Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

ανάγκη vs ικανοποίησης

Η «ανάγκη» και η «ικανοποίηση» έχουν κοινές ρίζες. Η δεύτερη επωφελείται λαθραία από τα κρυφά πλεονεκτήματα που της προσφέρει η πρώτη.
Εντούτοις δεν ξέρω αλήθεια, ποια είναι απ΄ τις δυό η πιο ανυπόφορη.
Το μόνο που ίσως ξέρω με βεβαιότητα είναι ότι καμία από τις δυό, από μόνη της δεν αποτελεί έγκλημα καθοσιώσεως. Επιδοκιμάζω και την «ικανοποίηση» και την «ανάγκη» και δεν τις βάζω σε όρια. Συγχρόνως όμως σκέφτομαι πως δεν υπάρχουν όρια στις ζημιές που μπορούν να προέλθουν από τις αυθαίρετες πράξεις, και των δυό.

Η κατάσταση γίνεται τουλάχιστον ύποπτη όταν η μια επικαλείται την άλλη. Και μέσω της αναλογίας τους, γευόμαστε τη σούπα που εντός της σιγοβράζει ο τάχα-γκουρμέ βίος μας. (αυτές οι μαγειρικές παρομοιώσεις πάντα εντυπωσιάζουν). Όταν δηλαδή, η μια μετατρέπεται σε βολική συνθήκη, έναντι και υπέρ, της άλλης.

Όταν λοιπόν μου δίνουν στο πιάτο την «ικανοποίηση» …όταν μου την προσφέρουν τελειωμένη, πλήρη, άρτια, νοιώθω αμηχανία , σχεδόν εκνευρισμό. Για να πω την μαύρη αλήθεια, αισθάνομαι τρόπον τινά, εξαπατημένος. (τόσο κολλημένο το άτομο)
Όταν πάλι η «ανάγκη» μου χτυπάει με θρασύτητα την πόρτα, εξοργίζομαι. Θέλω να της πω «Τι θες μωρή;» και να της την κλείσω κατάμουτρα. Αλλά η μοιραία και αιωνίως ατιμώρητη σκληράδα της, με οδηγεί να ψάχνω να δικαιολογηθώ με ένα ψέμα. Να ισχυριστώ με ύφος νικημένου Ναπολέοντα ότι:«τουλάχιστον υπήρξα γενναίος». Παρά το ότι γνωρίζω καλά, πως το ουσιώδες είναι να ανακαλύψω όχι το αν, αλλά το πόσο ακριβώς δειλός υπήρξα.

Απ΄ τη μια η έμφυτη προαίσθηση της αναγκαιότητας.
Απ΄την άλλη η ανακλαστική πρόγευση της ικανοποίησης.
Όταν η μια κουφάλα αδυνατεί, η άλλη η παμπόνηρη επιφυλάσσεται. Και τούμπαλιν.

Τέλος! Κατέληξα! Κι ας κατηγορηθώ για βαριά κοινοτυπία. Το πιο σίγουρο ένστικτο με το οποίο μας προίκισε η φύση είναι η «ανάγκη για ικανοποίηση». (τι λέω πάλι ο γάτος)

Για να τελειώνω. Η βαθύτερή κρυφή μου ελπίδα είναι, να νοιώσω κάποια στιγμή την «ικανοποίηση», πως με καταλαβαίνετε. (αν και πολύ αμφιβάλω). Και πως, επίσης κι εσείς ενοχλείστε, όπως και γω, από την «ανάγκη». Θα ήταν πιο απλό να πάψουμε να υποκρινόμαστε, και να παραδεχτούμε μια για πάντα, ότι αυτό που κολακεύει την «ικανοποίηση» μας, είναι η αληθινή σημασία της «ανάγκης» μας.

(Σε ποιόν μιλάω, τέλος πάντων)

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

φυσική ιστορία





Ο παρακείμενος της γειτονιάς μου Όλυμπος,
έλαμπε σήμερα το πρωί, και φώτιζε τη δυσκίνητη Δευτέρα.
Μετεωριζόμενος πάνω απ΄τα κεφάλια μας τούτος ο πέτρινος πύργος δεν μας προδίδει ποτέ.
Φρεσκοχιονισμένος, συμπαγής, ολόλαμπρος.
Τον εμπιστεύομαι, ετούτον τον γέρο...τί να λέμε.
Φαντάσου αγαπητέ αναγνώστη, όταν σχηματίστηκε πριν από 250.000.000 χρόνια,
η ινδική χερσόνησος ακόμα αρμένιζε αμέριμνη στον ωκεανό. Πολύ αργότερα συγκρούστηκε με την ασιατική ήπειρο και σχημάτισε τα (γεωλογικώς έφηβα) Ιμαλάια.

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

homo player

Η ελαχιστότατη απόσταση , το χιλιοστό του χιλιοστού, το νανοσαντιμετρ του πικοσαντιμετρ, η απειροελάχιστη φιράδα , που σε χωρίζει από την καθεστηκυία λογική, είναι η μεγαλύτερη απόσταση που έχεις κληθεί ποτέ να διατρέξεις.
Ξέρω τι τρέχει. Συχνά σου συμβαίνει να μην καταλαβαίνεις τι λες, αλλά αυτό που λες να ανταποκρίνεται πλήρως σ΄ αυτό που αισθάνεσαι.
Σαν να έπεσες όρθιος σε ελαφρύ παραΰπνι, από αυτά που κάνουν τον αλάργα-δρόμο από τους άλλους να μοιάζει συνάμα απέραντος και ελάχιστος. Έτσι είναι. Ο καθείς αναπτύσσεται στη σκιά της αδημονίας του άλλου. Εκτείνεται, μεγαλώνει, ταπεινώνεται, εκπληρώνει, δέεται,
για να παίξει με τα άλλα παιδάκια στην αυλή.
Τούτο δεν σημαίνει ότι είσαι ένας απλός συλλογιστικός μηχανισμός.
Αλλά ότι είσαι ένας ευτυχής φιλοπαίγμονας ναυαγός, ο οποίος ρίχνει ασύστολα σφραγισμένα μπουκάλια με μηνύματα στον ωκεανό.
Γδαρμένος από το κατά μόνας ημερήσιο παιχνίδι, αγρυπνάς δεόμενος μια ακόμα νυχτερινή συνάντηση. Έτσι είσαι. Ένα τυπικό δείγμα Homo player.
Κι αυτό, λόγω φυσικής επιλογής, κι όχι για κανέναν άλλο εξω-δαρβινικό λόγο.
Πότε συγκλίνεις λυρικώς, πότε διαχέεσαι επικώς, και πότε εχθρεύεσαι ειλικρινώς το περιβάλλον σου, επειδή επιμένει να μην σου μοιάζει.
Ως και η ταπεινότητά σου, περικλείει μια κρυφή συνείδηση υπεροχής.

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

η οδύσσεια του αναγνώστη

Έσκυψε η κυρία να χαϊδέψει τρυφερά το nappa δέρμα του καθίσματος. Ο διακηρυκτικός , εως δημαγωγικός, λόγος των οπίσθιων της, δεν μου άφησε κανένα περιθώριο αντίδρασης Με αποστόμωσε. Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν η δηλητηριώδης επίκυψη, τη συνδρομή του αποκαλυπτικού ανοίγματος του πουκαμίσου, μου φανέρωσε μια γλυκιά ελαφριά ασυμμετρία στο μπούστο, προς όφελος του αριστερού βυζιού.
«Σε μπεζ βγαίνει.;» με αιφνιδίασε στρέφοντας το κεφάλι προς το μέρος μου, δίχως να εγκαταλείψει στιγμή την βαθιά επίκυψη. Η τόσο κατανοητή και απλή ερώτησή της, μέσα στην ονειρική και παράξενη ατμόσφαιρα που σκόρπισε γύρω η μη-λεκτική διακήρυξη του σώματός της, μου φάνηκε φαρμακερά σαρκαστική. Προφανώς η σχεδόν ικετευτική αμηχανία μου, με ύφος: «έλεος! Λάβετε μια πιο όρθια θέση…»,
της έδωσε θάρρος να διευρύνει σαδιστικά, τον κύκλο των αποριών της και σε τεχνικά θέματα, εντρυφώντας βαθύτερα σε πιο εξειδικευμένα τεχνολογικά ζητήματα: «Γιατί στα πλευρικά πάνελ, στις πόρτες, καθώς και στο τιμόνι υπάρχει η ένδειξη SRS;»Παρόλο το διαμορφωθέν πνιγηρό κλίμα, αναδιπλώθηκα, και αντλώντας κουράγιο από τα πνευμόνια μου επιχείρησα να λύσω τις εύλογες απορίες της.
«Βεβαίως και διατίθεται και σε μπεζ δέρμα… το λογότυπο SRS υποδεικνύει τη θέση των αερόσακων, supplementary restraint system, συμπληρωματικό σύστημα συγκράτησης…» και έστρεψα το κεφάλι για ξεκάρφωμα σε μια καμένη λάμπα της ψευδοροφής, ώστε ν΄ αποφύγω περαιτέρω έκθεση στο ισχυρό μαγνητικό πεδίο των «αερόσακων» της.
«Είμαι γω επαγγελματίας ρε..; σκατά είμαι!» φώναξα εντός μου, μπας και με επαναφέρω στην τάξη και στην αρμόζουσα τετραγωνική λογική και πειθαρχεία του συμβούλου πωλήσεων.
Αι στο διάολο. Καλύτερα να αναζητώ το «θυελώδες», μόνος αγκαλιά με το πληκτρολόγιο. Σαν γνήσιος μαλάκας βλογερ. Ούτως ή άλλως μέσα από το ίδιο «καμίνι» διέρχομαι, είτε μιλώ με το στόμα είτε με τα πλήκτρα. Είναι η καταδίκη μου.
Δεν φέρω την παραμικρή ευθύνη για όσα ξεστομίζει το πληκτρολόγιο, ερήμην μου.
Η καταδίκη φταίει.
Για τούτο λοιπόν μου είναι πιο βολικό να επιστρέφω σ΄αυτό. (στο πληκτρολόγιο)
Που στο κάτω κάτω υπολείπεται ανησυχαστικών και δηλητηριωδών καμπυλών. Κάνω delete στο ατυχές (ευτυχές;) επεισόδιο, και εισέρχομαι στον γαλήνιο βυθό της LCD.
Φορέστε παρακαλώ τα κράνη.
Δεν προσπαθώ να παίξω άσκοπα με τις λέξεις. Αν πάψουν να με εξυπηρετούν, οποιαδήποτε στιγμή, τις παρατώ. Μου αρκεί τότε, να βλέπω και να ακούω.
Για την ώρα διαπιστώνω ότι, ποτέ δεν κατάφερα να διαλέξω ποια αισθητική «τάξη» των λέξεων και των φράσεων μου ταιριάζει. Μήπως αυτήν που η εντύπωση του ωραίου ξεπηδάει αβίαστα σαν δημώδες άσμα της τάβλας…και αναβλύζει σαν αρτεσιανό νερό; Αυτήν δηλαδή που χωρίς να είναι αποτέλεσμα υπολογισμών, αγγίζει το ωραίο, δίχως συντεταγμένους κανόνες αισθητικής, αλλά μόνο και μόνο κυνηγώντας το χρήσιμο;
Ή, η άλλη, η κάπως πιο εκλεκτιστική, που μελετάει εξαντλητικά τη φόρμα, και «μεταφράζει» τα όνειρα του τεχνίτη, ακολουθεί τάσεις, εγκαθιδρύει σχολές, με καλά κουρδισμένη την χρωματική της διαβάθμιση. Που απαιτεί συνειδητές επιλογές και πατάει σε εξαντλητικά μελετημένες δομές, έτσι ώστε καταλήγει στο τέλος να επιβάλει ως «ζητούμενο» όχι το «τι λες», αλλά το «πως το λες». Όχι το αποτέλεσμα, αλλά τη διαδικασία. Όχι το τέρμα, αλλά το δρόμο.
Δεν ξέρω.
Κι άντε, πες ότι ήξερα. Άντε πες, ότι κατάφερα και διάλεξα μια εκ των δύο οδών. Το ερώτημα που θα παραμένει , είναι γιατί τα αναφέρω όλα αυτά ο εμποροϋπάλληλος . Προφανώς διότι με απασχολούν. Και γιατί με απασχολούν; Άντε πάλι ερωτήματα δίχως απάντηση.
Μήπως διότι θέλω να κατασκευάζω «οράματα» με τη μεγαλύτερη δυνατή αληθοφάνεια, και ως εκ τούτου ψάχνω τον καταλληλότερο τρόπο να συμπαρασύρω και άλλους στη σκοτεινή μου νύχτα, για να μην νοιώθω μόνος;
Ή, μήπως τα λέω έτσι , για να επιδεικνύω ακροβατικές λεκτικές δυνατότητες, μέσω του «λογισμικού προσομοίωσης επικοινωνίας» του ιστολογίου, μπας και καταφέρω να εντυπωσιάσω κάποιον; Μπας και «βγάλω» καμιά γκόμενα;
Πάλι δεν ξέρω.
Πιστεύω πάντως, ότι αν κάποιος μπορεί μέσω του λόγου να συγκροτεί και να συγκρατεί (έστω και υποτυπωδώς) τα θεμέλια μιας εφικτής πραγματικότητας (έστω και φανταστικής) δίχως να συρρικνώνει και να ταλαιπωρεί πολύ, τον άμοιρο και αδηφάγο αναγνώστη, τότε αναμφίβολα αυτό από μόνο του είναι κάτι.
Για να μην παρεξηγούμε, αυτά τα λέω κυρίως ως άμοιρος και αδηφάγος αναγνώστης και όχι ως κάτι άλλο.
Πριν προχωρήσω οφείλω να προειδοποιήσω το φιλοθεάμον κοινό, ότι αν κάποιος θέλει να ενημερωθεί σχετικά με τις καταστατικές αρχές της κριτικής σκέψης, και τις προτεραιότητες του σύγχρονου ηθικού στοχασμού, καλά θα κάνει να σταματήσει εδώ την ανάγνωση, και να ανατρέξει στα κατάλληλα και καθ΄ ύλην αρμόδια κλασικά αναγνώσματα. Εδώ χάνει το χρόνο του.
Η έκφραση με τις λέξεις (και όχι μόνο αυτή), όσο κι αν αποδεικνύεται φορές εξαγνιστική, ή άλλες φορές διασκεδαστική, ή ακόμα άλλοτε απλώς βολική για εκείνον που την ασκεί, δεν εξασφαλίζει απαραίτητα ότι θα ναι σαφής, λειτουργική και χρήσιμη, και για αυτόν που τη διαβάζει.
Όταν διαβάζεις είσαι ένας φιλοπερίεργος τύπος, ο οποίος ισορροπώντας όρθιος πάνω σε μια βάρκα, διαπλέεις ένα έλος με ενοχλητικά κουνούπια. (χώρια οι καλά κρυμμένοι κροκόδειλοι). Τώρα τρία τινά μπορούν να συμβούν. Ή που θα εξοκείλεις σε ξέρα , αποχωρώντας κουρασμένος και απογοητευμένος. Παρατώντας την ανάγνωση στη μέση. Ή, που θα συνεχίσεις, παρατηρώντας από απόσταση ασφαλείας πάντα, την πολυτάραχη και «λαχανιασμένη» περιπέτεια του αναγνώσματος. Μνημονεύοντας συγχρόνως εντός σου σιωπηλά, αποσπάσματα και ολόκληρα εδάφια από τη δική σου πολυτάραχη οδύσσεια πεποιθήσεων…
Ή που θα γίνεις πυρωμένη πέτρα στα χέρια του γραφέα. Θα γίνεις τα πολεμοφόδια του. Η κοφτερή αιχμή του.

Ότι και να σου συμβεί μην απορείς και μην τρομάζεις. Το γεγονός και μόνο ότι κατάφερες και έφτασες στο τέλος ετούτου δω του ποστ, είναι ένας ακόμα άθλος, της οδύσσειας σου.
Είσαι σε καλό δρόμο.

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2009

Το χούι

Αν κάτι μπορώ να πω με βεβαιότητα για τον εαυτό μου είναι ότι: Δεν είμαι άκληρος.
Έχω! που να πάρει… Είμαι ένας κατέχων… και μισός. Και μάλιστα έχω πολλά.
Έχω πάρα πολλά …χούγια. Αρκετά ώστε να μπορώ να χαρίζω κιόλας. Είμαι αυτό που έλεγε η γιαγιά μου, «χουιλής». Το έλεγε πότε ως ουσιαστικό και πότε ως επίρρημα. Ρίξτε μια ματιά στο γουικιπίντια και θα δείτε. Χουιλής -ού: ο κάτοχος πολλών χουγιών.
Είναι δε φανερό πλέον, και γνωστό τοις πάσι, πως ένα εκ των χουγιών που διαθέτω είναι η «ενδοσκόπηση». Α, η «ενδοσκόπηση»… είναι το καμάρι μου.
Στέκομαι σαν old-fashion σκρίνιο, από μασίφ καρυδιά, στον δυτικομεσημβρινό τοίχο της σάλας, γεμάτος συρτάρια, ντουλάπια, γυάλινες προθήκες, τα οποία συνεχώς τα ανοιγοκλείνω, τα ψαχουλεύω , τα ερευνώ, τα ξεκοιλιάζω, μέχρι αηδίας. Αλλά τι τα θες, άλλοι το έχουνε πεί καλύτερα: «το χούι δεν κόβεται».
Το έχω δε παρακάνει τόσο με την ενδοσκόπηση, που πιστεύω ότι αν δεν ήμουν ο άνθρωπος-χούι (Xούι-man), και ήμουν ας πούμε βιβλίο, το δίχως άλλο θα ήμουν δερματόδετος τόμος, και στο εξώφυλλο θα έγραφε με γοτθική γραμματοσειρά,
“EtymologicoumMagnumLexiconEndoscopicum”.
Ενδοσκοπώντας λοιπόν ασυστόλως, δίχως αιδώ, με αντικείμενο το συνολικό πακέτο της ύπαρξής μου, τείνω να φτάνω δια διαφόρων και ποικίλων οδών, πάντα εκεί από όπου ξεκίνησα. Τι να λέμε τώρα… Ένας ταλαίπωρος Σίσυφος που σπρώχνει στον ανήφορο έναν βαρύ βράχο, από συμπυκνωμένα χούγια.
Το χούι εν γένει όμως σύντροφοι, δεν είναι, όπως νομίζουν πολλοί, μια απλή συνήθεια. Δεν είναι καν ένας σκληρός εθισμός. Είναι κάτι πιο ευρύ και πιο βαθύ.
Είναι μια βαρύτατη εξάρτηση ( και λίγο λοξή), με έναν κεντρικό άξονα ζωής, μια κεντρική ιδέα. Με την ιδέα (χάριν παραδείγματος) ότι ολάκερη η πραγματικότητα, (αυτήν που αντιλαμβάνεσαι με τις αισθήσεις, αλλά και αυτήν που δεν σου αποκαλύπτεται), είναι μια ωραία γυναίκα που σου προσφέρεται οικιοθελώς, και συ δεν έχεις τι άλλο να κάνεις, από το να δράσεις προς την κατεύθυνση της ευόδωσης, της μοναδικής αυτής προσφοράς. Για αυτό λοιπόν υποθέτω λένε όλοι ότι «το χούι δεν κόβεται». Ή, ακόμα πιο θεατρικά: «πρώτα βγαίνει η ψυχή, και μετά το χούι».

Συνεχίζοντας να ενδοσκοπώ πεισματικά (το χούι βλέπετε) αίφνης συνειδητοποιώ πως και το ίδιο το φαινόμενο της ζωής από μόνο του, είναι ένα μεγάλο χούι. Ένα κολοσσιαίο όμορφο χούι της πλάσης. Οπόταν, κει που κάθεσαι και την παρατηρείς (ενδοσκοπώντας πάντα) τη βλέπεις άξαφνα να μετατοπίζεται πάντα προς την κατεύθυνση της παράτασής της. Το ΄χει αυτό η ζωή. Εννοεί να παρατείνεται με κάθε δυνατό τρόπο, προς κάθε δυνατή κατεύθυνση. Η ζωή, η ύπαρξη τελικά, είναι το απόλυτο ανθρώπινο χούι. Στην εμμονή δε, του ανθρώπου με τη ζωή και την αέναη (ει δυνατόν) παράτασή της, ταιριάζει το σοφό ρητό: «καλόμαθε η γριά στα σύκα, θα φάει και τα συκόφυλλα». Δυστυχώς όμως τα συκόφυλλα δεν τρώγονται.
Και κάποια στιγμή, θες δεν θες, πρέπει να απαρνηθείς το χούι σου να ζεις, και να την κάνεις για την ξεκούραστη και ανέμελη ανυπαρξία με ελαφρά πηδηματάκια. Δίχως φωνές, οιμωγές και άλλα σαλιαρίσματα.
Τελειώνοντας ,(υπομονή σύντροφοι) θα ήθελα, για λόγους εντυπωσιασμού, να παραφράσω τον μεγάλο σταγειρίτη μαέστρο της λογικής. Θα έλεγα λοιπόν (συμπάθα με Τέλη) ότι όλες οι ανθρώπινες πράξεις, το σύνολο της ανθρώπινης βούλησης, το όλον αβάσταχτο «είναι» του ανθρώπου, εδράζεται πάνω στα εξής επτά χούγια της ύπαρξης: την τύχη, τη φύση, την παρόρμηση, τη συνήθεια, τη λογική, το πάθος, και τον πόθο. Το υπέρ-χούι όμως που λέγεται ύπαρξη, οφείλει κάποια στιγμή να τελειώσει . Και μαζί της να αποχωρήσουν και τα ως άνω υπο-χούγια.

Είμαι ένα όρθιο χούι, με χέρια, πόδια, κεφάλι, κορμό κτλ.
Όσα κατανοώ για τα χούγια των άλλων, τα συνάγω κοιτώντας τα δικά μου.
Με το μάτι μου, συνήθισε κι ο νους μου.
Με αφτί μου, καλόμαθε η ακοή μου.
Με το άγγιγμα, έπαθε εξάρτηση η αφή μου.
Με το κρασί και τα τραγούδια, πλανεύτηκε η ψυχή μου.
Είμαι η λαλούσα εύχαρις υποδήλωση των χουγιών μου.
Οι χίλιες και μια νύχτες των ενδοσκοπήσεων μου, θα λήξουν κάποια στιγμή με ευτυχή τρόπο.
Και το μοναδικό συμπέρασμα που θα μένει, θα είναι: μην υποβιβάζεις κανέναν άνθρωπο στο ουσιαστικό του νόημα. Διότι αν το κάνεις δεν θα χει κανένα νόημα.
Ένα χούι είμαι, και κάποια στιγμή πρέπει να «στρίβω» από δω.Τα συκόφυλλα δεν τρώγονται με τίποτα.

Χαρά στην υπομονή σας.

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

το μέλλον

Δεν ανησυχώ καθόλου για το μέλλον μας. Δεν υπάρχει λόγος. Με την επιφύλαξη βέβαια για κάθε νόμιμο δικαίωμα χρήσης.
Όπως διαχέονται στο χώρο οι ομόκεντροι κύκλοι μιας μελωδίας που αγαπήσαμε,
έτσι προχωρά και το κυκλικό μονοπάτι της κοινής ιστορίας, που μας μέλλει να ζήσουμε.
Κακά τα ψέματα…την χρειάζομαι την προοπτική. Την χρειάζομαι για να μπορώ ελεύθερα να αναπολώ το μέλλον μας με νοσταλγία.

Υποφέρω, όπως όλοι μας, από βαριάς μορφής επιθυμίες. «Καραμπινάτη καλπάζουσα ακρατιοεπιθυμίαση» θα μπορούσε να διαγνώσει ένας καλός Ειδικός Επιθυμιολόγος. Αν υπήρχε τέτοιος.
Το κακό με τις επιθυμίες είναι ότι, απαιτούν αγωγή με μέλλον ευρέως φάσματος. Που θα έχει άμεσης δράσης αντιβιοτική ικανοποίηση. Αντενδείκνυται (το λέει ξεκάθαρα στις οδηγίες χρήσεως) η παραίτηση. Δεν μπορείς άλλωστε να είσαι παραιτημένος, όταν δεν ξέρεις από τι να παραιτηθείς.

Σαν τους ομόκεντρους κύκλους, λοιπόν, μιας μελωδίας, ξεδιπλώνονται οι επιθυμίες του μέλλοντος μας, (ή μήπως το μέλλον των επιθυμιών μας;), και μας εμπνέουν.
Μόλις προχθές θα ΄ταν , (έρμαιο των επιθυμιών μου, γαρ) που ενεπνεύσθην σφοδρό και ωραίο μέλλον. Το εμπνεύσθηκα , εν είδει οράματος, και στην απλή μόνο θέαση της ωραίας εικόνας των επιθυμιών μου. Το αποτέλεσμα ήταν, οικιοθελώς να αυνανισθώ νοητικώς. Ωραία περάσαμε όλοι μας, σ΄ αυτό το όραμα. Και εγώ και οι επιθυμίες μου.
«Τι ευτραφές μέλλον;» είπα. «Τι ζουμερές επιθυμίες;» εθαύμασα.
« Τι ευειδείς προοπτικές;» ξαναείπα, σε κατάσταση ακούσιας ρεύσης.

Μην κοιτάτε που καμιά φορά, θωρούμε το μέλλον μας, με μια ελεγχόμενη απαισιοδοξία. Δεν το κάνουμε για κανέναν άλλο λόγο, παρά μόνο για να του δίνουμε τη χαρά, (του μέλλοντος μας) να μας εκπλήσσει ευχάριστα με τις αναπάντεχες τροπές που παίρνει.
Το μέλλον γενικώς, μου είναι συμπαθές. Εάν τελικώς έρθει ως οφείλει, (διότι αλλιώς τι διάολο μέλλον είναι), και με την προϋπόθεση ότι θα είμαι και γω εκεί, θα το υποδεχτώ θερμώς. Δίχως μεμψιμοιρίες.


Το παρόν κειμενάκι ξεκίνησε να γράφεται μόνο του, το ξημέρωμα της Κυριακής στις 4 και 17 λεπτά, στον μεγάλο διάδρομο με τα παλιομοδίτικα μωσαϊκά της Νευροχειρουργικής κλινικής κάποιου άθλιου κρατικού νοσοκομείου. Το τροφοδότησαν, και τους ευχαριστώ για αυτό, οι ευγενικές μορφές των γαλήνιων μέσα στον λήθαργο τους, βαριά ασθενών. Καθώς τους έβλεπα από τις μισάνοιχτες πόρτες των θαλάμων, ήμουν σίγουρος ότι ονειρευόταν το μέλλον τους.

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

ο μονόλογος ενός ταριχευμένου

Κάποια στιγμή αποφάσισα να φύγω, και να αφήσω άδεια τη σαρκοφάγο μου, για πολύ καιρό. Διότι , καλό είναι, κατά καιρούς να διευρύνεις το πεδίο σου, και δη κατά τις διαστάσεις, που οι συνθήκες και οι αισθήσεις σου ορίζουν. Και ακόμα καλύτερα, όσα παλιά απωθούσες, να τα επαναφέρεις κατά καιρούς, εάν υπάρχει χρεία. Και όσα απτά έχασες, νοητώς να τα ξαναβρίσκεις. Και ξανά-μανά απ΄την αρχή.
Ο ταριχευμένος διαχειρίζεται όλο του το «βιός», κατά έναν τρόπο αφιλοκερδή, ανεπίκαιρο, κατάλευκο, και συνεπώς για αυτούς ακριβώς τους λόγους, απρόσβλητο.
Με τη μελωδία του τελευταίου του παλιού ρόγχου στα χείλη, σφυρίζει , όπως τότε, ένα σιγανόφωνο τραγουδάκι ανέμελου απογευματινού περίπατου.

Έφυγα λοιπόν με τελετουργικό τρόπο, μπας και προσδώσω λίγη «σημασία»,
της οποίας η έλλειψη, σερνόταν βαριά, εσχάτως.
Όταν επέστρεψα, ήταν πια νύχτα. Είχε περάσει ένας μήνας, ή κάτι που, τέλος πάντων,
μου φάνηκε σαν μήνας.

Ξάπλωσα πάλι στη σαρκοφάγο-ντιβανοκασέλα μου, και χάζευα τα σύννεφα ψηλά, να περνάνε προς μια κατεύθυνση, πολύ μα πάρα πολύ μακριά από τις προθέσεις μου.
Εντάξει, υπάρχουν πολλοί και εξόχως διασκεδαστικοί τρόποι , για να χάσει κανείς την αθωότητά του. Θα μπορούσα να παίζω και να πειραματίζομαι μαζί τους ως το τέλος του χρόνου και του τόπου. Προτιμώ όμως να πετώ κρυφά χαλικάκια, στα ξερά κεφάλια όσων δεν εννοούν. Έτσι διασκεδάζω. Με χαλικάκια.

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

εξαλλοσύνες part two

Τσίτα τα γκάζια το τριήμερο. Με λαγάνες –γίγας και χαρταετούς κολοσσούς. Με αρκετό αλκοόλ και ατέλειωτα τσιγάρα. Με κλινικές και μάσκες οξυγόνου. Τσίτα.
Αυτό το «τσίτα» όμως, μετά την παρέλευση του τριημέρου δεν μεταβολίζεται με τίποτα.
Πολλές φορές έχω σκεφτεί και έχω αμπελοφιλοσοφήσει για το ζήτημα του πώς οδηγείται κανείς να αποφασίσει να διάγει και μια digital ζωή, εκτός της κλασικής πια, φυσικής. Της γνωστής ανθρώπινης ζωής που όλοι αγαπήσαμε. Αυτής, της γεμάτης λειτουργικά υγρά: σάλιο, δάκρυα, αίμα, σπέρμα, καφέ, κρασί, κτλ

Σκέφτομαι λοιπόν, (ναι, και από αυτό μπορώ…) πως υπάρχει μια διάσταση συμβολική, και ως ένα σημείο ποιητική, στην επιμονή κάποιου, να θέλει να υφίσταται και να διαχέεται μέσα στο δαιδαλώδες δίκτυο. Να θέλει να διατηρεί την εικόνα του, εν είδει μιας ακόμα εγκεφαλικής σύναψης…μιας ακόμα μικρής ηλεκτρικής εκκένωσης , μέσα στις εκατομμύρια άλλες που συγκροτούν το υδροκέφαλο παγκόσμιο ιστοχωριό.
Σαν να αποτεφρώνεσαι οικιοθελώς, και κατόπιν να πετιέσαι, ως στάχτη πλέον, στο πέλαγος. Με την ψευδαίσθηση ότι οι αέρηδες θα σε διαχέουν και θα σε σκορπούν για πάντα, παντού. (η Κάλας δεν ήταν που «σκορπίστηκε» στο Αιγαίο;)
Αυτό το τριήμερο επιχείρησα να διαχυθώ ως τέφρα στο δίκτυο. Με έναν ανάξιο λόγου, τρόπο. Ως δείγμα παρακμής. Παρακμής, και στην ηθική και στο κοινό περί καλού γούστου, αίσθημα. Δεν κατάφερα όμως να διαχυθώ ως τέφρα με όχημα τους ψηφιακούς ανέμους, διότι δεν είχα φροντίσει προηγουμένως τουλάχιστον να αποτεφρωθώ αξιοπρεπώς. Το αποτέλεσμα ήταν να υποστώ μια άνευ προηγουμένου , ήττα.
Λυπάμαι. Τη στάχτη μου, (εμένα δηλαδή), δεν την πήρε ο άνεμος, παρά την πετάξαν στα σκουπίδια. Ποια σκουπίδια δηλαδή; Πολύ χειρότερα. Την πετάξαν στον υπόνομο μες στα σκατά. Με ρίξαν στη λεκάνη της τουαλέτας, και τραβήξανε και το καζανάκι.
Η όλη κατάσταση αναμφιβόλως έχει κάτι από τον συμβολισμό που λέγαμε στην αρχή. Αλλά ποιητική δεν τη λες, επ΄ουδενί.
Ευχαριστώ.