Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2008

Το βέλος του χρόνου

Αυτάρεσκος, πολυρρήμων και αερολόγος τω τρόπω,
βρίθων ιδιωτικά βίτσια, χαίρων όμως πλούτου δημοσίων αρετών,
εξετρέπετο συχνά σε αυθόρμητο λαϊκό σουρεαλισμό.
Εξέπεμπε τότε χαχανητά και δάκρυα στο περιβάλλον ένα γύρω…
προσφέροντας αφειδώς ανεκτίμητο υλικό σχολίων, για τους
θαμώνες των καφενείων. Ασταθή, ύπουλα και επικίνδυνα
τα παράγωγα της δράσης του, σαν ισότοπα του πλουτωνίου.
Ο Ιεροκλής όταν μιλούσε, δεν μιλούσε. Συνέθετε με χρωματιστά
νήματα, και έντυνε τα κενά που άφηναν οι διηγήσεις των άλλων.
Μια μικρούλα, τόση δα φράση-μπάλωμα, του αρκούσε
για να ξεθάψει το φέρετρο του κόσμου.
Έλειωνε τόνους γλωσσικό μετάλλευμα, από τα ορυχεία
των μακροσκελών τοποθετήσεων των συνδαιτυμόνων,
και έστηνε αργά και μεθοδικά το μαυσωλείο της ήττας τους.
Όταν η ομήγυρις ήταν πλέον έτοιμη, ξεκούμπωνε τη βαλβίδα
εκτόνωσης με τις λαβίδες της απαξίας που διέθετε …
και όποιον πάρει ο χάρος.
Πρόβαινε σε ερμηνευτική κλασματική απόσταξη, όσων είχαν
ως τότε ακουστεί στο τραπέζι. Μπάχαλο το καφενείο.
Σύγκλητος και λαός, απολάμβαναν μια πολύτροπη και
διατρητική πρόκληση, σαν εφηβική ομαδική μαλακία
συγχρονισμένης εκσπερμάτωσης, η οποία καθώς προσέπιπτε
στο ασταθές υλικό των ζαλισμένων από το τσίπουρο
τετραμελών παρεών, προκαλούσε σχάση των πυρήνων τους.
Μ΄αυτά και μ΄ αυτά , σε κανέναν δεν ξένιζε η αστρονομική
εμπορική αξία της συντροφιάς του Ιεροκλή στην πιάτσα …
ούτε ενοχλούσε το βαρύ κόστος της παρέας του…
ούτε η ανυπόφορη γοητεία του…ούτε καν η συχνά γεμάτη
απελπισία, χαρά του. Να΄ταν τυχαίο άραγε που λίγο κάτω
από τον καρπό, στο δεξί χέρι είχε ερασιτεχνικό νεανικό τατουάζ,
το αλχημιστικό σύμβολο της ποτάσας; Καυστικός σαν ποτάσα
κι αυτός, διέλυε τους λιπαρούς λεκέδες μαζί με το ύφασμα.
Συνεκδοχικά υπέθετα και ενίσχυα την βεβαιότητά μου, καθότι
διαστροφικά αναλυτικός, πως όσο πιο πυρίμαχα «ταξίδευε»
ο Ιεροκλής μες στη φωτιά, τόσο το σημείο τήξης,
του κουρκουτιασμένου για πολλούς, μυαλού του,
μετατίθονταν βαθύτερα στο μάκρος του ορίζοντά του.

Χρόνος
Προχωρημένο πρωινό του περασμένου Σαββάτου,
δέκα και μισή με έντεκα.
Τόπος
Περνάει από την πλατεία Δημοκρατίας, φρέσκος και
(σπάνιο για αυτόν) καθαρός από αλκοόλ..
Tρόπος
Νευρώδης, λεπτός και γεμάτος ενέργεια τριποδίζει
(με δύο πόδια όμως) σαν νεαρό άλογο πάνω στις πλάκες του
δρόμου. Ο λαμπρός ήλιος, όπως έχει σηκωθεί πάνω απ΄ τα σπίτια,
σχηματίζει ένα φωτοστέφανο γύρω απ΄ το μαλλιαρό γκρίζο κεφάλι του.

«Τι χαμπάρια Ιεροκλή..;»

«Βρίσκομαι σε φάση λεπτοδουλειάς, και διαμόρφωσης ύφους…
Εσείς πού πάτε σαββατιάτικος και γυμνός πτωχέ μου, Κωστή; «

«Εγώ βρίσκομαι σε φάση αδείας, και πάω λαϊκή για κάνα
ζαρζαβατικό…αλλά για ξηγήσου ρε Κλή, για ποιό ακριβώς
ύφος μιλάς;»
αποκρίθηκα κοιτώντας συγχρόνως να τσεκάρω
αν έβαλα ρούχα πριν βγω.

«Για το ύφος "ιχθυόμορφο βδελυρό άφθαρτο και σαλιάρικο
εξωγήινο τέρας"».

«Ενδιαφέρον…για συνέχισε»

«Περιπλανιέμαι στο σύμπαν , άσχημο, ζέον και γλοιώδες,
(πλην όμως με καλή ευαίσθητη και μελαγχολική ψυχή)
και ψάχνω για το ουσιαστικό και το θεμελιώδες…».

«Κι αν επιτρέπεται, αγαπητό αποτρόπαιο alien, ποιο
πικρόχολο συμπαντικό χιούμορ σε έριξε εδώ στη γή;
Ποια βάσκανος μοίρα σε μούτζωξε, και φόρτωσε στις αθώες
εξωγήινες πλάτες σου, μια τόσο σκληρή τιμωρία,
ένα τόσο βαρύ έργο, όπως αυτό του να βρεις νόημα στην ανοησία;»

« Με τράβηξε η βαρύτητα της γης. Αφενός.
Αφετέρου, η ανοίκειος φύσις των ανθρώπων»

Έκανα να προσπεράσω, μια κρυφή, αμυδρή-τόση δα- συγκίνηση όμως,
σαν να με κράτησε από το μανίκι.
«Δηλαδή;» ρώτησα.

«Να …εσύ, φερ΄ ειπείν, ως συνεπής απολογητής του είδους σας,
ξεκινάς έναν μεγάλο, δίχως ελπίδα, νυν υπέρ πάντων αγώνα
με τον χρόνο, κάθε πρωί. Ενώ το θεμελιώδες, αλλά και το εφικτό,
θα ΄ταν να μάχεσαι βήμα-βήμα για την κατάκτηση
της κάθε χαμένης ηλιόλουστης μέρας σου.»

«Για Ιχθυόμορφο βδελυρό εκτόπλασμα, δεν τα λες κι άσχημα.
Προτείνεις δηλαδή, να κατέβω από την ατμομηχανή
που σέρνει τον χρόνο;»

«Όχι ακριβώς…σου προτείνω να ξαναγράψεις το σενάριο.
Εκεί, λίγο πριν την κορύφωση του δράματος, να γίνεις επινοητής
ενός «από ατμομηχανής θεού», ας πούμε. Διότι σε βλέπω,
κατά την διαδικασία του μοντάζ, να σου κόβουν τις σκηνές.
Και τις έπαιξες με τόσο κόπο…»

«Κλη, πες σε παρακαλώ στον Υπέρτατο Μοντέρ, πως ο λόγος που
με κρατάει στο "έργο" είναι το κωλοβάρεμα. Και σκοπεύω έτσι
κωλοβαρώντας να συνεχίσω.»

«Ο.Κ. δεν θα παραλείψω…»

«Άντε γεια»

«Πού πας; Ναρθω και γω;»

« Έλα βιάσου. Πάμε λαϊκή να δούμε αν το βέλος του χρόνου
και η εντροπία του σύμπαντος , έριξαν τις τιμές στα μαρούλια
και στα μπρόκολα...
Μετά θα σε κεράσω ένα τσίπουρο».

«Φύγαμε».

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

keep up the good work

Σε πείσμα, όσων η επίσημη βλογοκατήχηση ισχυρίζεται
και προβάλει, η συμπεριφορά των ατομικών, υποατομικών,
συλλογικών, και διασυλλογικών βλογς ξεδιπλώνεται και
αναπτύσσεται ΚΑΙ σε ένα μυστηριακό επίπεδο πραγματικότητας,
του οποίου δεν είμαστε ενήμεροι. Ούτε εμείς, ούτε τα ίδια.
Υπάρχει δηλαδή μια διάσταση, πέραν εκείνων των γνωστών
που ενημερώνουν, λογοτεχνίζουν, διυλίζουν, αποφορτίζουν,
σολοικίζουν, βαρβαρίζουν, μετρούν στατιστικά, λογαριάζουν
επισκεψιμότητες, βρίζουν, κουτσουρεύουν, αποκαλύπτουν,
μαλακίζονται, φιλοσοφούν,ομφαλοσκοπούν, ξεψειρίζονται. κτλ κτλ.
Πρόκειται για κείνη την διάσταση εντός της οποίας
το κάθε επιμέρους ιστολόγιο εμπεριέχει το σύνολο της εικόνας
της μπλογκοσφαίρας. Παραπέμπει δηλαδή, στη δομή ενός
μορφοκλάσματος (fractal στην κοινή διεθνή ονομασία), του οποίου
το βασικό χαρακτηριστικό είναι η αυτό-ομοιότητα των δομών του,
σε οποιοδήποτε τυχαίο τμήμα του. Τούτο δε,
επιβεβαιώνεται ως ένα βαθμό, κάθε Παρασκευή, νωρίς
το απόγευμα. Όταν μια αλλόκοτη «τρέλα» παρεισφρέει,
και επί εικοσιτετραώρου διακατέχει το σύνολο του τρόπου
βλογο-ύπαρξης. Τότε, όταν σύσσωμα τα ιστολόγια
γιορτάζουν το τέλος της κουτσουρεμένης εβδομάδας.

(φωτό: Όμορφη απωανατολίτισσα ιστολόγος, απολαμβάνει
τον βραδινό ύπνο της Παρασκευής, αγκαλιά με το ιστολόγιο της.
Στην ένθετη φωτογραφία κάτω δεξιά, χαρακτηριστικά δείγματα
ιστολογίων, σε κατάσταση fridayevening).

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2008

πρωινό

Για εκατομμυριοστή φορά περπατώ πάνω στο ξύλινο πάτωμα,
με τους διάσπαρτους μελανούς ρόζους. Οι καρέκλες της κουζίνας,
μόλις ξημερώσει, θα ΄χουν τις ίδιες χρωματιστές ζωγραφισμένες
ράχες, με πιγκουΐνους ακροβάτες και χαζοχαρούμενες
πολικές αρκούδες. Μόλις ξημερώσει όμως.
Ή, μόλις ανάψω το φως της κουζίνας.
Για την ώρα οι καρέκλες στέκουν με τις ράχες σκοτεινές,
σαν μεσαιωνικές ασπίδες, κόντρα στο ιλαρό της τζαμαρίας φως.
Ευτυχώς, να λες, που υπάρχει και αυτή η τζαμαρία και κρατάει
τον ουρανό στη θέση του. Πρέπει να βιαστώ όμως η ώρα περνάει.
Θα βάλω κάτι πρόχειρο για πρωινό.
Τι όμως; Μήπως, πάλι, λίγες απ΄αυτές τις θεσπέσιες,
αλλά αδύνατες και καχεκτικές λέξεις, που σερβίρω πού και πού
ηλεκτρονικά, για τα μάτια του κόσμου;
Ή μήπως, μερικές από κείνες τις άλλες, που διατηρώ πάντα φρέσκες
με καθημερινή φροντίδα, δια παν ενδεχόμενο...;
Τις οποίες με σπουδή τις πλένω, τις βουρτσίζω, τις σιδερώνω,
τις γυαλίζω, κι αυτές με τη σειρά τους , μου κάνουν χαρούλες,
μου κλείνουν μαργιόλικα το μάτι, και μου θυμίζουν ξανά και ξανά,
την κορυφαία και αξεπέραστα βαρύγδουπη κοινοτυπία:
«Είμαι ότι σκέφτομαι!»

Σιγά μην είμαι…
Σιγά μη σκέφτομαι…
Άσε καλύτερα. Τίποτα απ΄τα δυό. Θα πιω μόνο ένα σκέτο ζεστό
τσάι βουνίσιο, κι ύστερα θα κάνω ένα επιτόπιο ταξίδι για ένα
μισάωρο. Σαν άλμα εις ύψος δίχως φορά, με γωνία 90 μοιρών,
προς τα πάνω. Όσο, δηλαδή, να ΄ρθει η ώρα να φύγω
για τη δουλειά. Ένα ταξίδι που δεν θα με κουνήσει ρούπι
απ΄το στίγμα μου. 40 40΄ 30΄΄ βόρεια, 22 70΄ 30΄΄ ανατολικά.
Θα σκαρφαλώσω στον τρεμάμενο και ελαφρύ χρόνο μου,
με το γυλιό μου γεμάτο με ακριβές ιδέες (πάντα),
συγκεχυμένες πληροφορίες (συχνά), και θολές δυνατότητες (ενίοτε).
Θα στήσω μηχανορραφίες, θα προβώ σε δολοπλοκίες, με έναν
και μόνο τελικό στόχο. Να διασταυρώσω τη ζωή μου με τους άλλους.
Μπας και ο χρόνος λάβει εκείνη την ειδική ποιότητα, που τον κάνει
να μοιάζει με γιορτή.

Αλλά να… σαν να σκάει ο ήλιος απ΄τη μεριά της θάλασσας.
Σε λίγο θα φτάσει στα κεραμίδια του γείτονα.

Ακολουθεί ρουά- ματ σε δύο κινήσεις:
α) Φιλική ασθενική κλωτσιά στα οπίσθια του διαβολάκου

που με κατατρέχει.
β) Άνοιγμα της εξώπορτας με ταυτόχρονη είσοδο στο χαγιάτι

της Άνοιξης που μόλις ήρθε.

Αυτό ήταν. Πάω να μαρινάρω τα σκώτια μου
και όλο το «μέσα» μου, στο «έξω» της μέρας που αρχίζει.
Ζητώ να μου σχωρεθεί η άγνοια που με κρατάει κωλυόμενο
στην εποχή του παρόντος μου.
(Αν χρειαστεί θα μου βάλω λίγο λίπος, για να μην κολλήσω
στον πάτο της κατσαρόλας).