Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

καλή χρονιά

Θαρρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο μετράμε το πέρασμα του χρόνου εντός μας, δεν είναι αυτός των ρολογιών. Είναι αυτός που ορίζεται από τον γοργό ρυθμό των ερωτημάτων που θέτουμε, και τον ράθυμο βηματισμό των απαντήσεων που δεν έρχονται. Ο ίδιος ο Χρόνος όμως παραμένει το πιο δύστροπο και αγαπημένο ερώτημα χωρίς απάντηση. Στην αρχή του δεν συμβαίνει τίποτα, στη συνέχειά του δεν θα συμβεί πάλι τίποτα. Τον φαντάζομαι σε ένα σταματημένο χορταριασμένο βαγόνι, χειριστή μιας ηλεκτρικής καρέκλας, να αναζητά συνεχώς θύματα. Εκκαθαριστής των μόνων, των φοβισμένων και των πρόθυμων να πέσουν στην καυτή αγκαλιά της καρέκλας του. Απρόσμενα κοινότυπος.

Ήθελα να μάθω τα πάντα για αυτόν. Τελικά ελάχιστα κατάφερα.
Κουβαλάει εντός του εσώκλειστα τόσα και τόσα θαυμαστά και ευγενή, ο ίδιος όμως ούτε
θαυμαστός είναι, ούτε ευγενής.
Λες τάχα, η περίπτωσή μας να προσκρούει στο γεγονός του εθισμού του ίδιου του χρόνου, στο γνέσιμο του χωροχρονικού μαλλιού; Ή, στο άρμεγμα της κοσμικής αγελάδας;

Για προσωπικούς του λόγους, τους οποίους δεν κατανοούμε πλήρως, ο χρόνος φέτος (όπως αρμοδίως μας ενημέρωσε) αποφάσισε να μην ολοκληρωθεί τάχα. Δεσμεύει τις καταβληθέντες, (σε σκληρό νόμισμα ανθρώπινων ζωών), προκαταβολές στη Γάζα. Και παρακρατεί ως κόστος μη αποσβεσθέντος κεφαλαίου , τα λιγοστά γήινα έτη ζωής, παιδικών και νεανικών κορμιών.
Η «αόρατος χειρ» πιάνει από το γιακά αθώους, και τους ρίχνει στο υπόγειο.
Η απέραντη κοσμική αποθήκη καταπίνει συνεχώς και ασταμάτητα πολλές πολλές μικρές ανθρώπινες εξισώσεις.

Στέκομαι πάλι φέτος ξεφτισμένος ως νοερή απεικόνιση, ενώπιον της μοναδικής ακλόνητης και μνημειώδους πρόκλησης: Να καταφέρω να περάσω στη νέα χρονιά, στις 24:00 και ένα δέκατο του δευτερολέπτου ακριβώς. Χωρίς καθυστέρηση. Γεμάτος ντροπή για την ασημαντότητα της προηγούμενης.

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008


Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

βρε αι... 2


Η παρακολούθηση της επικαιρότητας με ρυθμό «δελτίου των 8» μοιάζει με εκπαίδευση σκύλου. Αδυνατώντας να ξεφύγεις από τη ζώνη του λυκόφωτος της εντυπωσιοθηρίας και της τζάμπα καταγγελίας, αρκείσαι στα «πάνω-πάνω».
Ίσα δηλαδή που ξαφρίζεις την γλίτσα που βγαίνει στην επιφάνεια του –από μόνο του- ανεπαρκή πολιτικοκοινωνικοικονομικού διαλόγου των θεραπόντων των δελτίων.
Με τη γλώσσα λοξά κρεμάμενη, όξω απ΄ το στόμα, μαθαίνεις να τρέχεις να πιάσεις το ξύλο και να το επιστρέψεις στο αφεντικό, για να στο ξαναπετάξει μακρύτερα.
Άμα λάχει και διαβάσεις και καμιά «κεντρική» ανάλυση, καμιάς κυριακάτικης έκδοσης, τότε πια αναβαθμίζεσαι σε κείνο το επίπεδο των «ευφυών» σκύλων που οσφραίνονται το επίπεδο του σακχάρου στο αίμα των αφεντικών τους. Παρότι όμως, το να ανιχνεύεις τις γλυκαιμικές κρίσεις και να προλαμβάνεις πιθανά ισχαιμικά επεισόδια του αφεντικού σου, αποτελεί σημαντικό και θεάρεστο έργο, (έστω και αν εκτελείται με αμοιβή ένα γκουρμέ κόκαλο), δυστυχώς δεν σε κάνει σοφότερο αποτιμητή και ερμηνευτή των όσων συμβαίνουν γύρω σου και εντός σου.
Ωσάν πιστός σε μια μάταιη αγάπη αιωνίως, είσαι καταδικασμένος να ολοφύρεσαι γύρω από τραγικές και αλλεπάλληλες παρανοήσεις.
Κάθεσαι, χυμένος λαπάς, στον καναπέ, και ακτινοβολείς ολόκληρος την ενστικτώδη αλαζονεία του αφοσιωμένου μπάτλερ. Με μισότυφλη υπερηφάνεια θυσιάζεσαι στο βωμό της πρόχειρης υπεραπλούστευσης.
Σε τελική ανάλυση καλά κάνεις. Θυσιάζεσαι για το κοινό σου. Το οποίο κοινό κομψευόμενο, σε βλέπει και σε καμαρώνει μέσα απ΄ το εκράν, και ας μην το ξέρεις.
Μαλάκα.
Πρέπει να το ομολογήσουμε, αποτυγχάνουμε διότι αρκούμαστε σε μια σιωπηλή αναπαράσταση. Το risk management απέτυχε διότι δεν υπήρχε. Ανάμεσα σε τόσες και τόσες σκυλίσιες ζωές, διαλέξαμε την πιο σκυλίσια.
Εντελώς μαλάκες.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

βρε άι...


Προχτές το αφεντικό σχόλασε δέκα. Τους σχόλασε και φούμαρε ένα σιγαρέτο slim για τον καθένα χωριστά. Σε στυλ «καίω το τσιγάρο τούτο στην σεπτή μνήμη της πεφιλημένης θέσης εργασίας η οποία τόσο άδικα, αλλά και τόσο μοιραία απωλέσθη».
Η προσφιλής και καλοζυγισμένη τάση-στάση των εργοδοτών προς την στοχαστική αυτό-ικανοποίηση τον οδήγησε να πράξει το αυτονόητο, να τηρήσει δηλ. και επιπλέον ενός λεπτού σιγή και για τους δέκα. Έξι ολόκληρα δευτερόλεπτα σιγής για τον καθένα. Κατόπιν κοίταξε το έργο του και απεφάνθη πως ορθώς έπραξε, και έκλεισε με απαράμιλλο στυλ την πόρτα του γραφείου. Προχτές το αφεντικό απέλυσε δέκα. Και οι δέκα με παιδιά, στεγαστικά, καταναλωτικά, vises, masters,μπρίζες,μίζες,σχίζες κτλ. Καλούμαι τώρα με τη σειρά μου και αποτίω φόρο τιμής στο περιπετειώδες, ενιαίο και «τέλειο» ζήτημα της, εν γένει, ανθρώπινης αναγκαιότητας. Αλλά πώς να ασκήσεις όψιμη κριτική στον καπιταλισμό με μόνο όπλο λίγο νεανικό κολλυβο-μαρξισμό, και μπόλικο υγιή σύγχρονο θεολογικού τύπου βολικό φιλοτομαρισμό. «Η οικονομική κρίση βλέπετε…» αποφαινόμαστε με ύφος εμβριθούς μελετητή έγκριτων θεολογικών βιβλίων του δόγματος του Μοναδικού Αληθινού Ιερού ελεύθερου ανταγωνισμού. Εντάξει, το μοτίβο του περιχαρούς διαλεκτικού υλισμού μπορεί ακόμα να υποστηρίζει εντός μου ένα σχετικά σταθερό φρούριο κριτικής και φιλολογικού νοιαξίματος για τον κόσμο, αλλά μπρος στην κυνική θεολογία της πίστης και της δύναμης, δεν πιάνει μπάζα. Το ζήτημα παραμένει ότι προχτές τ΄ αφεντικό σχόλασε δέκα Στο «θολωμένο μας μυαλό» στήνεται μια άνευ προηγουμένου συμπαιγνία. «Δουλέψτε καθίκια-τεμπέληδες διότι θα βρεθείτε στα σοκάκια για παρακαλετό μεροκάματο.» Στήνεται η συμπαιγνία κάτω από σωρούς ερειπωμένων πεποιθήσεων, και λυμαίνεται τα τελευταία ψήγματα ενθουσιασμού που διαθέτουμε. Οι κινήσεις των τεκτονικών πλακών του οικονομικού φλοιού της γης, παράγουν σκληρές προειδοποιήσεις με αποδέκτες τα σπλάχνα μας. Μάλλον δεν πρόκειται για παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, όπως εμβριθώς σχολιάζουν αλαλάζοντες οι φτερωτοί εγκέφαλοι της μακροοικονομίας. Μάλλον ήρθε , για άλλη μια φορά η στιγμή να αποδώσουνε ( οι υποψήφιοι κολασμένοι της γης) τις οφειλώμενες προσήκουσες τιμές, (με την γνωστή εύγλωττη αμηχανία τους), στον εφιάλτη της καθημερινής αναγκαιότητας. Μιλάω υπακούοντας στις ακάλυπτες επιταγές του πάθους μου. Ελίσσομαι για να φανώ ευγενής, κατά βάση όμως είμαι
ένας άξεστος θυμωμένος αλήτης. Περιφέρω τον θυμό μου και τις ψευτο-διορατικές μου ιδέες, προς άγρα πελατών, μιλώντας την καμουφλαρισμένη αρχαία γλώσσα του χυδαίου ωφελιμισμού. Ανακαλύπτω και αποκαλύπτω μυστικές συνδιαλλαγές, ,μπας και εξασφαλίσω την θεϊκή εύνοια για πάρτη μου. Αναζητώ την τέλεια γλώσσα για να πω τις απόλυτες μαλακίες.
«Αυτό-οργάνωση σύντροφοι»
«Βρε αϊ γαμήσου κομμούνι»
Πολιτισμένη μεν, αξεδιάλυτη δε η υπόθεση μας.
«Κουφάλες αστοί, ζω για να σας δω να υποφέρετε.»
Δεν σας σώζει τώρα ούτε Χριστός ,ούτε Ερμής τρισμέγιστος, ούτε Όσιρις.
Οι εισηγούμενες, εισηγημένες, εισηγμένες, εισηγητικές προτάσεις τεχνικών εξόδου από την κρίση, παράγουν σημασίες κατάλληλες μόνο για να σκουπίζουμε τον κώλο μας. Και τα επίκαιρα μέτρα παράγουν μόνο επιπλέον ίλιγγο, από αυτό το είδος ιλίγγου που φοβάστε. Αυτόν της απώλειας του εξοχικού και του σκάφους.
Ο θεός σας, κατά πως φαίνεται, θα συνεχίσει να παράγει ασύστολα άτομα. Θ΄ αυξάνει επ΄ άπειρο τα άτομα , ώστε να παράγουν επ΄άπειρο λέξεις. Και ίσως καταφέρουν κάποια στιγμή να διατυπώσουν ορθώς, αυτά που δεν κατάφεραν πουν οι προηγούμενοι. Ποτέ δεν ξέρεις ίσως κάποια στιγμή τα καταφέρουν. Δουλειά στον απολυμένο συνάδελφο όμως, για να βγάλει γιορτές, δεν θα βρούν.
Μαλάκες.