Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2007

Υψιπετών γουρ-γουρουνισμών συνέχεια...

"Ήρθε η ώρα, είπε το θαλάσσιο άλογο, να μιλήσουμε για
πράγματα πολλά.
Για παπούτσια και πλοία και βουλοκέρι.
Για λάχανα και βασιλιάδες.
Γιατί η θάλασσα έγινε τόσο ζεστή.
Και γιατί τα γουρούνια ξαφνικά απέκτησαν φτερά."
(Λουίς Κάρολ)

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2007

Εμπρός της γης οι κολασμένοι, της πείνας σκλάβοι εμπρός εμπρός...


Το ακόλουθο κειμενάκι το΄χω «ξαναταξιδέψει»,
προ αμνημονεύτων ετών και μέσω άλλου δικτυακού τόπου,
στις άναρχες και ατέρμονες δομές του αχανούς
αυτού κυβερνοχώρου της ματαιοπονίας.

Εδώ ξαναδημοσιεύεται για δυόμισι λόγους.(1+1+1/2= 2,5 λόγοι λοιπόν)
Ο μισός λόγος αφορά απλά στην επίφαση λειτουργίας
τούτου του μπλογκακίου.
(Τι διάολο…Άλλωστε τζάμπα μας τα παρέχουν τα Bytes
τζάμπα είναι και το διακύβευμα…
ας ξοδέψω λίγο και από τα δύο).

Ο δεύτερος ολόκληρος λόγος αφορά στην εσωτερική
και επιτακτική ανάγκη να αποτίσω φόρο τιμής
στο ηρωικό www.hungry.gr

Ο πρώτος όμως, και κυριότερος λόγος είναι για να
να αφιερωθεί σε δύο μύστες της κουζίνας
και της «ψαγμένης» συν-εστίασης.
Στους αξιότιμους συντρόφους λοιπόν:
(προηγούνται οι κυρίες)
Magica de spell και Μr. Όλα στα κάρβουνα.

Με το παρακείμενο του χωρίου μας χωριό λοιπόν, διεξάγεται
η τυπική αρχαία κόντρα των γειτόνων.
Μια "κόντρα" που πάντα συνοδεύεται από την απαραίτητη
φιλολογία ανεκδότων που παράγει ο εις, για τον άλλο
και τούμπαλιν.
Όπως ακριβώς οι Άγγλοι διηγούνται αστείες ιστορίες
με Γάλλους. Και οι Γάλλοι σαρκάζουν το μπαστουνοειδές
φλέγμα των Άγγλων. Ή όπως, οι βόρειοι Γερμανοί
γελάν με τον επαρχιωτισμό των Βαυαρών.
Οι Σέρβοι με τους Σκοπιανούς.
Οι χαμουτζίδες με τους βορειοελλαδίτες.
Όλοι μαζί με τους Πόντιους.
Οι Ρουμελιώτες με τους Πατρινούς. κτλ. κτλ.
Υπάρχει λοιπόν, μια εμπνευσμένη ιστορία, παραγωγής
του ημετέρου χωρίου, που διηγείται πως κάποτε
πριν πολλά χρόνια πέρασε ένας "δικός" μας
από το χωριό των "γειτόνων". Και διαπίστωσε ότι
όλος ο πληθυσμός ήταν σε κακό χάλι.
Όλοι κρατούσαν τις κοιλιές τους, λόγω ενός τρομερού
κοιλόπονου που τους ταλαιπωρούσε. Και τους ρώτησε:
« τι έγινε ρε παιδιά, γιατί είστε έτσι;»
«Δεν ξέρουμε» απάντησαν με μια φωνή οι γείτονες.
«Πονάνε οι κοιλιές μας, και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε…»
Τότε ο ευφυής συμπατριώτης μου, τους ρώτησε: «Φάγατε;»
«Όχι» είπαν πάλι με μια φωνή. « Τι είναι αυτό;»
«Δεν ξέρετε τι είναι φαγητό;»
«Όχι» ξανάπαν εν χωρώ.
«Καθίστε να σας εξηγήσω…»
Και έτσι έμαθαν και οι γείτονες την αξία και τα οφέλη
της διατροφής.
Για ποιο λόγο τρώμε λοιπόν; Διότι πεινάμε.
Για ποιο λόγο όμως μαγειρεύουμε ;
Μόνο για να χορτάσουμε την πείνα μας;
Ή μόνο, για την απόλαυση που λαμβάνουμε μέσω των
γευστικών αισθητηρίων οργάνων;
Μην' τάχα, μαγειρεύουμε προς χάριν του ίδιου
του μαγειρέματος;
Μην` είναι τελικά μια "στοχαστική δραστηριότητα"
η ενασχόληση με την κουζίνα;
Ή μήπως είναι η λεπτή κλωστή που μας συνδέει
με την νοσταλγία ενός χαμένου στα χρόνια,
πρότυπου γοητευτικού ανθρώπου, σύμφωνα με το οποίο,
ο μάγος-μάγειρας, μόνος στο εργαστήριο του,
παρασκευάζει μαντζούνια και συνταγές για να
ικανοποιεί, να γιατρεύει, να μαγεύει,
εν τέλει να ελέγχει και να κατευθύνει τα πεπρωμένα
των άλλων;
Ο αλχημάγειρας δηλαδή, όντας κάτοχος μιας γνώσης, που
την εφαρμόζει στους γύρω του, για να τους γοητεύει.
Ή μήπως, πάλι, το " μαγειρεύειν " είναι μια ηρωική μεν,
αλλά αδιέξοδη δε, διαχείριση του υπαρξιακού μας κενού,
με την κουτάλα ανά χείρας και την ποδιά ζωσμένη στη μέση;
(Σαν ρομαντικός ιππότης με ξίφος και πανοπλία, που παρότι
έχει συνείδηση της ματαιότητας, συνεχίζει να μάχεται
για την αρετή, μέχρι τέλους.)
Γιατί λοιπόν μαγειρεύουμε, (όσοι μαγειρεύουν τέλος πάντων)
με τόση σπουδή και τέτοια παρεμβατική διάθεση;
Γιατί δεν τρώμε απλώς βοσκώντας χορταράκια
και καρπούς; Γιατί στρώνουμε με επιμέλεια τραπέζια;
Στολίζουμε πιάτα; Στοιχίζουμε σαν στρατιωτάκια
μαχαιροπίρουνα; Γιατί καθόμαστε απέναντι στα τραπέζια,
ματιά με ματιά, ώμο με ώμο, τραγούδι με τραγούδι;
Γιατί ρε; Ρωτάω, γιατί;
Διότι, για να συναντηθείς με τα "νοήματα", με τις "ιδέες",
με τα "αισθήματα", δεν αρκεί
και δεν πρέπει
να αυτοπεριορίζεσαι στο "κατώτερο ριζικό σύστημα"
της ζωής και του δέντρου της.
Αλλά να διασκορπίζεσαι και να διαχέεσαι
και στην "άνθηση" και στην "καρποφορία".
Η ζωοτροφία είναι το καθημερινό γνωστό πλαίσιο.
Ενώ η μαγειρική είναι η "γιορτή".
Είναι τα "ανθεστήρια" στην πεζότητα της διατροφής.
Διότι αναζητάμε αδιαλείπτως αναβρασμό νοήματος
σε κάθε τι που μας περιβάλει.
Διότι είμαστε καταδικασμένοι, να ψάχνουμε με θέρμη,
την ζεστασιά των αισθημάτων.
Όπως ψάχνουμε τη ζεστή σούπα μετά από μια κρύα
κουραστική μέρα.
Διότι, τέλος, δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς.

Εμπρός λοιπόν…!

"…στον αγώνα ενωμένοι, και ας μη λείψει κανείς
ω! να τη μας προσμένει, στον κόσμο η Διεθνής…"
(των μαγείρων).

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2007

Με ένα άρλεκιν ξεχνιέμαι... 2

Οι πιο ιερές από όλες τις γιορτές,
είναι εκείνες που κρατούμε ξέχωρα και σιωπηλά
για τον εαυτό μας.
Είναι εκείνες οι κρυφές επέτειοι της καρδιάς μας.
Τότε, όταν ακόμα η πείρα της ζωής
δεν μας είχε ξεμάθει τον κόσμο.
Τότε, που στης αυλής τα χόρτα τρέχαμε
και γονατίζαμε, και η αστροφεγγιά
στριφογύριζε από πάνω μας.
Την έσφιγγα πάνω μου και κείνη
κοίταζε σαν μαρμαρωμένη το κενό.
Μετά, με ένα σπρώξιμο έφυγε πανικόβλητη,
και τρύπωσε μέσα στην αποθηκούλα.
Σίγουρη, πως θα την ακολουθήσω.

Κι ύστερα ,την είδα από την μισάνοιχτη πόρτα,
να τρέμει από την αγωνία
και την γλυκιά προσμονή.
Σαν τριανταφυλλιά που θέλει να ρίξει κάτω
όλα της τα λουλούδια.
«Όλα μπορούσαν να συμβούν στον κόσμο τότε,
αγάπη μου.»

Μπήκα αλαφροπάτητος
και έκλεισα πίσω μου την πόρτα.
Τα μεγάλα μάτια της έλαμπαν μέσα στο ημίφως.
Ζύγωσα.. Έσκυψα . Ταράχτηκε.
Με μια μυστηριώδη κίνηση των άστρων,
βρέθηκα ανάμεσα στα πόδια της.
Μ΄άφησε να αγγίξω τις ρώγες
του τεταμένου στήθους της.
Ο κόσμος για μένα, μόλις είχε αρχίσει.

Ήταν η πρώτη φορά που άρμεγα γίδα.

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2007

Με ένα άρλεκιν ξεχνιέμαι...



Επιστρέφοντας στο σπίτι σαββατιάτικα από το σινεμά,
έκανε αλλεπάλληλα γκελ πάνω στο πολύχρωμο
και ιδανικά σαχλμαρίζον πλήθος της «βραδινής εξόδου».
Αδυνατώντας να ελέγξει τα αρχέγονα αγελαία του ένστικτα,
αφέθηκε στα βαθιά μουγκανητά του παγιδευμένου
ζώου μέσα του. Και μοιραίως εξ΄ ετράπη της
προδιαγεγραμμένης πορείας.
Αφέθηκε λοιπόν, στη μοίρα της οικείας αγέλης …
και τρύπωσε σε συμπαθητικό μπαράκι με ξύλινα,
σαν βιεννέζικο μπιστρό, κουφώματα
και λογιών-λογιών μαρμάρινα τραπεζάκια.
Άλλωστε κανενός ο βίος δεν εξελίχτηκε ποτέ όπως
τον είχε προσχεδιάσει. Πόσο μάλλον μια απλή τρίωρη
έξοδος για σινεμά. Σύννεφα καπνού και γυναικείων αρωμάτων,
ωθούμενα από τους σφοδρούς βόρειους παγωμένους ανέμους
του εξαερισμού, στριφογύριζαν και συγκρούονταν με άλλα
ανοδικά ρεύματα, που έφερνε ο Γαρμπής του συστήματος θέρμανσης.
Κάθε φορά λοιπόν που το μικροκλίμα και η κίνηση των θαμώνων
του μαγαζιού το επέτρεπε,
την «έπαιρνε μάτι» από το γωνιακό τραπεζάκί του.
Έτσι όπως περήφανη καθόταν στο μπαρ απέναντι.

Στη μέση περίπου του δεύτερου ποτού η ελκτική της δύναμη,
άρχισε να γίνεται ενοχλητικά επιτακτική, εντός του.
Θες η απροσδιόριστη ομορφιά της… θες οι χορευτικές
φιγούρες των χεριών της με το τσιγάρο…
θες το αλκοόλ που άρχισε να σκορπίζεται μέσα του…
στύλωσε σχεδόν αδιάκριτα τα μάτια του πάνω της.
Ο μεσεγκέφαλος, η περιοχή του εγκεφάλου, που ορίζει
τα αντανακλαστικά της όρασης, απελευθέρωσε μεγάλες
ποσότητες ντοπαμίνης, φέρνοντας τον σε μια ζεστή
και ευχάριστη κατάσταση.
Η έλξη που ασκούσε πάνω του, στιγμές-στιγμές
κορυφωνόταν θυελλωδώς. Κυρίως όταν εκείνη γελούσε
τρανταχτά με τα αστεία του μπάρμαν.
Η ίδια είχε αντιληφθεί από ώρα το έντονο βλέμμα
που της χάιδευε τους ώμους και τα μαλλιά.
Κι ας καθόταν μακριά του, στο μπαρ δίπλα από
τον προθάλαμο εισόδου του μαγαζιού.
Ο υποθάλαμος του εγκεφάλου της, ήδη υποδείκνυε
στο σώμα της να στέλνει σήματα που να προκαλούν την έλξη.
Ίσιωσε, όσο έπαιρνε, την σπονδυλική στήλη,
ενώ οι κόρες των ματιών της είχαν διασταλεί.
Η καρδιά, με εντολή του υποθαλάμου κι αυτή, άρχισε να στέλνει
περισσότερο αίμα περιφερειακά, με αποτέλεσμα το πρόσωπο της
να ροδίζει και ο λεπτός διάφανος ιδρώτας
να κάνει το δέρμα της πιο λαμπερό.
Τώρα, η αμφίπλευρη ανταπόκριση ενίσχυε και των δυό
τις εγκεφαλικές συνάψεις. Κάνοντάς τους αντανακλαστικά
να συνδέουν την παρουσία του «αντικειμένου της έλξης»,
με μια εικόνα ευεξίας που «οφείλει» να δείχνει ο καθείς που
διαπλέκεται σε ένα τέτοιο παιχνίδι.
Όταν μια ευτυχής συνάντηση, σαν κι αυτή, τείνει να γίνεται
πολύ- πολύ ενδιαφέρουσα, και ο πόθος της «πλήρωσης»
αρχινάει να σε κυκλώνει, τ'οτε τα επίπεδα της
ντοπαμίνης εκτοξεύονται και το πάθος εντείνεται επικίνδυνα.
Τότε ο καθένας υποκύπτει και χορεύει στο ρυθμό
που του βαράει η γαμημένη η βιοχημεία.

Συγχρόνως με το σερβίρισμα του τρίτου ποτού,
δέχτηκαν ένα καθοριστικό(αλλά όχι πρωτόγνωρο) χτύπημα
από ένα ισχυρό χημικό κοκτέιλ. Δύο άτιμοι νευρομεταδότες,
η νοραδρεναλίνη και η φαινυλοθανολαμίνη,
τους προκάλεσαν έναν ελαφρύ ίλιγγο, παρόμοιο μ΄ αυτόν
που προκαλεί μια μικρή δόση αμφεταμίνης,
ή και η κατανάλωση μισού κουβά σοκολάτας.
Η ηφαίστεια έκρηξη του πόθου είχε πάρει μπρος.
Το συμπαντικό λαχάνιασμα του έρωτα ακουγόταν στο βάθος
να βαράει ρυθμικά. Σαν τύμπανα αρχαίου στρατού που σταθερά
κοντοζυγώνει.

Ο εγκεφαλικός του φλοιός πάλεψε να κυριαρχήσει
της ζωώδους επιταγής…Καθόρισε το σχέδιο δράσης και
σε χρόνο dt, (ήτοι ακαριαία) σχεδίασε την διαδρομή
που θα ακολουθούσε ανάμεσα από τα τιγκαρισμένα
τραπεζοκαθίσματα , για να φτάσει δίπλά της στο μπαρ.
Το σχέδιο μπήκε άμεσα σε εφαρμογή και στέφθηκε
με ανέλπιστη επιτυχία.
Νάτος τώρα δίπλα της. Της μιλά και κείνη με νεύματα
και χαμόγελα, γεμίζει όλο το οπτικό του πεδίο.
Το μυθικόν έτερον ήμισυ ήταν μόλις μερικά εκατοστά πλάι του.
Στην οθόνη προβολής των προσώπων τους αναζητούσαν τώρα
τις κοινές βαθύτερες καταβολές τους. Σαν να δοκίμαζαν
να εφαρμόσουν σωστά τα κομματάκια ενός παζλ.
Οι φωνές των άλλων θαμώνων βουβάθηκαν ,
η δυνατή μουσική ίσα που ακούγεται ,
και η ορμόνη οσιτοσίνη ενισχύει τους εγκεφαλικούς δεσμούς
και τους κάνει να μην κρύβουν τα συναισθήματα τους,
προσφέροντας όση περισσότερη τρυφερότητα διαθέτουν.
Η προσέγγιση συντελέσθηκε επιτυχώς.
Αφράτος κόσμος τώρα συνυφαίνεται, από το υλικό
των ονείρων φτιαγμένος, του πάθους και του έρωτα,
του χωρισμού και του θανάτου, της σωτηρίας και της αγάπης…
Τους οδηγεί και τους κυκλώνει εκ των έσω.
Από την δυναστική εμβέλεια αυτού του κόσμου δεν θα μπορούσαν
(προς το παρόν) να ξεφύγουν, ακόμα και αν ήταν ταμένοι
από μικροί να μείνουν «παρθένοι» και «άσπιλοι»
σε τριάντα πέντε αγίους και άλλους τόσους όσιους.

Εκείνο το βράδυ φύγανε μαζί. Και ξαναβρέθηκαν και το επόμενο.
Και μετά ήταν κάθε μέρα μαζί.
Κάθε Σαββάτο στο ίδιο μπαράκι, υποδήλωναν και επιβεβαίωναν
την πίστη τους, στη δικαιοδοσία που παραχώρησαν στον έρωτα τους.
Ο αλγόριθμος της μεταξύ τους ερωτικής «εμπλοκής»
είχε δώσει μια καινούργια λύση.
Και ξόρκιζε την παλιά μονήρη διαβίωση.

Στο μεταξύ, η ορμόνη βαζοπρεσίνη, που ενισχύει την μνήμη,
τους έκανε να νοιώθουν «σύντροφοι». Και τους παρακινούσε
να μένουν πιστοί , ο ένας στην λάμψη του άλλου.

Θα χαν, δε θα χαν περάσει 30 μήνες από την πρώτη τους
συνάντηση,
κι ο εθισμός στο κοκτέιλ των χημικών ουσιών του πάθους,
είχε προχωρήσει πολύ.
Οι συνευρέσείς τους, τελευταία, προκαλούσαν έκκριση
ενδορφίνης, η οποία μοιάζει με το όπιο. Μειώνει την αγωνία
της ύπαρξης ή της απουσίας του «άλλου»
και οδηγεί στην αναζήτηση της ασφάλειας,
κάνοντας βέβαια μεγαλύτερη την εξάρτηση από τη ιδέα
της σταθερής παρουσίας του ενός δίπλα στον άλλο.
Τώρα η «σταθερή» τους σχέση είχε ανάγκη και παρήγαγε
πολλή ενδορφίνη…
Τι να κάνουν …;
Ξεπηδήσανε, και ξεπηδήσαμε, από τις σελίδες ιπποτικών
μυθιστορημάτων .Στρατιές από Τριστάνους και Ιζόλδες ,
τάγματα από Ρωμαίους και Ιουλιέτες, Δουλτσινέους και
Δον Κιχώτριες… και παλεύουμε με τους ανεμόμυλους.
Επιζούμε της κόλασης των άκαπνων λογικών απαντήσεων,
και ασκούμεθα στον στίβο των «υγιών» αιτιάσεων…
Ευτυχώς, την τέχνη του έρωτα την μετερχόμεθα
και την εξασκούμε ακόμα.
Πλανιόμαστε, περιπλανιόμαστε και με δεήσεις προσερχόμαστε
καθαρμένοι, για να ξανάκαταβροχθίσουμε
και να ξανακαταβροχθισθούμε.
Μιλάμε δηλαδή για μια συνηθισμένη ζωή, συνηθισμένων
ανθρώπων. (ευτυχώς)
Απλώς μας συναρπάζει το παιχνίδι του έρωτα ,
διότι δίνει τις πιο ουσιαστικές, τις πιο απολαυστικές
αλλά και τις πιο τραγελαφικές απαντήσεις,
στα πιο βαθυστόχαστα ερωτήματα.
Μετά, όπως όλοι, όταν κουραστούμε πάμε για ύπνο.

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2007

Μια προσαρμοσμένη ιστορία κινουμένων σχεδίων


Ο μικρός Χάρης πάει με το σχολείο του επίσκεψη σε
ένα ίδρυμα φιλοξενίας ανθρώπων. Ένα είδος τρελοκομείου.
Περιδιαβαίνοντας τους διαδρόμους με τις προθήκες,
που φιλοξενούν τους ανθρώπους-εκθέματα,
σταματάνε μπρος σε έναν πολύ περίεργο
και αγριωπό τύπο.
Παράξενος, άγριος, τριχωτός, στέκει, κοιτώντας
ίσα μπροστά με τα φρύδια σμιγμένα.
Οι γιατροί που τους ξεναγούν, τους λένε ότι ποτέ κανείς
δεν έχει ακούσει από τα χείλη αυτού του αγριμιού
μια λέξη ανθρώπινη.
Εντυπωσιασμένη η ομάδα των παιδιών μετακινείται
προς το επόμενο έκθεμα, ενώ ο Χάρης τελευταίος
κοντοστέκει, κοιτώντας τον τεράστιο αυτόν τύπο.
Την επόμενη στιγμή τον χαιρετάει: «Γειά σου»
Και τότε το «τέρας» γρυλίζοντας τον αντιχαιρετά:
«Γειά».
Όλοι μαζί, κλινικοί γιατροί, ερευνητές, νοσηλευτές,
τρέχουν να δουν το θαύμα.
Σπεύδουν να μελετήσουν το πρωτοφανές γεγονός.

Στο μεταξύ το υποτιθέμενο «τέρας» μουρμουρίζει:
«…καιρός ήταν να με χαιρετήσει κάποιος…»

Τις περισσότερες φορές ο «άλλος» καταλήγει να μοιάζει
ακατανόητος και απροσπέλαστος, επειδή κανείς ποτέ
δεν προσπάθησε να τον καταλάβει…
Επειδή κανείς ποτέ δεν του απηύθυνε το λόγο…
Επειδή κανείς ποτέ δεν έκανε τον κόπο να τον χαιρετήσει.
Τελικά, όλα τα πράγματα που μας περιβάλλουν,
πρέπει πρώτα να τα μελετήσουμε, να τα καταλάβουμε
και μετά να τα αγαπήσουμε.
Ειδικά τους ανθρώπους όμως, πρέπει πρώτα να τους
αγαπήσουμε, για να μας αφήσουν να τους καταλάβουμε.