Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2007

13+1


Ουδείς θα διανοούνταν ποτέ να με καλέσει να αναφέρω
και να παρουσιάσω τα 5 αγαπημένα μου
«μαγειρικά» αντικείμενα.
Και πολύ καλά θα έκανε…διότι δεν έχω.
Τέτοια αγαπημένα αντικείμενα όμως (που σχετίζονται
με την γαστρονομία) έχει ο αγαπημένος μου φίλος ο Θανάσης.
Αυτός λοιπόν, ο μερακλής αμπελουργός,
ο εραστής οινοποιητής, ο φόβος και ο τρόμος των αμνοεριφίων,
ο απροσκύνητος πρωτεΐνομάχος, ο γητευτής της χοληστερόλης,
ο άρχων των κοπαδοκτόνων, με υπερηφάνεια εκθέτει
στο σαλόνι του οινοποιείου του, τις αγαπημένες σούβλες του.
Εγώ με τη σειρά μου, αφού έλαβα την άδεια του,
σας παρουσιάζω, με ειλικρινή συγκίνηση τα 13+1
αντικείμενα «φετίχ» που συντροφεύουν τις γαστρονομικές
του ανησυχίες. Δεκατρείς σούβλες σχεδιασμένες από τον ίδιο,
για να υπηρετήσουν κάθε ανομολόγητη σαρκοβόρα
φαντασίωση του ίδιου και των φίλων του.
Επίσης παραδίδω στην κρίση σας, τον μεταλλικό τροχήλατο
βωμό των θυσιών.
Εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, κιλά σάρκας και οστών
παραδόθηκαν, ιδανικά περιστρεφόμενα, στην καυτή «ανάσα»
του πυρωμένου κάρβουνου.
Πρίν καταβροχθιστούν από τα ανηλεή σαγόνια μας…
Πριν καταποντιστούν στις ακόρεστες δεξαμενές γαστρικών
υγρών, αναμεμιγμένα με τσίπουρα και κρασιά…
...τα Ιερά Στομάχια μας.


ΥΓ1
Το καμάρι της συλλογής του Θανάση είναι η πτυσσόμενη
σούβλα εκστρατείας, η οποία αποτελείται από 16 κομμάτια
τα οποία αποθηκεύονται σε ένα πουγκί του οποίου
το μέγεθος δεν ξεπερνά αυτό της θήκης ενός ζευγαριού
γυαλιών μυωπίας. Εύκολα δε, μπορεί να συναρμολογηθεί
και να φιλοξενήσει 6-7 κιλά προβατίνας.

ΥΓ2
Η γάτα της φωτογραφίας δεν έχει λόγους να ανησυχεί,
προς το παρόν.

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2007

Το γράμμα

Αγαπημένε φίλε […]
Μια μεγάλη διαδρομή, δύσβατη και επικίνδυνη,
ανοίχτηκε μπρος μου στα μέσα του τελευταίου καλοκαιριού.
Ήταν την ημέρα που με επισκέφτηκες στο ιατρείο
για να σου μετρήσω την πίεση για τρίτη φορά μέσα στο ίδιο
εικοσιτετράωρο. Ήταν τότε όταν διαπίστωσα πως έχω
να κάνω με έναν ευφάνταστο επινοητή κομψών μυστηρίων.
Έναν υποχόνδριο. Κι όταν αργότερα, το βράδυ της ίδιας μέρας,
βγήκαμε για φαγητό ( μετά από δική σου πρόταση)
συνειδητοποίησα ότι απέναντι μου έχω έναν άνθρωπο
ο οποίος κρύβει μέσα του ένα μαντείο.
Ένα δελφικό μαντείο με τα όλα του. Με το ιερό άβατό του,
την Πυθία του, τους ιερείς του, τα ψυχεδελικά βοτάνια του,
τον Απόλλωνά του, την κιονοστοιχία του, τους αμφίσημους
χρησμούς του, τους αμφίθυμους παραλογισμούς του
και τα ντούμπλεφαστ πανωφόρια του.
Το οποίο μαντείο τον ορίζει, του σκίζει το στήθος,
και του δίνει ορνήνειες για να πορεύεται. Οι μακρές
συναντήσεις και συζητήσεις που ακολούθησαν , και συνόδεψαν
δροσερά, τον περασμένο Ιούλιο, μου αποκάλυψαν έναν από
τους πιο αφόρητους και ελκυστικούς ανθρώπους που έτυχαν,
άπαξ, στον δρόμο μου. Έναν «τύπο» που επέμενε να εκδίδει
διαρκώς «διατάγματα», με αποδέκτη τον εαυτό του.
Έναν παραγγελιοδόχο του εαυτού του…
με ένα ακατανίκητο εσωστρεφές ένστικτο, που τον
παρασύρει να ενεργεί πάντα με τον «ίδιο» τρόπο,
έχοντας πάντα την υποτιθέμενη δυνατότητα να ενεργεί
διαφορετικά. Έναν υποτελή , μιας ακατανίκητης εσωτερικής
πλάνης. Έναν δεσμώτη που κάθε βράδυ απελευθερώνει
όλη την μυθολογία των δαιμόνων που τον σιγοτρώγουν ,
και αμφιρρέπει μεταξύ των ευγενών αισθημάτων,
και των σφοδρών καταιγίδων νοσηρότητας.
Ένα αηδόνι που πότε κελαηδάει , πότε γκαρίζει, και πότε
βρυχάται. Τι τα θες δηλαδή… μιλάμε για έναν κανονικό
άνθρωπο, εις την ν.
Προκειμένου να εξυπηρετήσει τα φαντάσματά του,
εύκολα ένα απλό εποχιακό συνάχι, το βαφτίζει σπάνια
τροπική ασθένεια.
Στις πρόσφατες τηλεφωνικές επικοινωνίες μας ,
(ομολογουμένως ζεστές και αναπάντεχα άνετες) έτυχα μιας
εξαιρετικά ευχάριστης αναγνώρισης, από μέρος σου,
η οποία γαργάλησε την αυταρέσκεια μου.
Πέραν των καλών λόγων σου, και των κολακευτικών
κρίσεων σου, για την επιστημονική μου κατάρτιση και επάρκεια,
με έκανες να υποθέσω πως μου χρεώνεις ιδιότητες
μιας μασκοφόρου-αμαζόνας.
Με οδήγησες να νοιώσω πως το ισοδύναμο του αποτυπώματος
που άφησα εντός σου, μοιάζει λίγο με princes warrior.
Σε ενημερώνω όμως ότι δεν είμαι η Ζίνα.
Κατόπιν «έριξες» στην κούρσα και άλλους,
πιο ακατάστατους και παθιασμένους χαρακτηρισμούς,
οι οποίοι άρχισαν να με κάνουν να «στέκομαι» άβολα.
Το «στερέωμα» των λόγων σου, άρχισε ιλλιγιωδώς να
μεγαλώνει, και η ολόθερμη επικοινωνία μας μετατράπηκε
σε έναν τερατώδη θαυμασμό, από μέρους σου.
Στο ξαναλέω όμως, ούτε η Ζίνα είμαι, ούτε η μαμά σου.
Όλα τούτα με έφεραν σε μια κατάσταση αναζήτησης
πόρου διαφυγής. Σε μια αγωνία απόδρασης από τους
θαλάμους και τις στοές σου. Έκλεινα το τηλέφωνο
και ψηλαφούσα το είδωλο μου στον καθρέφτη,
για να βεβαιωθώ πως πράγματι έχω δυό χέρια, δυο πόδια,
μύτη, στόμα, κώλο, βυζιά, και δεν είμαι αυτό το εξωγήινο ον
που περιγράφεις. Οι βαριές χειροπέδες του ιδεατού και του
αιώνιου δεν μου ταιριάζουν, το φθαρτό μου πάει καλύτερα
και μου κάνει ωραίο μπούστο.
Και δες τώρα που, ενώ μια διπλή και τριπλή δύναμη με εμπόδιζε
να σηκώσω το ακουστικό, μια άλλη πιο δυνατή, πιο μισητή,
πιο άτιμη και διπρόσωπη με οδηγούσε να το κάνω.
Και άρχισε να γκρεμίζεται βίαια το σκηνικό αμοιβαίας
εμπιστοσύνης και εκτίμησης που είχαμε στήσει.
Εκεί ακριβώς ήταν που αποφάσισα να σου γράψω.
Δήλωσες απερίφραστα ότι είσαι ερωτευμένος μαζί μου,
και όταν τέλειωσες τα χέρια μου έτρεμαν.
Από συγκίνηση ή από τρόμο, δεν γνωρίζω.
Ωραία λοιπόν, δεν μένει παρά να δούμε τι ακριβώς γνωρίζεις
για τον έρωτα.
Διότι, θα σου θυμίσω, κατά δική σου δήλωση, ο έρωτας δεν υπάρχει,
αλλά και να υπήρχε δεν θα τον χρειαζόμασταν. Θα αρκούσε
μια ορμονοθεραπεία για να τον καταστείλει .
Όταν όμως, αγαπημένε φίλε, οι πραγματικές ωδίνες του έρωτα
αρχίσουν, οι συσπάσεις του νου επιταχύνονται
και ο προστατευτικός υμένας της σωφροσύνης σπάει.
Και παραδίδει άνευ όρων το σώμα σε μια κόκκινη κόλαση.
Μια «πανταχόθεν» φωνή σου φωνάζει: «Αυτό που ζήτησες
σου παραχωρήθηκε…για να δούμε τώρα τι θα το κάνεις».
Κι άντε τώρα να συμφιλιωθείς με τις σκιές σου.
Δεν υπάρχουν εύκολα «γεννητούρια», ούτε «10 έξυπνοι τρόποι
για να ξερωτευτείτε», ούτε «12 μυστικά για να αγαπηθείτε ανώδυνα»
ούτε «10 αλήθειες για το Βιτάμ»…(πλάκα κάνω).
Τότε λοιπόν εμείς οι ακατάστατοι, που μέχρι πρότινος, χαμηλόφωνα
κουβεντιάζαμε στο μισοσκόταδο, παίρνουμε καραμούζες,
φοράμε φουστανέλες και χοιροκεφάλες, και με φάλτσες στριγκλιές
περιφερόμαστε στα σοκάκια.
Αλλοίμονο μας όμως , δεν μας πάει.
Αγαπημένε μου, πιστεύω πως οι ενδογενείς εφιάλτές σου
θα συνεχίσουν να σε κατακλύζουν, και η φρενιτιώδης ορμή τους
δεν ανακόπτεται από την επίφαση του έρωτα που ξαφνικά προέβαλες.
Νομίζεις ότι μ΄ αγαπάς. Είναι, απλώς, αυτό το μπλεγμένο κουβάρι
των ταπεινών γαστρικών επιθυμιών που όλοι έχουμε εντός μας.
Το οποίο εσύ, με αγωνιώδεις ταχυδακτυλουργικές προσπάθειες,
επί χρόνια προσπάθησες να κρύψεις (ή να αγνοήσεις),
και τώρα αποφάσισες να παραδεχτείς ότι είναι υπαρκτό.
Δεν είναι έρωτας… είναι το τρυφερό πένθος της παρακμής
του σώματος. Είναι οι αλγεινές και τσιγγούνικες εκχωρήσεις
συμπόνιας, προς τον εαυτό μας…όταν ψυχανεμιζόμαστε
πως η καλούμπα του βίου αποσώνεται.
Και εσένα, όπως και εμένα, η «ομοιότητα» των ανθρώπων
σε βολεύει, όταν δεν σε κουράζει.
Και η «διαφορετικότητα» σε μαγεύει, όταν δεν σε τρομάζει.
Είσαι δηλαδή εντελώς κανονικός…και δεν το ήξερες.
Δεν είμαι το πεπρωμένο σου…αλλά μια τυχαία ζαριά στο
τάβλι της ζωής σου. Μακάρι να ήμουν εξάρες.
Ποιος δεν είναι δυσανεκτικός στο ασσόδυο.
Αρνούμαι να συνεχίσω και να παίξω τον ρόλο του ιαματικού
μεγάλου έρωτα. Αδυνατώ να γίνω το αντιβιοτικό σου.
Σε θέλω άρρωστο…όπως είσαι...
Σήμερα είναι Τρίτη.
Παίρνω το πλοίο ξημερώματα του ερχόμενου Σαββάτου.
Πάρε το βραδινό ΚΤΕΛ την Παρασκευή από Σαλονίκη.
Ραντεβού στο Βόλο. Σε θέλω.

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007

Πριν το γράμμα.

«Μην ψάχνεις για γλυκόλογα και τρυφερούς τρόπους
κατασκευασμένης συνεννόησης με τους άλλους.»
έλεγε στον εαυτό του συχνά.
«Εσένα σου χρειάζεται μια κανονική και ικανή γλώσσα…
ακριβής και δραστική»
συνέχιζε με ύφος αυστηρού πατέρα, νουθετώντας τον εαυτό του.
«Σου αρκεί μια συλλογή φρόνιμων και σοφών παροιμιών»,
συμπλήρωνε.
Και συνέχιζε: «..μόνον έτσι θα διαφύγεις από τον κίνδυνο
καταβύθισης στις μολύνσεις και στις ιώσεις…
στην τρέλα και στην κατάθλιψη των πολλών…
στην απολεσθείσα συνειδητότητα των αχθοφόρων αδαών…»

Τέτοιους επικίνδυνους ακροβατισμούς επιφύλασσε
για τον εαυτό του.
Και ενώ την μια έλεγε «Ιδού εσύ…» μπρος στον καθρέφτη,
αυτοθαυμάζοντας τον αυτάρκη κυνισμό του,
και τον μοναχικό ορθολογισμό του…
την άλλη, ως Δον Κιχώτης, πετροβολούσε την πανσέληνο.
Είχε ετοιμάσει φέτος, και είχε οργανώσει με επιμέλεια ,
την χειμερινή του επίθεση. Μοιραζόταν τον καναπέ
μπρος στην τηλεόραση με πιστούς και αχώριστους
συμμάχους: betadin, οινόπνευμα, αποστειρωμένα
χαρτομάντιλα, απιονιστή αέρα, αντιπυρετικά,
αντιβιοτικά, κορτιζόνη για τον φόβο των αλλεργικών σοκ,
και κάπου κάπου κάνα lexotanil. Ο καναπές του
ήταν το θέατρο των μαχών του, εκεί πολεμούσε
τους δαίμονες και γιατροπόρευε τον εαυτό του.
Πάνω σ΄ αυτόν, ξυπνούσαν τα τελώνια που τον ορέγονταν.
Ακάραια και μικρόβια, μύκητες και βακτηρίδια , ιοί,
αραχνίδια, μαινάδες, ερινύες, καρτσαμπάδες
και κάθε είδους μικροοργανισμοί.
Αυτοάνοση παλαβομάρα, και σαρκοβόρος ιαματικός τρόμος,
που κανείς γιατρός δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει.
Στην τσέπη είχε πάντα αντιτετανικό και αντιλυσσικό ορό
δια παν ενδεχόμενο. Μην τον δαγκώσει ο εκτυπωτής
στο γραφείο, μην τον γρατσουνίσει κάνας συνδετήρας,
μην τον αγκυλώσει κάνα τριαντάφυλλο,
μην τον προδώσει καμιά ματαιωμένη προσμονή.
Χρόνια τώρα αγαπάει να απεχθάνεται όσους θεωρεί
«άσχετους» , αυτός ο γητευτής τον νοσηλευτών,
ο τιμωρός του εθνικού συστήματος υγείας,
το άχθος των ασφαλιστικών ταμείων,
ο εραστής των διακεκριμένων διαγνώσεων,
ο φόβος και ο τρόμος των ανυποψίαστων και των αδαών
που δεν μπορούν να φανταστούν πόσοι κίνδυνοι
επιβουλεύονται την υγεία τους καθημερινώς,
ο οξυδερκής ανθρωπομέτρης κάθε ασυγχώρητης
αδυναμίας και κάθε θλιβερής εξάρτησης.
Η ανυπαρξία «πλοκής» στο καθημερινό σίριαλ
της υγείας του, τον κουράζει.
Πάντα έπλαθε ένα σενάριο συνομωσίας
των μικροοργανισμών εναντίον του, που τον
κρατούσε σε κατάσταση κόκκινου συναγερμού.
Και οι χειραψίες προσεκτικές…Πάντα έτοιμος
να απολυμάνει όποιο σημείο του σώματος ερχόταν
σε επαφή με «ξένο» σώμα.
Τελευταία, στα φιλιά και στα χάδια των ερωτευμένων,
στο δρόμο και στα παγκάκια του πάρκου, βλέπει αμοιβαία
προσχεδιασμένη αυτοκτονία.
Στις κοινόχρηστες τουαλέτες των εστιατορίων βλέπει
να μπαινοβγαίνουν μελλοθάνατοι.
Ικανός να ρίξει σε κρίσεις πανικού, απόγνωσης και κατατονίας
γειτόνους, γνωστούς, συναδέλφους, συγγενείς, νοσηλευτές,
γιατρούς, γυναίκες και άντρες.
«Κοφτερή και αμείλικτη» την θέλει την επικοινωνία…
Δραστική σαν ενδομυϊκή ένεση.
Γραμμική σαν καρδιογράφημα νεκρού.
Κατανοητή και σαφής σαν λίστα αντενδείξεων αντιβιοτικού.
Σταράτη σαν ιατρική διάγνωση…
Τις συνταγογραφήσεις των αναρίθμητων γιατρών,
που κατά καιρούς τον εξέταζαν και τον κουράριζαν,
τις αρχειοθετούσε με προσοχή.
Τις κατέτασσε ανάλογα με την λογοτεχνική
και φιλολογική τους αξία. Διέκρινε ποικιλίες ύφους,
ρυθμού και διάθεσης. Τις έκρινε για την γλωσσική
τους αρτιότητα και την εννοιολογική τους καθαρότητα.
Ανακάλυπτε σ΄ αυτές ποιητική διάθεση, όταν υπήρχε,
και τις διέκρινε ανάλογα με τον βαθμό υπαρξιακής
αγωνίας που έκρυβαν, και φιλοσοφικής ενατένισης
που απέπνεαν.
Σε κάποιους συνταγογράφους–γιατρούς αναγνώριζε
εξαιρετικό ταλέντο και γραφή υψηλής ιαματικής αξίας.
Στις επιστολές-υπομνήματα που τους έστελνε,
φρόντιζε να είναι ελεγχόμενα εγκάρδιος,
πλην όμως πάντα λακωνικός και ευθύς. Σε κάποιους έκανε
παρατηρήσεις και διορθώσεις που αφορούσαν στο ύφος
και στην ηθική διάσταση των συνταγογραφημάτων τους.
Τα γραμματικά και συντακτικά λάθη, βέβαια,
επιπλήττονταν και κατακεραυνώνονταν δίχως έλεος.
Αλλά, όλα αυτά μέχρι χθες…
Χθες έλαβε ένα γράμμα που κλόνισε
όλο τον θίασο των φαντασμάτων του.
Χθες, η κτηνώδης και αξιοθρήνητη σιγουριά του, ηττήθηκε.
Χθες κάποια, του έστειλε μια νεροποντή και τον έκανε λούτσα.
Χθες, η κρυφίως έρπουσα βαρβαρότητά του, εξημερώθηκε.
Χθες, οι πανούργες αλυσιτελείς αιτιάσείς του, ψόφησαν
σαν φαρμακωμένα σκυλιά.
Ο λόγος ήταν προφανής: ερωτεύτηκε.

Ήταν μια ειδικευόμενη γιατρός 33 χρονών.
Κοντούλα και όμορφη, με μάτια αστρίτη,
και καρδιά βαρβάτου αλόγου ιπποδρομιών.
Το έτερο δυνατό σημείο της, που τον γοήτευσε
και τον συνεπήρε, ήταν η αφηγηματική της δεινότητα.
Ώρες ολόκληρες του διηγούνταν τη ζωή της.
Ο συναρπαστικός αφηγηματικός της τρόπος,
σε συνδυασμό με το βαθύ σαν πηγάδι μνημονικό της,
την έκανε να μοιάζει στα μάτιά του, ελάχιστα
«κοντύτερη» απ΄ τον Όμηρο, ισοϋψής σχεδόν
ενός Ηρόδοτου, και εφάμιλλης τεχνικής επάρκειας
ενός Χόρχε Λουί Μπόρχες.
Χωρίς καλά-καλά να το γνωρίζει ο ίδιος,
του είχε πάρει το μυαλό.
Εκτός από το μυαλό όμως, του είχε πάρει,
κατ΄ επανάληψη, και την πίεση. Του είχε μετρήσει
το ζάχαρο, τα τριγλυκερίδια και το ουρικό οξύ.
Όλα αυτά λίγους μήνες πριν. Κατά την περίοδο
της παραθέρισης του στη Σκόπελο, τον περασμένο Ιούλιο.
Συγχρόνως με την ειδικότητα της, έκανε το «αγροτικό» της
στο κέντρο υγείας του νησιού. Και εκεί γνωρίστηκαν.
Ο τρόπος που του είχε προτείνει, μια πιο ήπια αντιμετώπιση
της υπέρτασης χωρίς φάρμακα, και ο έγκυρος και πειστικός
της λόγος για τους ισχαιμικούς κινδύνους που ελλοχεύουν
στη κακή διατροφή, λόγω του σακχαρώδη διαβήτη τύπου Β΄,
τον είχαν εντυπωσιάσει. Κυρίως όμως, του
είχε καρφωθεί, σαν ψαροκόκαλο στον ουρανίσκο,
η κουβέντα που του είχε πει την τελευταία μέρα
των διακοπών του, λίγο πριν μπει στο καράβι για Βόλο:
« κάποια στιγμή θα σου αποδείξω πως ο λαβύρινθος
που νομίζεις ότι είσαι, δεν είναι παρά μια ευθεία γραμμή…»
Από τότε είχαν γεμίσει τα άπειρα ερμάρια του νου του,
απ΄ αυτήν.
Ως που χτες έλαβε το γράμμα...

(συνεχίζεται)

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2007

Με το μυαλό στραμμένο στο παιχνίδι...

Νάμαστε και πάλι στην αφετηρία.
Κυκλικά αενάως επανερχόμαστε.

Όπως στο βουδιστικό Ζεν,που είναι και της μόδας
στα Κολωνάκια.
Νάμαστε και πάλι στην ακτή και αγναντεύουμε
την ιστορία του απέραντου ανοιχτού
πελάγου των ανθρώπων.
Εδώ στη γλυκιά θαλπωρή των γνώριμων πραγμάτων.


6 δισεκατομμύρια άνθρωποι,
6 δισεκατομμύρια όνειρα για μία και μόνη γη.
3 δισεκατομμύρια παιδιά,
3 δισεκατομμύρια εκδοχές για έναν μοναδικό κόσμο.
3 δις παιδιά… με τα ρολόγια τους σταματημένα
σε έναν άλλο χρόνο, (στον χρόνο της λευκής και αθώας,
άγραφης σελίδας). Παίζουν αποροφημένα, αγνοώντας
τον κίνδυνο των γραφιάδων, που καραδοκούν να μουτζουρώσουν
τις σελίδες. Με το μυαλό στραμμένο στην μοναδική άρνηση
του πένθους: Στο παιχνίδι.
Αφοσιωμένα τα σκασμένα, δίχως όρους, στο παιχνίδι τους,
γίνονται αυτόπτες μάρτυρες των πιο φανταστικών
περιστατικών.
Γίνονται ήρωες των πιο ανομολόγητων περιπετειών.
Με πειρατές και σμιλόδοντες, με ετεροδοντόσαυρους
και ληστές, με βασιλοπούλες και φαντάσματα,
με φράχτες και πράσινους αγρούς.
Παίζουν… Κι οι γονείς τους τα κοιτούν έκθαμβοι,
καθώς τα δικά τους φαντάσματα ριγούν και πέφτουν
φοβισμένα κίτρινα και θλιβερά, σαν φύλλα του Οκτωβρίου.
Καθώς παίζουν τα άτιμα, συντονίζονται, σχεδιάζουν
και χοροστατούν σε μια εκκωφαντική διακήρυξη-καταγγελία ,
κατά του οκνηρού πνεύματος και της δύσμορφης ψυχής,
κατά του καψερού ναρκισσισμού και της κακομοίρικης
ματαιοδοξίας, κατά των μακάβριων υποκατάστατων
της πραγματικής ζωής, κατά της βρωμερής «σάλτσας»,
στα έγκατα της οποίας σιγοβράζει κάθε ταπεινό συμφέρον,
ενάντια σε κάθε τζάμπα χαμένο καλοκαίρι,
ενάντια σε κάθε τι που φράζει το δρόμο προς την γλυκιά
ανταπόκριση του άλλου, ενάντια σε κάθε τι που χωνεύει
το παν μέσα σε ένα καζάνι νεκρής από καιρό εμπιστοσύνης.
Διότι μια και μόνο προϋπόθεση χρειάζονται τα παιδιά
για να συνεχίσουν απρόσκοπτα το παιχνίδι τους:
την εμπιστοσύνη.
Η γενικευμένη έλλειψη της, είναι πλέον ολοφάνερη,
σε τέτοιο βαθμό, και με τέτοιο τρόπο, ώστε δεν το παρατηρεί
και δεν το αντιλαμβάνεται κανείς.
Εν τέλει, μόνο παίζοντας «οικεί στ΄ αλήθεια ο άνθρωπος,
στη γης ετούτη…»


Ήξερε, λέει, όσο «ζούσε» να εμπιστεύεται και να μοιράζεται…
Να εκδύεται κάθε βεβαιότητας, και να αφιερώνεται
στο παιχνίδι. Τώρα οι λάβροι ατμοί του «κομμωτηρίου»
περιζώνουν και απομυζούν το κεφάλι της μαμάς,
και οι υψηλές συχνότητες της λεγόμενης «πραγματικότητας»
αποστεγνώνουν το φαλακρό κρανίο του μπαμπά.
Με ρηχή πομπώδη σιγουριά κάθονται
και άμα αποφάνε το σούσι τους...
αίφνης, μεταμορφώνεται η πλατεία Κολωνακίου
σε fitness βουδιστικό μοναστήρι, και ρωτάνε:
«Έφτασες στο Ζεν, ή ακόμα αγάπη μου;»
Και απαντάει η ηχώ τους:
«κάνω διάλειμμα για να δω Δρούζα,
και θα συνεχίσω μετά…Μπορώ;»
Και να φανταστείς, όταν ήταν μικρότεροι
τους «έφτανε ένα νεκρό σπουργίτι για να τους κάνει να πονάν».


Ακούω το τρεχαλητό των παιδιών μες στο σπίτι,
ημιθανής στον καναπέ.
Οι γυμνές πατούσες «πλατσουρίζουν» πάνω στο μωσαϊκό
και χτυπούν σαν ταμπούρλο τα σανίδια.
Κάποιες φορές με τσαντίζουν που κάνουν θόρυβο και δεν
μ΄ αφήνουν να ησυχάσω.
Άλλες φορές τα ψάχνω, σαν τον τυφλό με το λύχνο,
μέσα στο σκοτάδι. Σαν μέσα σε κάποιο ακαθόριστο, θολό,
σβησμένο απ΄ τα χρόνια όνειρο.
Αυτά είναι εκεί και τρέχουν. Μάλλον εγώ είμαι κάπου αλλού.
Βαστούν σφιχτά στο χέρι το πιο όμορφο καλοκαιρινό κοχύλι,
με την ίδια σιγουριά και αυταπάρνηση που θα βαστούσαν
τις τύχες του σύμπαντος στα χέρια τους.
Έτσι κοιτάν οι γονείς τα παιδιά. Σαν παρατεταμένα σήματα
μορς προς το μέλλον. Σαν αναβοσβήματα ασθενούς
φάρου στο πέλαγο, που "σημαίνουν" την υστεροφημία τους
στην επόμενη στεριά.(γενιά)
Αλλά, αυτό είναι μια ψευδαίσθηση,
από την οποία δύσκολα ξεφεύγεις.
Μια βολική αυταπάτη.
Τα παιδιά δεν είναι των γονιών τους,
είναι κυρίως του εαυτού τους.
Κι αν πρέπει ντε και καλά να είναι παιδιά κάποιων…
... τότε είναι ολονών.

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2007

λυρική ποίηση 2

Αγουροξυπνημένος μπαίνει κάθε χρόνο τέτοιον καιρό.
Πάντα αξιοπρεπής, δίχως δισταγμούς,
με ποικιλία ύφους, «φιλολογικός», «θεωρητικός»,
με ραφινέ επιθυμίες στην αρχή.
Δίχως σοβαρά γραμματικά και συντακτικά λάθη.
Σεμνός και ταπεινός, σαν προϋπολογισμός.
Εντός του, ενδημεί, μια συλλογή φρόνιμων παροιμιών.
Γύρω του θα περιστρέφονται «μελίσσι» οι μέρες.
Αγουροξυπνημένος μπαίνει κάθε χρόνο ο Οκτώβρης .
Κοφτερός και γρήγορος σαν πριονοκορδέλα, τελειώνει.
Χωρίς καλά-καλά να προλάβει να δώσει επίδομα θέρμανσης
στις ώρες του.