Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

η Μνήμη



«Δευτέρα σήμερα, μπάσε καλό μου..» και οι λέξεις δεν εννοούν να πειθαρχήσουν.
Αντιπαρέρχομαι το πείσμα τους και την ανέμελη απειθαρχία τους, και τις ξοδεύω σπάταλα, ερήμην των τζαναμπέτικων προθέσεων τους. Ωστόσο όλο και συχνότερα γεμίζω με μια γαλήνια και παρήγορη βεβαιότητα, ότι οι λέξεις δεν θα μας προδώσουν ποτέ. Όσα τσαλίμια κι αν κάνουν.

Αυτό το ποστ φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως μικρή δόση ομοιοπαθητικού φαρμάκου, έναντι της αλλεργιογόνου δράσης της μνήμης.
Τα σκληρά ποτά άλλωστε, όπως τέτοια είναι οι μνήμες, πίνονται γουλιά τη γουλιά ,
λίγο λίγο. Μονορούφι δεν κατεβαίνουν με τίποτα. Σκαλώνουν στον οισοφάγο και σε ζεματάν. Γουλιά γουλιά τις μνήμες λοιπόν, για να ξεφεύγουμε από την εμμονή του θριαμβεύοντος παρόντος, με όλες αυτές τις αθλιότητες και τις δόξες που κουβαλάει μαζί του.
Το ήδη διανυθέν μονοπάτι του βίου μάκρυνε επικίνδυνα. Τι να λέμε τώρα. Γέμισε διάσπαρτα ψιχουλάκια μνήμης για να μην χαθούμε ,τάχα. Λες και υπάρχει ενδεχόμενο ποτέ να επιστρέψουμε, παίρνοντας το μονοπάτι προς τα πίσω. Σαρακοφαγωμένη και κάτισχνη με κοιτάζεις τώρα, δόλιά μου μνήμη. Σε πιέζω και γω ο άπονος να κάνεις συνεχώς scanning στα περασμένα. Να ταχτοποιείς τους τόμους της κοινής μας ιστορίας κατά βαθμό έντασης και τονικού ύψους του θορύβου, έτσι όπως τον παρήγαγαν όταν λάμβαναν χώρα. Και όχι βέβαια, όπως η επίσημη ιστορία συνηθίζει να ταξινομεί και να καταχωρεί τις μνήμες, ημερολογιακά, κατά σειρά εμφανίσεως. Διότι το χαυνωμένο από τη λήθη μυαλό, αποτυγχάνει να θυμηθεί και να εισχωρήσει πίσω σε βάθος, μόνο με τη μέθοδο της στεγνής, επίσημης και συντεταγμένης χρονολογικής παράθεσης γεγονότων. Το μυαλό θέλει οικίες μνήμες για να δουλέψει. Και οι οικίες μνήμες έχουν ακαθόριστη θέση. Πλανιούνται σαν νέφη. Θροΐζουν ανάκατα όπως οι φυλλωσιές των δέντρων στο πέρασμα του αέρα.
Σαρακοφαγωμένη και κάτισχνη λοιπόν, με κοιτάζεις…όλο νόημα.
Ολόσωμες οι μορφές των παλιών γνωστών και αγαπημένων τρεμοσβήνουν θολές. Σαν προβολές πάνω σε περαστική ομίχλη, στιγμιαίες, ελαφρές σαν άχνα. Τρεμοπαίζουν για λίγο «ολόσωμες» στο φως, και «τσαφ»…σβήνουν. Εξαιρουμένων βέβαια των μεγάλων τους ματιών. Μόνο τα μεγάλα μάτια των μορφών διασώζονται άρτια, άσβεστα και λαμπερά. Ίσαμε σήμερα ακόμα, με κοιτάζουν διατρητικά και φλεγόμενα . Και παλεύω γύρω από αυτές τις δυο φωτιές, ψηφίδα ψηφίδα να αναστήσω ολόκληρη, την απωλεσθήσα τοιχογραφία του καθενός Με προσοχή όμως… προς αποφυγή τραυματισμών του αμφιβληστροειδούς.
Δύσκολο εγχείρημα. Σχεδόν ακατόρθωτο. Μόνο τα μάτια επιμένουν να λάμπουνε αιωρούμενα, και να νεύουν κατά τη μεριά μου.

Είναι να μην τόχει η γκλάβα σου, να κατεβάζει ψείρες.
Είναι να μην τόχεις το σακατιλίκι, να επιτρέπεις στις μνήμες να επιφοιτούν πλημμυριδόν, θολές και ανεπεξέργαστες να διακόπτουν τον ειρμό του ποταμού του «τώρα».
Σαν πανίσχυρα παγοθραυστικά με θωράκιση συμπαγούς παρελθόντος, εισβάλουν και συντρίβουν τα υλικά του ξεκάθαρου παρόντος, πλημμυρίζοντας με θολές μνήμες.
Μπρος στην ανεξήγητη σαγήνη της περιπλάνησης στο παρελθόν σου, ανακλαστικά αναζητάς αντίδοτο. Αναζητάς μια μεγαλύτερη ανασχετική δύναμη, ώστε να ισορροπήσεις με αγνό καθαρό «παρόν», την ζυγαριά που γέρνει προς την πλανεύτρα γοητεία της αναπόλησης. Και αυτή η ικανή δύναμη αδιαμφισβήτητα είναι μια: Η σκοπιμότητα. Όχι οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Αλλά η σκοπιμότητα της συνέχισής σου.
Η σκοπιμότητα της συνέχισής σου, για όσο πάει. Για όσο τραβήξει.
Είσαι απροσχημάτιστα δεδηλωμένος οπαδός της συνέχισής σου. Κολυμπάς ασταμάτητα να κρατηθείς στην επιφάνεια. Σκυλοπνίγεσαι αλλά επιμένεις.
Κάθε φορά σώζεσαι την τελευταία στιγμή από βέβαιο πνιγμό.
Διότι η σκοπιμότητα, σου υπαγορεύει το μοναδικό, το κρυφό και το μεγαλειώδες απόλυτο όραμα.
Να φτάσεις ξανά και να χωθείς στην πρωταρχική σου μήτρα. Στην πρώτη-πρώτη ξεκουραστική και ανακουφιστική Μνήμη σου.

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Κυριακή

Τις Κυριακές που αργεί η αγορά,
αργεί και το μυαλό μου.
Όλα αυτά που είναι μαζεμένα γύρω μου, δεν ξέρω τί να τα κάνω την Κυριακή.
Πολύ πρωί, όταν ακόμα αργά αργά ξεχειλίζει το φως της μέρας από τα χείλη του ορίζοντα, παρατηρώ με απόλυτη ησυχία και σεβασμό από το μπαλκόνι, δυο δεκαοχτούρες να ερωτοτροπούν λυσσαλέα πάνω στον ψηλό κέδρο του Λιβάνου της αυλής. «Ας είναι…» λέω, «νέα πουλιά…νέοι έρωτες…»
Αργότερα, όταν το πρωινό είναι πλέον όψιμο, τα τρυφερά ενσταντανέ των τουριστών μπρος στο σιντριβάνι της πλατείας μου προκαλούν ιερή ανατριχίλα. Και πίνω τον δεύτερο ανιχνευτικό μου καφέ.
Λίγο πριν το μεσημέρι, τα δικά μου τρυφερά ενσταντανέ με τα μπουκάλια της μπύρας στο τραπέζι, οδηγούν μοιραίως την μέρα σε έναν ύπουλο εκμαυλισμό. Kαι φέρνουν σκέψεις στο μυαλό μου διάφορες. Σκέψεις όπως: «…λες να πάσχω από συχνουρία..;»
Γι αυτό λέω, τις Κυριακές δεν ξέρω τι να τις κάνω.
Το εκδικητικό ξελόγιασμά τους με μετατρέπει σε πειθήνιο όργανό τους. Πιάνω τον μίτο, το πρωί της Κυριακής, από την αρχή. Και ως το απόγεμα, είμαι για τα καλά χαμένος στο λαβύρινθό της
.
Έτσι λοιπόν, κι αυτήν την Κυριακή που κοντοζυγώνει, μέσα στην γαλήνια σιωπή της γενικευμένης αργίας γύρω, θα σκάσει από νωρίς το κύμα των ετεροδημοτών και το βουητό των εκδρομοκεφτέδων του διημέρου.
Αχ, αυτοί οι ζηλωτές της «κυριακής-απόδρασης»… Αυτοί, οι ταγμένοι στην λάτρα του αγαπημένου τους Ι.Χ. με το λάστιχο του νερού και τον πλαστικό κουβά ανά χείρας… Αυτοί, οι ορκισμένοι μαχητές της πίστης, του κοντού πολύχρωμου σώβρακου και του εμφιαλωμένου νερού…Αχ , αυτοί…
Αυτοί θα ναι πάλι. Και θα ζητούν εξιλέωση, για το βαρύ αμάρτημα της ανίας.
Ιδανικοί εραστές της χοιρινής σπαλομπριζόλας και του πλακουτσωτού μπιφτεκιού, με την μασιά έτοιμη σε θέση, πότε «επ΄ ώμου» και πότε «παρά πόδα», θα αναδεύουν τα σβησμένα κάρβουνα των ειωθότων της Κυριακής. Οι διηγήσεις των κυριών, που θα ετοιμάζουν ευπειθώς τις σαλάτες γύρω από τους νεροχύτες, θα εξοκείλουν σε καθαρτήρια κηρύγματα νοικοκυροσύνης. Εντωμεταξύ, σε πείσμα τους, κατά τις 12:00, ντάλα μεσημέρι , θα σκάσει στα σοκάκια ένα μικρό κατεργάρικο καλοκαίρι, και θα τριγυρίζει άσκοπα. Σε πείσμα τους…
Ο γείτονας θα μαζέψει το σόι του στη βεράντα δια να συνφάγουν.
Αφού αποφάνε, θα περάσουν μετά περισσής επιτηδειότητας και χαρακτηριστικής άνεσης στο επιδόρπιο. Εν συνεχεία, με ευπρεπισμένες λέξεις –ως αρμόζει- και με ξεχειλωμένες συζητήσεις –ως οφείλουν- θα διεκπεραιώσουν επιτυχώς το απόγευμά τους. Οι ποικίλες συζητήσεις θα σέρνονται σαν άδικες κατάρες γύρω από τα αποφάγια και τα λαδωμένα πιατοπότηρα. Εν όψει της διαμορφωθείσας κατάστασης, εκεί κατά τις τέσσερις παρά τέταρτο, εις εκ των συγγενών δεν θα παραλείψει να ευχηθεί : «άντε γειά μας». Κατόπιν, αστειευόμενος, θα «πειράξει» τον ποδοσφαιρικά αλλόφυλο μπατζανάκι του, με ένα ανέκδοτο αναλόγου περιεχόμενου. Ο μπατζανάκης αποφεύγοντας ευσχήμως την πρόκληση θα απαντήσει εκ νέου, αποφασιστικά, με ένα «σόκινγκ» ανέκδοτο, «γαργαλώντας» την ώριμη αυταρέσκεια των συζύγων των. Στο καπάκι, η εξηντακοντούτις, και βάλε, ανύπαντρη θεία, θα αναρωτηθεί, τι περιλαμβάνει το μενού για τη συνέχεια. Η συνέλευσις των συγγενών θα βουβαθεί, προς στιγμήν. Οι αξιότιμες κ. κ.σύζυγοι θα καθαρίσουν το τραπέζι και θα σερβίρουν γκρικ κόφι τη συνοδεία καρπουζοπέπονου παγωμένου……………………………………………………………………………
………………………………………………………………………………………
Σύντροφοι. Αυτός ο φαύλος κύκλος των Κυριακών πρέπει να σπάσει το δίχως άλλο.
Αντίσταση στους υποτακτικούς των κυριακών.
Αλληλεγγύη στους φίλους των Παρασκευών και των Σαββάτων.
Οργάνωση στο παλλαϊκό μέτωπο της Πέμπτης και της Τετάρτης.
Κηρύττω ηρωική έξοδο, ενάντια σε κάθε κυριακάτικη συναίνεση.
Ζήτω τα δευτερότριτα.
Το αίτημα για αυτοοργάνωση, έναντι της αποδιοργάνωσης των Κυριακών,
δεν είναι ουτοπία. Είναι ελπίδα και αγώνας για άλλη κοινωνία.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

"Περί διαθέσεως" (ή, άμα σού ΄ρθει πιες πέντε έξι μπύρες να σου περάσει)



«Θα βγούμε;»
«Πού να πάμε;»
«Δεν ξέρω…κάπου»
«Άστο. Δεν έχω διάθεση»
------------------------------------
«Πώς πήγε σήμερα;»
«Σκατά»
«Γιατί;»
«Είχα πολύ κακή διάθεση»
-------------------------------------
«Τα βρήκατε;»
«Μπα δεν υπήρχε καλή διάθεση για υποχωρήσεις»
-------------------------------------
«Ήταν ωραία;»
«Καλά ήταν αν εξαιρέσουμε την μαλακισμένη μου διάθεση»
--------------------------------------
«Την συνάντησες; Από τι διαθέσεις εμφορούνταν;
«Από φονικές… ως επί τω πλείστον»
--------------------------------------
«Τι διαθέσεις έχετε για τη συνέχεια;»
«Παπάρια διαθέσεις»
---------------------------------------
«Πάμε για μπύρες;»
«Άσε. Δεν έχω διάθεση»
«Μα γιατί; Πιες μια και θα σου ρθει»
----------------------------------------
«Και τελικά τι έγινε..; το κάνατε;»
«Μπα… τρελός είσαι; Πού διάθεση για τέτοια…»
-----------------------------------------
Το πλέον αμάχητο επιχείρημα για να δικαιολογήσεις την αναβλητικότητά σου είναι αυτό το κλασικό: «δεν έχω διάθεση».
Ουδείς μπορεί να φέρει μια αξιοπρεπώς πειστική αντίρρηση, μπρος σε μια τέτοια δήλωση-κεραυνό. Πώς να ανασκευάσεις ένα ήδη επιβαρυμένο κλίμα, -όση επιδεξιότητα και αν διαθέτεις στην τέχνη της επιχειρηματολογίας- όταν σου πέσει στο κεφάλι ένα τρομερό: «δεν έχω διάθεση». Και βέβαια όταν λέμε «δεν έχω διάθεση» εννοούμε , «δεν έχω καλή διάθεση». Είμαι δηλαδή διατεθειμένος κακώς έναντι του παντός .
Η διάθεση, εν γένει, μπορεί να είναι καλή, κακή, φτιαγμένη, χαλασμένη ή άστατη, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ο καιρός είναι βροχερός, συννεφιασμένος, ηλιόλουστος ή άστατος. Δεν είναι τυχαίο ότι η δημοφιλής έκφραση: «τον κακό σου τον καιρό…», χρησιμοποιείται για να δηλώσει μεταφορικά την ευπειθή αντίρρησή μας έναντι της κακής διάθεσης που μας δημιουργεί μια πραγματικά δυσχερής κατάσταση ή μια σημαίνουσα για τη ζωή μας, συμπεριφορά.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε με μαρξιστικούς όρους, η διάθεσή μας είναι το «συμβολικό κεφάλαιο» που καλούμαστε να επενδύσουμε στην καθημερινότητα μας προσδοκώντας, ως γνήσιοι κεφαλαιοκράτες, να καρπωθούμε την παραγόμενη υπεραξία των διαθέσεων των άλλων, όταν αυτοί κινούνται εντός του πεδίου δράσης της διάθεσης μας.
Με υπαρξιακούς όρους μιλώντας, θα λέγαμε ότι η διάθεση μας, είναι ένα ψυχοκοινωνικό μετα-μυθολόγημα που ενετάσσει και ενσωματώνει το ιδιωτικό μας σύμπαν, στους κανόνες που διέπουν το πραγματικό απέραντο σύμπαν.
Αν βέβαια επιχειρούσαμε να προσεγγίσουμε τη «διάθεση», με "κλινικούς" όρους (που μας ταιριάζουν κιόλας) θα λέγαμε, δίχως δισταγμό ότι,
η καλή μας διάθεση πάσχει από ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος που η καλή μας διάθεση συχνά πεθαίνει από αιφνίδιο θάνατο.
Η διαγωγή μας και ο σώφρων εγνωσμένος χαρακτήρας μας, είναι ο ιδανικά κατάλληλος για να καταστήσει μια «διάθεση» εξαιρετικά καλή και υγιή. Αλλά και συνάμα εξαιρετικά ικανός , να την αποστείλει στα τάρταρα, κάνοντάς την να δείχνει άρρωστη, κάκιστη και αλγεινή. Σχεδόν νεκρή. Όσο λοιπόν αιφνίδια πεθαίνει η καλή μας διάθεση, άλλο τόσο αιφνίδια ξαναγεννιέται. Συχνά, πριν καλά καλά προλάβεις να συνέλθεις από την καταστροφική λαίλαπα του απρόσκλητου και αγενούς εισβολέα της κακής διάθεσης, με χαρά διαπιστώνεις ότι η καλή σου διάθεση επανακάμπτει και παλινορθούται εκ νέου, ως ο μυθολογικός φοίνιξ αναγεννάται εκ της τέφρας του. Όλο ετούτο το παλινδρομικό καραγκιοζιλίκη της πολυκύμαντης διάθεσής μας δεν θα το έλεγες καθόλου άσχημο, αν η συντεταγμένη ψυχιατρική δεν το χαρακτήριζε «διπολισμό», ή πιο ωμά, «μανιοκατάθλιψη».
Η ανθρώπινη διάθεση εν γένει, ξεχνάει γρήγορα. Αγνοεί τις εσωτερικές οργανικές αντιφάσεις της. Κλείνει τα μάτια ,εμπρός στα έμπεδα οξύμωρα που την άγουν και την φέρουν.
Παραπαίει ανάμεσα στον δημόσιο πραγματισμό και στον ιδιωτικό ρομαντισμό.
Είναι κουφάλα η διάθεση. Για να μη πω κάτι χειρότερο… Καταστρέφει και ξαναχτίζει αενάως, την δύσκολη και ιστορικά πολυκύμαντη σχέση μας με τον εαυτό μας, εν μια νυκτί. Τέτοια καριόλα, σου λέω.
Σε όλο το φάσμα των πολλαπλών εκφάνσεων και άπειρων τιμών που μπορεί να λάβει ο άγνωστος Χ, μια κοινής ανθρώπινης «διάθεσης», κοινή διαπίστωση φαίνεται να είναι ότι η «διάθεση» αποτελεί ( ή τουλάχιστον φιλοδοξεί να αποτελεί) την φωναχτή δήλωση και ξεκάθαρη επιβεβαίωση, μιας αναπαλλοτρίωτης ατομικότητας. Τούτο δε, ισχύει όχι ανεξάρτητα από το είδος και την υφή της πρόσληψης και της υποδοχής που θα επιφυλάξει για την διάθεση μας, ο περίγυρος των εφαπτομένων διαθέσεων των άλλων.
Πέρα από τα ποικίλα στερεότυπα που μπορούν να λάβουν οι ανθρώπινες διαθέσεις (διάθεση καλή, κακή, ρομαντική, εξουσιαστική, συμμετοχική κ.ο.κ.) και την εμπεδωμένη φαντασιακή ιδιώτευση που υποθάλπουν και διακηρύττουν ερήμην μας αυτές οι «διαθέσεις», αναμφίβολα διαπνέονται γενικά, από μια και μόνο κυρίαρχη μέριμνα και φροντίδα. Δημιουργώντας δηλαδή την ψυχοκοινωνική μας υπόσταση, διαπνέονται (οι διαθέσεις) από την μέριμνα για την «εύνομη» διευθέτηση ενός δημόσιου και ιδιωτικού χώρου ισορροπιών και συγκερασμών. Ο οποίος χώρος, αν και δείχνει να επιτρέπει τις συλλογικές λειτουργίες, παραμένει ενδεικτικός μιας μάταιης θήρευσης.
Μιας, κατά βάση, ανέφικτης κοινωνικότητας.

Αν υπάρχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά που διαπνέουν κάθετα όλη την διαστρωμάτωση των «διαθέσεων», τότε σίγουρα αυτά είναι , το «αυτοδιάθετο»
και το «αυτοδιαχειριζόμενο». Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που οι προσωπικές διαθέσεις του καθενός έχουν τόσο κατηγορηθεί από τις συντεταγμένες εξουσίες. Οι συντεταγμένες εξουσίες δεν συμπαθούν τις «διαθέσεις». Σου κουνάνε απειλητικά και διδακτικά τον δείκτη μπρος στη μούρη, διατεινόμενες ότι υπάρχουν πολύ σημαντικότερα πράγματα να ασχοληθείς, (όπως να δουλεύεις δίχως αντιρρήσεις, να παράγεις δίχως απαιτήσεις, να υπακούς δίχως αμφιβολίες κτλ) από το κανακεύεις την κακομαθημένη διάθεσή σου.

Εσύ όμως ξέρεις ότι η ιδεατή κατάσταση δια της οποίας διέρχεται το μυθολόγημα της διάθεσής σου, έλκει την ευγενή καταγωγή του, από το αρχέτυπο του μαχητή των ανεμόμυλων.
Από το σόι του Δον Κιχώτη.
Από τον θρύλο του «φτωχού και μόνου καουμπόη» .
Ρομαντικός και μοναχικός, σφυρίζεις, φεύγοντας καβάλα προς τη Δύση.
Κυνηγάς το ηλιοβασίλεμα, στο οποίο παραχωρείς την ρυθμιστική δικαιοδοσία της διάθεσης σου. Γενναία επιχορηγούμενος από τον μοναδικό σου σπόνσορα, τον εαυτό σου, καλείσαι να παίξεις το ρόλο του Μαικήνα της ίδια ς της διάθεσης σου. Η διάθεση σου είναι το υπουργείο προπαγάνδας της ηγεμονικής αυλής σου. Η οποία αυλή αποτελείται από δύο μόνο νοματαίους. Από έναν ηγεμόνα και έναν ηγεμονευόμενο. Τον εξής ένα: εσένα.
Για αυτό σου λέω, αν σου ξανα έρθει διάθεση για οτιδήποτε, πιες πέντε έξι μπύρες να σου περάσει.


(Την επόμενη φορά που θα μου ρθει διάθεση να αναρτήσω ποστ.
σκοπεύω να εφαρμόσω βήμα-βήμα (μπύρα-μπύρα) την ως άνω συμβουλή.)

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

θέρος

Ωραία.
Εισήλθαμε αισίως στην κυρίως ειπείν καλοκαιρινή σεζόν.
Λαμβάνω το θάρρος να επικαλεστώ την μεγαλοθυμία του θέρους, αιτούμενος να μας δεχτεί σύσσωμους, στην καυτή και ξερικιά αγκάλη του. Σκοπεύω δε, και υπόσχομαι για τη συνέχεια, στο λυκαυγές των ημερών τούτου του θέρους, να δοκιμάζω δίχως ψιμύθια να εξιστορώ, το λυκόφως των δικών μου «κακών» θερινών σκέψεων. Γεμίζοντας και αδειάζοντας τασάκια μ΄ αποτσίγαρα, κρυμμένος πίσω από τον, απαγορευμένο στο εξής, καπνό τους.
Ως επισφράγιση της συνεργασίας μας και της αμοιβαίας μας αποδοχής (του θέρους έναντι εμού, και εμού έναντι του θέρους ) θα περιγράφω, την καλή ή κακή, διαγωγή του, όπως καταφανώς θα την καταδεικνύουν οι θερμές μέρες του. Ξεβράκωτες κι αυτές… δίχως φτιασίδια.
Θα το περιγράφω, αφοσιωμένος στην κινητήρια δύναμη, της ξέφρενης καθημερινής αναζήτησης και «διεκδίκησης» του ήλιού του, όπως αυτήν θα την επιβάλουν οι πυρακτωμένες, σκονισμένες και ιδρωμένες μέρες του, και οι χαρμόσυνες, μοχθηρές και δροσερές νύχτες του.
Αχ, αυτές οι νύχτες! Ξάγρυπνες περιπλανιούνται σε ξένους ύπνους.
Αχ, και συ άμοιρε παραθεριστή του τρέχοντος βίου σου…Ξάγρυπνος παλεύεις να παραμείνεις μέχρις εσχάτων, εντός του ονείρου της δροσερής καλοκαιρινής νύχτας σου.
Είσαι το ατσαλάκωτο πρόταγμα, της ίδιας σου της ζωής.
Τι συμβαίνει άραγε εντός του έξοχου μυαλού σου, έτσι καθώς γερνάει βήμα το βήμα, Ιούνη τον Ιούνη, και δεν το βάζει κάτω; Έτσι καθώς βυθίζεται άκαμπτο στην φθορά και στην αβυσσαλέα βεβαιότητα του επερχόμενου τίποτα..; με τ΄ άντερα μπλεγμένο κουβάρι, και το νου τηγμένο τυρί; Με το αίμα ταγγισμένη μπύρα;
Τι τα θες; Όσο πιο οργανωμένη η ζωή, τόσο μεγαλύτερο το εκφραστικό της αδιέξοδο.
Εξ ου, και η κατ΄ αρχήν, δυσπιστία σου, για κάθε τι απροειδοποίητο.
Εξ ου, και ο φόβος σου για κάθε τι πηγαίο.
Εξ ου, και η κατοπινή πίστη σου, στην αναγκαιότητα της ύπαρξης των άλλων.
Οσάκις γεννιέσαι, γεννιέται και η φαντασμαγορία του κόσμου των ενσυνείδητων και ασυνείδητων εμπειριών σου.
Οσάκις ανατέλλεις, ανατέλλει αργά αργά, και το σύμπαν των συναισθημάτων , των γνώσεων και των πεποιθήσεων σου.
Οσάκις προτίθεσαι… παίρνεις υπόσταση.
Αμέτρητη η χαρά που αισθανόμαστε, δυνάμενοι να διακηρύξουμε την ευπειθή στοργή που μας προσφέρει η καθημερινή επιβεβαίωση της υπόστασης μας.
Τω όντι, για την ώρα υπάρχουμε. Άλλωστε αν δεν συνέβαινε αυτό, ευτυχώς δεν θα το γνωρίζαμε καν.
Τω όντι, λοιπόν ήρθε το καλοκαίρι.
Τω όντι, πάει έφυγε η μαγιάτικη δροσιά.
Τω όντι, τα καλοκαίρια, μου αποσπούν τεχνηέντως υποσχέσεις που δεν θα μπορέσω να τηρήσω.
Αργότερα θα αρχινίσει και αυτό να κλείνει , να στενεύει, να σώνεται.
Να κονταίνει και να ψοφάει, η τρεμουλιαστή σκιά του, κάτω από τις σόλες των παπουτσιών μας.
Δεν χωρεί αμφιβολία, μ΄ αρέσει το καλοκαίρι.
Μ΄αρέσει γιατί θέλει να αγαπηθεί κι αυτό σαν έφηβος, που μπαίνει απ΄την νυχτωμένη πόρτα και βγαίνει απ΄το πρωινό παράθυρο.
Και φαντάσου..! όλα τούτα συντελούνται μέσα σε δυό χούφτες ζελατινώδη ιστό, εντός του κρανίου σου.


Ο εσαεί αγαπών σας, μετ΄ αφοσιώσεως.
Κωστής Μπ. ο χαμαιλέων