας τον τεράστιο αυτόν τύπο.
Την επόμενη στιγμή τον χαιρετάει: «Γειά σου»
Και τότε το «τέρας» γρυλίζοντας τον αντιχαιρετά:
«Γειά».
Όλοι μαζί, κλινικοί γιατροί, ερευνητές, νοσηλευτές,
τρέχουν να δουν το θαύμα.
Σπεύδουν να μελετήσουν το πρωτοφανές γεγονός.
«…καιρός ήταν να με χαιρετήσει κάποιος…»
ακατανόητος και απροσπέλαστος, επειδή κανείς ποτέ
δεν προσπάθησε να τον καταλάβει…
Επειδή κανείς ποτέ δεν του απηύθυνε το λόγο…
Επειδή κανείς ποτέ δεν έκανε τον κόπο να τον χαιρετήσει.
Τελικά, όλα τα πράγματα που μας περιβάλλουν,
πρέπει πρώτα να τα μελετήσουμε, να τα καταλάβουμε
και μετά να τα αγαπήσουμε.
Ειδικά τους ανθρώπους όμως, πρέπει πρώτα να τους
αγαπήσουμε, για να μας αφήσουν να τους καταλάβουμε.