Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

...αποσιωπητικά...

Είχε μια άγρια έκφραση. Και δεν μιλούσε…
Περνούσε πολύ άσχημη περίοδο…
Ήθελα να ανακουφίσω την αγωνία της…
Παραδέχομαι πάντως ότι είχε κουράγιο…
Εξακολουθούσε να είναι όμορφη…
Προσπαθούσα να την πείσω για αυτό…
Αλλά πού αυτή…
Δεν ωφελούσε…

Για μένα…
ήταν ανεκτίμητη όταν σήκωνε τους ώμους…
Έπινε μια γουλιά…
Ήταν όμως άλλου καιρού…
Η γλώσσα που μιλούσαμε ήταν άλλου καιρού…
Και κοίτα διάολε, που παρ΄όλα αυτά παρέμενε…
και παραμένει η γλώσσα της απόλαυσης μας…

Θα ήθελα…
θα ήθελα να διαβάσω τη σκοτεινή ιστορία…
τη σκοτεινή ιστορία όλων των απολαύσεων…
που οι άνθρωποι έχουν κρύψει…
Των απολαύσεων…
που δεν τολμούν…
που έχουν χαντακώσει στην κρυφή ιδιωτική τους γλώσσα…
που έχουν διαγράψει από το «έξω» λεξιλόγιο τους…
έτσι φρόνιμοι και βίαιοι ταυτόχρονα όπως είναι…
γεμάτοι αποσιωπητικά…


(Στη χρήση των αποσιωπητικών δεν υπάρχουν αντενδείξεις,
πλην ορισμένων απρόβλεπτων, και καμιά φορά ολέθριων,
αντιδράσεων. Όταν τα όρια της χρήσης ρητορικών σχημάτων
πλέον στενεύουν. Όταν τα παρακινδυνευμένα αποσπασματικά λόγια
ωθούν τη γλώσσα πέρα από τα όρια. Τότε χρησιμοποιούμε αποσιωπητικά ,
για να μας συχωρεθούν οι αμαρτίες.)

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

τρεις μέρες

Μέχρι προχτές ήταν έτοιμη να αυτοεκπαραθυρωθεί και σήμερα βρήκε το κουράγιο να «στρώσει» πρασόπιττα με φύλλο αγορασμένο απ΄το μασούτη.
Μέχρι προχτές, στην κλονισμένη της συνείδηση, βράδιαζε ντάλα μεσημέρι λόγω πλήξης. Μέχρι προχτές, με το κεφάλι γεμάτο μολύβι, ξερνούσε τρεις φορές ανελλιπώς άπαξ της ημέρας. Μέχρι προχτές, έτρεχε με αυταπάρνηση αθλητή δρόμων ημιαντοχής προς το νήμα των 45, με μικρές καθημερινές ανάσες, σιχαμερών οχτάωρων εργασίας.
Μέχρι προχτές ξεφύλλιζε τα χρόνια της γρήγορα και αδιάφορα, καταλήγοντας πάντα να χαζεύει στο κατάλευκο και άγραφο οπισθόφυλλο του άλμπουμ, το τετραγωνάκι του κωδικού μηχανογράφησης ISBN978-960-16-2779-3, στη γωνία κάτω δεξιά.
Μέχρι προχτές σκεφτόταν με λέξεις, οι οποίες αφού τρεμοπαίζανε αχνά για λίγο στον θόλο του κρανίου της, ψοφούσαν αβοήθητες.
Αυτά μέχρι προχτές.
Χτες, εξ΄ αίφνης, δέχτηκε αναπάντεχη επίθεση μιας απροσδόκητης ροής νοημάτων. Το αστικοβουκολικό κωμειδύλιο «η Γκόλφω από το Παλαιό Ψυχικό» εντός του οποίου ζούσε, έλαβε μια παραισθητική και ανακουφιστική τροπή. Ένας λυτρωτικός συνειδησιακός χείμαρρος την πήρε και την σήκωσε. Την έκανε να θέλει να ξανανακαλύψει τη ζωή. Να βρει τη δύναμη να συνεχίσει την κούρσα. Με όρους μεταφυσικής θα λεγε κανείς ότι της ήρθε επιφοίτηση. Με απλά λόγια θα λεγε κανείς, ότι της ήρθε μια εξωφρενική ολογραφική δίνη συχνοτήτων, μια πλημμυρίδα πολύχρωμων αισθητηριακών κυμάτων που έλουσαν τον εγκέφαλό της, διεγείροντας δισεκατομμύρια συνάψεις με ισάριθμες μικρές ηλεκτρικές εκκενώσεις, που τις μετασχημάτισε σε χαρμόσυνες αισθητικές αντιλήψεις. Κι όπως ήταν φυσικό αναθάρρησε. Και… έφτιαξε και αυτήν ένα μπλόγκ.
Σήμερα πάλι όμως, την πλημμύρησε μια βαθύτατη απογοήτευση. Ενώ ακόμα το πρώτο της ποστ ήταν ζεστό, παραδόθηκε στη σκέψη ότι στο εξής διατρέχει τον κίνδυνο, να παραχωθεί εντός της, και να μη μιλάει για τίποτα άλλο εκτός από τον εαυτό της.
Διαμελίστηκε στην «σκέψη-ηλεκτρικό πριόνι», ότι στο εξής το μοναδικό προς δημοσιοποίηση θέμα, θα είναι η εσωτερική της «μηχανική». Και ως ήταν φυσικό, κατηγόρησε τον εαυτό της «επί βρικολακισμό». (με γιώτα)
Λίγο όμως πριν τελειώσει και αυτή η τρίτη μέρα, η θύμηση της προχτεσινής αηδίας την συνέφερε και ξανα ΄δε την κατάσταση πιο ψύχραιμα. Αφού περίμενε να κρυώσει το πτώμα του πρώτου ποστ, σκέφτηκε ότι στον κόσμο υπάρχουν πάρα πολλοί, (οι περισσότεροι) ( οι συντριπτικά περισσότεροι) που αδιαφορούν για αυτά που θα ήθελε να τους πει ένας μπλόγκερ. Και έτσι ησύχασε.
Κατόπιν, έκλεισε το φούρνο διότι η πρασόπιττα ήταν έτοιμη, και στρώθηκε να γράψει το δεύτερο ποστ.