Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

εξαλλοσύνες

Μετά την αποτυχία ενός τελευταίου του θεατρικού έργου, ένας «αξιόλογος» δημιουργός δήλωσε ότι το κοινό με τα χρόνια χάνει το αισθητήριό του και σίγουρα δείχνει να έχει όλο και λιγότερο ταλέντο… (Ρε το κοινό.. για δες!)
Όταν δεν μπορεί κανείς να σηκώσει το βάρος των απαιτήσεων που του λαχε να υπηρετεί, ένα δρόμο έχει: την εξαλλοσύνη.

Ολάκερη η τιμημένη βλογοσύνη , στις στέπες της, στ΄ αετόμορφα βουνά της, στα ηφαίστειά της, στα εν σειρά κλήματά της, σε όλη εν γένει την αχανή ενδοχώρα της,
φιλοξενεί πολλούς πελάτες έτοιμους με ευκολία να εισέλθουν στην υπηρεσία των κούφιων επαίνων, και των ρηχών (ίσα με τον αστράγαλο) θαυμασμών.
Αυθεντικά πεισμωμένα αριστουργήματα από μόνοι τους, και θιασώτες του στερούμενου τελείως σημασίας επίμονου σνομπισμού, κατατρύχονται από ένα παράδοξο σύνδρομο «Αντιγόνης».
Ο Σοφοκλής όμως έλεγε ότι : «πεισματάρα δεν είναι η σοφία, αλλά η ανοησία».
Παρατηρώ, (δίχως να βλέπω και τόσο καθαρά εδώ που τα λέμε) μια περίεργη και σαδιστική έλλειψη κατανόησης, από μέρους τους, η οποία συνοδεύεται από έναν άτρωτο, θυελλώδη σνομπισμό. Ικανοί να κρίνουν το μέλλον του παντώς.

Τότε, λοιπόν είναι, που με συλλαμβάνω, κακιασμένα, να απολαμβάνω κάθετι που τους εξοργίζει. Τότε ρέπω ομού, προς την εξαλλοσύνη. Κάθε γελοίο μου εύρημα,
κάθε έξαλλη ασάφειά μου, κάθε φάλτσα και ανάξια λόγου, αφέλειά μου, που κρίνεται απαράδεκτη για τον avand-gard ακαδημαϊσμό τους, μου φτιάχνει τη διάθεση. Μήπως τελικά τους μοιάζω; Μπορεί.
Θέλω να πιστεύω ότι κάτι ελάχιστο μας διαφοροποιεί. Κι αυτό είναι η προτεραιότητα που παραχωρώ στη συγκίνηση.
Μπρος στους πιστούς αυτής της θρησκείας,(τι θρησκείας, δοξασίας), θα προβάλω πάντα τον μικρό μπάσταρδο μύθο μου.

Ο εκ Δυσμάς μπουρζουά κίνδυνος, του απαρχαιωμένου βλαχομπαροκ και οικονομικά ισχυρού μαικήνα, είναι αναγνωρίσιμος και αυταπόδεικτος, (και για αυτό κρίνεται λιγότερο επικίνδυνος),
έναντι του δηλητηριώδους δακτύλου του σνομπισμού, που κινείται απειλητικά μπρος στα μάτια μας, και επιμένει να μας βάλει μυαλό.

Πάω να βάλω στο πικαπ λίγο Στράτο, ο άξεστος.

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

κακοτράχαλο post 2 ή "πώς να αρνηθείς ένα χάδι;"

Μ΄ αρέσει ένας συγκεκριμένος τρόπος χρήσης του λόγου. Όταν τον βρίσκω δεν τον αφήνω να πάει χαμένος. Είτε τον ανακαλύπτω αλλού και τον διαβάζω, είτε επιχειρώ να τον «μετέλθω» πληκτρολογώντας τον, δεν τον αφήνω να πάρει ανάσα. Τον εξαντλώ, τον ξεζουμίζω, τον απολαμβάνω.
Το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του τρόπου είναι η μεταχείριση των μερών του λόγου, για άλλους σκοπούς απόμακρους, μετεωριζόμενους . Αλλότριους προς τις κοινές χρηστικές καθημερινές ιδιότητες του λόγου. Αυτός ο τρόπος λοιπόν μ΄ αρέσει
διότι ανέχεται κάθε ιδέα. Δεν απορρίπτει τίποτα. Μοναδική προϋπόθεση είναι ο ανάλαφρος μετεωρισμός του.

Όταν με αγγίζουν, (εδώ το «αγγίζουν» και με την κυριολεκτική, δερματική έννοια του ρήματος) αναπηδώ σαν ελατήριο, στην ύστατη έντασή του. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω αυτά που καταλαβαίνω, σε σχέση με αυτά που αισθάνομαι, όταν με αγγίζουν. Με λίγα λόγια δεν μπορώ να αρνηθώ την υπακοή μου, σε ένα χάδι, είτε δερματικό είτε νοητικό.
Προς επίρρωση τούτης της εισαγωγής, κουμπώνω τη ζώνη ασφαλείας, και μπαίνω στο κυρίως θέμα:

Σε πείσμα όλων όσων διακηρύττουμε για το πλούσιο υπέδαφος των αρετών μας, και το ορυχείο των σταλαγμένων ιδεαλισμών μας, υπάρχει ένας «μηχανισμός» που λαγοκοιμάται πάντα εντός μας , και είναι κάθε στιγμή έτοιμος να ξυπνήσει για να δοκιμάσει, άλλη μια φορά, την αξιοπιστία των λόγων μας. Για να επιχειρήσει να μας υποβιβάσει, άλλη μια φορά, στο αναμεταξύ μας νταραβέρι του ταπεινού συμφέροντος, του φτηνιάρικου ωφελιμισμού, και των δια βαθιών υποκλίσεων και χειροφιλημάτων , αποστειρωμένων χαιρετισμών.
Έξωθεν μιας πόρτας θαλάμου εντατικής, κρυφακούμε με μια περίεργη τετραδιάστατη ακοή, όλα όσα είπαμε κατά καιρούς. Τα οποία κείτονται σε καταστολή, διασωληνομμένα και ανήμπορα, μυρίζοντας ανυπόφορα αντισηπτικό.
Πίσω από αυτήν την πόρτα αφουγκραζόμαστε επίσης, τον ελαφρύ κυματισμό των αισθημάτων μας, τον γλυκό φλοίσβο των ονείρων μας, των μυστικών ερώτων μας την γάργαρη ροή, και των «χυδαίων» επιθυμιών μας το επίμονο βουητό.
Αναμηρυκάζουμε λοιπόν την συμπόνια μας για την απώλεια, ή για την πλημμελή συντήρηση όλων ετούτων, τα οποία, μέσες-άκρες, είναι τα συστατικά που συναποτελούν αυτό που, με τρεμάμενη φωνή, ονομάζουμε: εαυτό.
Τα αναμηρυκάζουμε ξανά και ξανά , όχι για κανέναν άλλο λόγο, παρά για να κρατάμε τη σωστή συμμετρία. Περιδεείς και σχολαστικοί λογιστές, βιβλίων εσόδων-εξόδων, με το φόβο βαθιά θαμμένο στα μάτιά μας, παλεύουμε μην τύχει και μας ξεφύγει κάνα εκατοστό παραπάνω, μην τύχει και φανερωθεί κάτι επιπλέον των πραγματικών μας προθέσεων.
Δεν μπορώ να υπακούσω, άνευ όρων, σε κανέναν παραλογισμό από αυτούς που εσωκλείουν οι άνθρωποι στα στήθη τους. Μόνο τα χάδια με κάνουν να υπακούω.
Πώς να αρνηθώ την υπακοή σε ένα χάδι;
Αναπηδώ σαν ελατήριο στην ύστατη ένταση του.

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

ένα κακοτράχαλο post

Με ψυχρή, επίπεδη, στιλπνή και υπερβολική γλώσσα, βρίθουσα λαθών και παρανοήσεων, ξεκινώ πάλι να καταγράψω τα πιο θερμά των ερωτικών συναισθημάτων, όπως τα αντιλαμβάνομαι. Μ΄ αρέσει η υπερβολή, διότι κατά βάθος πάντα με απωθούσε.
Ξεκινάω λοιπόν, κρατηθείτε από τας χειρολαβάς.

Μεσούσης της εφετινής βλογοσεζόν, και εν΄ όσο μαίνεται το παιχνίδι γύρω από τη βλογολιμνούλα με τις πάπιες, εμείς επιμένουμε να βάζουμε στον «τόκο» άπειρες λέξεις και φράσεις νομίζοντας πως θα «εισπράττουμε» μια ζωή…Παραπλανημένοι μέσα στην υπέρμετρη τυχαιότητα μας υποδυόμαστε τους αιωνίως εορτάζοντες νεόνυμφους. Δεν βαριέστε όμως … καθένας όπως νοιώθει.
Εξ αίφνης συνειδητοποιώ ότι όλο τούτο είναι συνάμα μάθημα, παγίδα και άμυνα.
Από την άλλη πάλι όμως, επίσης συνειδητοποιώ-και οφείλω να το πω για να ΄μαι δίκαιος- πως όντως είναι συναισθηματικά και ηθικά επωφελές να περιφέρεται κανείς μέσα σε τούτον τον ζωολογικό κήπο. Διότι αφ΄εαυτή της, ετούτη η συνήθεια εμπεριέχει έναν εκπαιδευτικό χαρακτήρα. ( παραδείγματος χάριν, το πρώτο-πρώτο που μαθαίνεις είναι ότι, στον κόσμο θα υπάρχουν ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι που θα θέλουν να σου πουν κάτι για το οποίο θα αδιαφορείς, και άλλοι τόσοι, ίσως και περισσότεροι, που θα αδιαφορούν για αυτά που θέλεις να τους πεις.)
Ποτέ ένα γομάρι, που σέβεται τον εαυτό του, σαν και του λόγου μου, δεν βγήκε χαμένο από την συναναστροφή με τόσες λιβελούλες, κουνελάκια, φάλαινες, κροκόδειλους, φίδια, γάτες, λάμα, καμηλοπαρδάλεις και λιοντάρια.

Παρ΄όλα αυτά με ξεκουράζει η ιδέα ότι η αληθινή ζωή, καθαρμένη και άτρωτη πάντα, θα στέκει εκεί έξω και θα με περιμένει. Θα μας περιμένει πάντα και θα μας υποδέχεται εύχαρης και δαιμονική ως οφείλει, όταν θα χουμε βαρεθεί τα κελαηδητά του δικτύου. Το μόνο που θα ζητάει από μας θα ναι η διαιώνισή της, δια μέσου της δικιάς μας. (σ΄ αυτό το σημείο κρύβονται τα θερμά ερωτικά συναισθήματα που για λόγους εντυπωσιασμού υποσχέθηκα στην αρχή) Είναι τόσο ολιγαρκής η άμοιρη η ζωή. Και μεις τόσο βουλιμικοί και αχόρταγοι μαζί της. Κορφολογούμε όλες τις επωφελείς ιδιότητές της και μόλις μας κουράσει ξανά αλληθωρίζουμε προς τη μεριά της αυθαίρετης ηλεκτρονικής dolce vita .
Είμαι σίγουρος λοιπόν, ότι πάντα θα μαθαίνω, όσο θα ανακατεύω τα βότσαλα, τα φύκια και τη λάσπη του βυθού ετούτης της λιμνούλας του «κυβερνιστάν».
Υποψιάζομαι όμως ότι, πάντα θα αμφιβάλω, για το κατά πόσο αυτά τα μαθήματα είναι πραγματικά χρήσιμα.
Δικαίως τώρα θα μου πείτε: «Πας καλά;»
Ατενίζοντας σας με εμπιστοσύνη, συντροφικότητα και αληθινή αγάπη θα σας πω:
«ποτέ δεν ισχυρίστηκα κάτι τέτοιο.»
Και εδώ βέβαια μοιραία κάποιος θα αναρωτηθεί, και εκφράζοντας πολλών την εύλογη απορία, θα ρωτήσει: «Ε τότε, προς τι όλα αυτά; Τι δηλοί ο μύθος που μας πουλάτε;»
«Τίποτα! Απολύτως τίποτα» θα απαντήσω με παρρησία. Τα έγραψα για να κάνω το χατίρι της αγαπητής divas που έπληττε (ελπίζω όχι πια).

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

...την avatara μου μέσα...



Επειδή κάθε βλογεράς που τιμάει τα πανταλόνιά του οφείλει να μοστράρει και ένα
αξιοπρεπές προφίλ αβαταριούχου, κατέστην εκ των πραγμάτων υποχρεωμένος κάποια στιγμή να υποκλέψω και γω ένα από την τεράστια ποικιλία εικόνων και φωτογραφιών που παρεπιδημούν αδέσποτες σ΄αυτό το έρμο δίκτυο της ματαιοπονίας.
Καλούμαι δε τώρα, να υποστηρίξω τις επιλογές μου. Η ώρα ήγγικεν μοιραίως και δεν σηκώνει αναβολή, πολλώ δε μάλλον κατόπιν της ευγενούς προσκλήσεως της εριτίμου δίδος Ντιβός (diVa), η οποία, γιατί να το κρύψω άλλωστε, με ενέπνευσε σφόδρα με την δικιά της εξαιρετική επίδοση στην αβαταριολογοδοσία.
Εξικνουμένης λοιπόν της ανάγκης να γίνω μέλος του συνδέσμου αβαταριούχων βορείου Ελλάδος, ( με την κρυφή ελπίδα να εισχωρήσω και να αλώσω στο μέλλον, την Γενική γραμματεία της Πανελληνίου Ομοσπονδίας) βρέθηκα ενώπιον τινός δυσεπίλυτου γρίφου.
Ποιά αβατάρα άραγε θα απέδειδε ικανοποιητικά όλα εκείνα που με επιμέλεια παλεύω να αποκρύψω; Τυραννήθηκα μερόνυχτα. Έσπαγα, έσκιζα, τσαλάκωνα,απέρριπτα.
Στην αρχή σκέφτηκα αυτό:

αλλά το απέρριψα διότι είμαι ΠΑΟΚ, και αυτό δεν κρύβεται.

Στη συνέχεια σκέφτηκα αυτό:


απερρίφθει πάραυτα για κοινωνικούς λόγους. Τί θα σκεφτόταν η σύζυγος, οι φίλοι τα παιδιά;

Μια καλή λύση μου φάνηκε προς στιγμήν αυτό:

αλλά κατέληξα ότι το απωανατολίτικο look παραφορέθηκε.

Το αφηνιασμένο άλογο της Γκερνίκα...

κρίθηκε υπερφίαλο για έναν που αρέσκεται να προβάλει τη γαλήνη ως μια εκ ύψιστων αρετών.

Ο εξορκισμός της δαιμονισμένης γριάς πρόβαλε ως μια κάποια λύση...



...αλλά δεν απέδειδε όλο το εύρος της πλάνης μου.

Εν τέλει, ειλικρινά θα κατέληγα σ΄αυτό:

αν τελικά δεν ανακάλυπτα αυτό:

Το τελευταίο με γοήτευσε, αλλά θεώρησα ότι θα αποκάλυπτε σχεδόν το σύνολο της ψυχικής και σωματικής μου υπόστασης, και έκανα πίσω.

Για να μην μακρηγορώ ο τύπος με το θρυμματιζόμενο ματογυάλι,


ελλείψει κάτι πιο αβανταδόρικου προκρίθηκε και κέρδισε τη μάχη της καρδιάς μου.
Κατ΄αρχήν δεν έχει καμμία σχέση μαζί μου.
Δεν τον γνωρίζω.
Είναι κατά κοινή διαπίστωση γοητευτικός, δίχως τις υπερβολές τύπου Μπράντ Πιτ.
Δεν καπνίζει.
Έχει μαλλιά. (έτσι δείχνει τουλάχιστον)
Μπορεί να είναι μονόφθαλμος αλλά δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Απάλλαχτηκε από τα ματογυάλια του, ενώ εγώ τα έχω ακόμα ανάγκη.
Σε κοιτάει ίσια στα μάτια. Ενώ πρέπει να το αποφεύγουμε για την αποφυγή τραυματισμών.
Και επιτέλους παραπλανά ικανοποιητικά, σύμφωνα με τα στανταρτς που είχα εξ αρχής θέσει. Αν έχει και κατάλευκα δόντια είναι η τέλεια αβατάρα, σκέφτηκα.
Τα δικά μου, κίτρινα καθώς είναι από τα τσιγάρα και τους καφέδες,
θα έδιωχναν και τους τελευταίους, από τους έτσι κι αλλιώς ελάχιστους πελάτες.
Αυτά.
Ευχαριστώ για την πρόσκληση.

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

η τεχνική ξεπερνιέται, η φύσις όχι

Το μπρούτζινο κουδούνι του νου μου, πότε αντηχάει και πότε σωπαίνει. Περνάει αυτό που λέμε «φάσεις». Πότε αποπειράται και αποζητά τον συγχρωτισμό με τον καθημερινό θόρυβο, και πότε παλεύει να κερδίσει λίγη γαλήνη. Έτσι είμαστε, απ΄τον οίστρο στην παύση, κι απ΄ τη ρήση στην εμμηνόπαυση.
Και ποιος δεν περνάει, (κυριολεκτικά και μεταφορικά), διάφορες και ποικίλες περιόδους στον βίο του. Την μπλέ, την κόκκινη, την κίτρινη, σαν τον Πικάσσο. Του αλκοόλ, της φούντας, του LSD, σαν τους ροκ σταρς του ΄70. Την αντιπολιτευτική ιδεολογική δημιουργικότητα, και κατόπιν την κυβερνητική πολιτική εμμηνόπαυση, σαν τους πολιτικούς. Όποιος δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη περιόδων στον τρέχοντα βίο του, είναι σαν να μην αναγνωρίζει την εγκυρότητα του β΄ νόμου της θερμοδυναμικής. Ποιος μπορεί να αρνηθεί φερ΄ειπείν, το γεγονός έστω και ενός απωθημένου ,ταλαίπωρου και ανεκπλήρωτου εφηβικού έρωτα; Ποιος δηλαδή δεν έχει μια τέτοια ματαιωμένη περίοδο να διηγηθεί (ή να αποκρύψει). Να θυμηθεί (ή να ξεχάσει). Ποιος;
Αν την αρνηθεί βέβαια, δεν τρέχει και τίποτα. Απλώς όλοι θα συμπεράνουμε ότι περνάει την περίοδο της ζωής του, που αργότερα θα ονομάζει: « Η περίοδος που αρνιόμουν την ύπαρξη του παλιού ματαιωμένου εφηβικού έρωτα» .
Τελευταία αισθάνομαι κάθε μέρα μια ακατανίκητη ανάγκη να πίνω τσάι με κουλουράκια βανίλιας, και να ακούω κονσέρτα (στη χειρότερη σονάτες) για βιολί και πιάνο, μπλογκάροντας. Καταλαβαίνω ότι η κατάσταση είναι κρίσιμη. Αλλά τι να κάνω, διανύω μια περίοδο. Άλλωστε έχω σχηματίσει μια ολοκληρωμένη γνώμη για αυτή μου την κατάσταση…(Πάντα φροντίζω να έχω μια γνώμη. Το πρόβλημα είναι ότι ενίοτε δεν συμφωνώ μαζί της).
Ανησύχησα ειλικρινά με αυτή μου τη στάση ( ε, όχι και μπαρόκ σονάτες). Δεν μου είχε ξανασυμβεί. ( Και να πεις ότι με κατέτρεχε καμιά κλασική παιδεία; Τουναντίον!)
Πήγα στη μάνα μου, το συζήτησα. «Ρε μάνα τι μου ΄βαζες να ακούω όταν ήσουν έγκυος;» « Τα καλύτερα παλικάρι μου…ότι άκουγε ο πατέρας σου… Στελλάρα, Μπιθί, Μάρκο…γιατί ρωτάς;» « Άσε τίποτα…θα σου πω άλλη φορά»
Προς στιγμήν ησύχασα. Όλα είχαν εξελιχθεί ομαλώς κατά την κύηση μου.
Παρ΄ όλα αυτά η άρρωστη συνήθεια μου να περιχαρακώνομαι στους εσωτερικούς μονολόγους μου δεν με άφηνε να ησυχάσω. Ίσως ο κάθε άνθρωπος γεννιέται με ένα ποσοστό αρμονίας, που με τα χρόνια μεταβάλλεται, ή και εκφυλίζεται. Σε μένα όπως φαίνεται η φθορά έλαβε καλπάζουσα μορφή. Το συζήτησα και με καναδυό φιλαράκια «πολυμεταχειρισμένα», με αειθαλή φιλία και καθαρό αφτί. Αλλά δεν καταλήξαμε κάπου.
Αναρωτιέμαι στο μέλλον, όταν θα μου ΄χει περάσει , πώς θα ονομάζω ετούτη την περίοδο..; Όταν θα μου ΄χει μείνει η αόριστη πικρή γεύση μια παλιάς «ελλειποβαρούς» περιόδου γεμάτης με andante cantabile, allegretto, βιόλες , κουλουράκια βανίλιας και μπλογκιν …τι θα μολογώ; πώς θα έχω καταχωρήσει τούτη την απατηλή εποχή; Μήπως ως μια ακόμα μικρή τεθλασμένη, στην αδιατάρακτη ευθεία του βίου ακροάσεως. Μήπως ως ένα διάφωτο, εν μέσω του ξεκούραστου «σκιερού» που εκτείνεται ένα γύρω; Ή μήπως, θα λέω πως πέρασα μια θλιβερή περίοδο κατά την οποία το κριτήριό μου, είχε κουράσει, και είχε κουραστεί;
Τίποτα. Κρέμομαι απ΄το τσιγκέλι ελλιπής, ευπαθής και ευάλωτος στις μύγες, σαν σφάγιο. Πρόκειται για μια περίοδο ενστικτώδους τάσης και προσήλωσης στην αυτοαναφορά. (σαν μπλόγκιν δηλαδή ένα πράμα). (Μια φίλη μου χε πει πριν λίγο καιρό , ερωτηθήσα τηλεφωνικώς, γιατί δεν αναρτά πλέον όλα εκείνα τα όμορφα που συνήθιζε να γράφει, και μου απάντησε, «μα διότι περνάω καλά». Με γοήτευσε η απάντησή της, και πολύ καλά μου έκανε.)
Μάλλον τελικά πρόκειται για μια γνήσια εσωτερική εκτίναξη θαμμένου μάγματος –μαλακίας, που σιγόκαιγε στα έγκατα της αναπνοής μου, περιμένοντας τη στιγμή να βγει στη επιφάνεια.
Ελπίζω να διασκεδάσατε.