Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Επετειακόν (Volume 2)

(περίληψη προηγουμένου)

Όπου ο ήρωας μας εγκλωβίζεται κάπου μεταξύ της 26ης προς 27η Οκτωβρίου του 2031, συνειδητοποιώντας ότι στα 25 έτη συνεχούς δικτυακής παρουσίας και βλογερικής γραφής, συνέτασσε διαρκώς το ίδιο κείμενο.





Θύμα και θύτης μιας ανέφικτης βλογερικής ¨παπάρας¨, συνειδητοποιεί ότι επί 25ετίας διάνυε μια θλιβερή περίοδο εκπτώσεων των ονείρων του, και ξεπουλήματος της υπόληψης του. Έχων γαρ πλέον την αυτεπίγνωση του μέσου μαλάκα-βλόγερ, ανατρέχει και αναλογίζεται την παιδαριώδη αφέλειά του, καθώς και την ματαιοπονία του, να επιμένει να διατηρεί το μπλόγκ του. Να ελπίζει βλακωδώς, ότι περιχαρακώνοντας την επικράτεια των μονολόγων του εντός του ιστολογίου, ενσαρκώνε ψηφιακώς, την κρεάτινη και διανοητική υπόσταση του. Να βαυκαλίζεται πως ιριδίζοντας, το ζωντόβολο, ως συστοιχία χιλίων pixels στο monitor, καθίσταται εξ αντανακλάσεως υπαρκτός, και εκ φωταύγειας, απτός.

Τόσο μαλάκας.

Τον τσακίζει τώρα, μέσα στο ιδιότυπο χωροχρονικό κλουβί του, μια κακοφορμισμένη χαίνουσα επιθυμία. Μια επιτακτική επιθυμία, για επιστροφή στα ανέμελα α-δικτυακά χρόνια.

Αλλά είναι πολύ αργά για κλάματα, οιμωγές, και μεταμέλειες.

Μια αβάσταχτη επιθυμία τον τρώει. Να σεργιανίσει παρέα με αγνώστους στα κυλιόμενα πεζοδρόμια της Τσιμισκή και της Ερμού. (Στην Σαλονίκη του 2031 τα πεζοδρόμια στο κέντρο είναι κυλιόμενα). Να ακούσει πλανόδιους μουσικούς στο Καπάνι.Να φάει πατσά. Να πιεί μια μαλαματίνα. Και να κάνει μπουρδελότσαρκα στα λαδάδικα.

Έχετε δίκιο, του αξίζει κάθε τιμωρία, πλήν όμως ο εγνωσμένος ανθρωπισμός μας, μας επιβάλει να εξετάσουμε το ενδεχώμενο να του αναγνωριστούν ένα-δυο ελαφρυντικά. Όπως αυτά θα προέκυπταν από την μελέτη του προφίλ του.

Το πρώτο εξ αυτών θα μπορούσε να είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο ήρωας μας ρέπει ξεκάθαρα προς την τραγικότητα. Μια υπολανθάνουσα τραγικότητα η οποία δεν τον εξιλεώνει μεν, αλλά τον καθιστά αυτό που λέμε, ενδιαφέρουσα περίπτωση. Το δεύτερο ελαφρυντικό το οποίο κρίνω ότι οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε, είναι ότι στα εξήντα του χρόνια, διαθέτει ακόμα κάτι από την ζογκλερική ικανότητα ευέλικτης αναπήδησης, ένθεν και ένθεν της αναλαμπής των ίδιών του των ιριδισμών. Να το πούμε πιο απλά: περισώζεται ένα μέρος της αξιοπρέπειας του από το γεγονός ότι δεν έχασε εντελώς το ταλέντο και την καπατσοσύνη να ξεγλιστρά από τα δύσκολα, υποδυόμενος πότε τον ευγενή ευπατρίδη, και πότε τον ψόφιο κοριό. Το πανάρχαιο και αδιαμφισβήτητο δηλαδή, τάλαντο της φυλής.

Άλλωστε αυτό του το ταλέντο ήταν που είχαν θαυμάσει τότε, οι πρώτοι-πρώτοι αναγνώστες του. Την ικανότητά του δηλαδή να υπονοεί, (δίχως να τις εκθέτει ξεκάθαρα), πολλές κρυμμένες σημασίες. Να ντύνει κάθε ένδοξη ανάρτησή του, με ένα νέφος απροσδιόριστων φλου νοημάτων. Τόσο καλά κρυμμένων νοημάτων που σχεδόν δεν υπάρχουν.

Με λίγα λόγια, η μεγαλεπήβολη μαλακία που τον καταδίκασε να κυλιέται μες στα σκατά του δικτύου, ίσως θα ναι αυτήν που θα τον σώσει. Αν σώζεται.

Σαν μουλάρι, λοιπόν, που ξέρει από χρόνια και περπατάει στο ίδιο μονοπάτι, ακόμα κι αν το αφεντικό του έχει πεθάνει, στρώθηκε και έγραψε το επιμύθιο.

Στρώθηκε δηλαδή και συνέταξε το τελευταίο του ποστ, το οποίο μεταξύ άλλων, κατέληγε:
“…αγαπητοί μου αναγνώστες, αποφάσισα να κάνω το κεφάλι μου λεωφόρο. Ανοιχτό ξέφραγο αμπέλι, αλάνα , χέρσο ξερό κάμπο,στέππα.Ξέφραγο και διαθέσιμο για κάθε διέλευση. Έτσι ελπίζω να ανακτήσω, ελάχιστη έστω, από την απολεσθείσα αξιοπρέπεια μου.
Επιλέγω πλέον, να κάνω αυτό που θέλω, δίχως να φοβάμαι μην μου πέσει ο ουρανός στο κεφάλι. Διαφεύγω της μέγγενης των ματαιωμένων στόχων, διότι δεν έχω πλέον στόχους. Από τον ¨απελπισμένο έρωτα της ουτοπίας¨ κρατώ μόνο τον έρωτα. Οι απελπισίες και οι ουτοπίες, πάνε καλιά τους. Αράζω άνετα επάνω στο αιώνιο αιχμηρό μου μεταίχμιο με την ίδια άνεση που θα ξάπλωνα πάνω σε υπέρδιπλο ανατομικό πουπουλένιο στρώμα, και ξεκουράζομαι. Αγνοώ επιδεικτικά την κοφτερή του λεπίδα. Προκειμένου να συνεχίσω να είμαι ένα πανικόβλητο και ανυπόληπτο αντικείμενο ¨μιας χρήσης¨... ένα αναξιοπρεπές σκεύος δικτυακής ηδονής, έρμαιο των διαθέσεων κάθε αδίστακτου αναγνώστη... καλύτερα να γίνω ένα χαρούμενο υποκείμενο ¨καμίας χρήσης¨…

Σκοπεύω να πέρδομαι ανά πενταλέπτου, καθ΄ όλη την ερχόμενη 25ετία…

ποστ όμως δεν ξανανεβάζω…”



Εξ αίφνης η χωροχρονική σαπουνόφουσκα έσκασε. Το ξόρκι έπιασε. Ο αλγόριθμος που θα έλυνε το φλέγον ζήτημα της ταχύτητας διαφυγής από την βαρύτητα της μελανής οπής του, βρέθηκε. Εικοσιπέντε χρόνια ανομολόγητων απελπισμένων προσπαθειών, και μόλις τώρα κατάφερε και συνέταξε την δεύτερη ανάρτηση του. Στη Σαλονίκη του 2031 άρχισε επιτέλους να ξημερώνει η 27η Οκτωβρίου. Την επομένη, στην υποθαλάσσια λεωφόρο του Θερμαϊκού, θα λάβει χώρα μεγάλη στρατιωτική παρέλαση, τη παρουσία του νεοεκλεγέντος πρωθυπουργού Αντρέα Παπανδρέου του Β΄.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Επετειακόν (volume 1)

Αυτό το βιολί το είχε αρχίσει κάποτε ανυποψίαστος… ενώ οι μέρες τότε ακόμα κάλπαζαν γύρω του. Σε μια στιγμή αδυναμίας…τον βρήκε μπόσικο το άτιμο το σακατιλίκι. Σε μια αποφράδα στιγμή, κατά την οποία τον είχε τυλίξει με παγωμένα πανιά ο τρόμος… υπέκυψε. Κατά τη διάρκεια ενός μόνο κολασμένου και ατέλειωτου δέκατου του δευτερολέπτου, ενέδωσε… και τον ρούφηξε η σιφονιέρα.

Τότε, σε μιαν αναλαμπή ενδόμυχης βεβαιότητας, πίστεψε ότι όλα γύρω του θα χαθούν, και θα βουλιάξουν τελεσίδικα μέσα στην επώδυνη ακινησία της μνήμης. Και αυτή του η βεβαιότητα, αποδείχτηκε το μοιραίο λάθος του. Αρχίνησε λοιπόν ασύστολα το πληκτρολογείν, νομίζοντας ο άμοιρος ότι κάτι θα περισώσει.
Και τα χρόνια περνούσαν.
Και ενώ η τρίχα που κρατούσε το στερέωμα στη θέση του έφθινε διαρκώς, και ο κίνδυνος του ολοκληρωτικού χαμού του παντός, παρέμενε ως μια βολική και ανεκτέλεστη απειλή, οι μέρες... το βιολί τους. Συνέχιζαν να καλπάζουν γύρω του σαν αφηνιασμένη αγέλη γκνού στις απέραντες σαβάνες της Ναμίμπια. Και το πληκτρολόγιο συνέχισε να παίρνει φωτιά. Κάθε βράδυ.
Έτσι ξεκίνησαν όλα. Τότε.
Και κάπως έτσι συνέχισαν.
Στην ακολουθία των ημερών, από ένας φτωχοδιάβολος της σειράς, μετετράπει σταδιακώς σε έναν φτωχοδιάβολο-βλόγερ, επίσης της σειράς. Μετουσιώθηκε σε έναν ακόμη απόστολο της μοναξιάς. Έναν προπομπό Ερμή –όχι της καθόδου των ψυχών στον Άδη-
αλλά της ανόδου (upload) των μικρόψυχων posts, στο κολασμένο wordpress.

Χρόνια ψώνιζε ¨ύφος¨ και δανεική αυτεπίγνωση από τις γυάλινες προθήκες του δικτύου, γιατροπορεύοντας τις ευπαθείς εκκρεμότητες της σκιερής πλευράς της μνήμης του. Και κουτσοβόλευε τις πάντα αειθαλείς δυσκολίες του βίου. Ως που έφτασε αισίως(και μαζί του και μεις) στην 26η Οκτωβρίου του 2031 μ.Χ. Ήτοι,25ο έτος μ.Β.(μετά Βλόγιν). Εορτή του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτη, μεγάλη η χάρη του.
Μεγάλη επίσης η χάρη, του 60ντάρη πλέον, κυβερνογραφέα μας.
Εικοσιπέντε συναπτά έτη την έβγαλε αβρόχοις ποσί, στα βρόχια του δικτύου.
Απόψε όμως, η γνωστή σε όλους επιτάχυνση, που επιβάλλεται άνωθεν, στην βαρυτική αλληλουχία των ημερών και στην εναλλαγή των καιρών, τον φυλάκισε εντός μιας χιμαιρικής εποχής. Εντός μιας αδρανούς χωροχρονικής σαπουνόφουσκας. Τον εγκλώβισε στις παρυφές του παρόντος του. Θα λεγε κανείς ότι, παγιδεύτηκε στον ορίζοντα γεγονότων της μελανής οπής του νου του. Εκεί κάπου μεταξύ του ¨χθες¨ του, και του ¨σήμερα¨ του.
Η 26η του μηνός Οκτωβρίου του 2031 λοιπόν, ωσονούπο τον αποχαιρετούσε . Η 27η όμως δεν έλεγε να φανεί.

Χρόνια τώρα μαθήτευε φρόνημα και σιωπηλά, στα θρανία ενός κατακερματισμένου, αλλά πάντα συνεπούς, ως προς τη ροή, χρόνου. Με τη γλώσσα σφιχτά τυλιγμένη ανάμεσα στα δόντια μετρούσε ο ευεργετηθείς, τα αυστηρά ¨τικ-τακ¨ του ευεργέτη χρόνου του. Το ελβετικό ρολόι του πανδαμάτωρος όμως, εσχάτως άρχισε να ρετάρει. Και με φρίκη άρχισε να διαπιστώνει αυτό που πάντα υποπτευόταν, αλλά δεν τολμούσε να αποδεχτεί. Ότι δηλαδή, κάθε μέρα, επί ένα τέταρτο του αιώνα, έγραφε διαρκώς το ίδιο κείμενο. Τα εκατοντάδες, εί μη χιλιάδες, ποστς της σταδιοδρομίας του δεν ήταν παρά διαφορετικές εκδοχές εκείνου του πρώτου-πρώτου ίδιου κι απαράλλαχτου, της 26ης Οκτωβρίου του σωτήριου έτους 2006 μ.Χ. Αλίμονο.

(συνεχίζεται)