Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2007

Σώμα φτιαγμένο για έρωτα.

Ένθεν και ένθεν του τριθέσιου ρουστίκ καναπέος
κείτονται δύο γλάστρες με καλλωπιστικά φυτά.
Έναν φίκο και μια γαρδένια. Τα φύλλά τους θωπεύουν
τους γυμνούς ώμους και τα λευκά μπράτσα της νοστιμούλας
δεσποινίδος Ε.Σ.
Ο κος Κ. εξ απεναντίας , καθήμενος σε πολυθρόνα,
σετ με τον τριθέσιο καναπέ, τσιμπάει (κατά σειρά καταπόσεως)
καναπεδάκι, λουκανικάκι, γαρδουμπάκι,
συνοδεύοντάς τα με μικρές αλλά σίγουρες γουλιές Ballantine΄s.
Αποφεύγει εντέχνως να την κοιτά στα μάτια, ρίχνοντας
αγχωμένες ματιές στα βυζιά και στα μπούτια της.
Περιοδικά σκουπίζει με το μαντήλι του, τα σάλια του πόθου,
που απειλούν να διαρρεύσουν των άκρων των χειλιών του.
Ενώ ανάβει το εικοστό τρίτο τσιγάρο, εγείρει αίτημα
για ένα ακόμα ουισκάκι.
Οι, επί των τιμών, κυρίες σπεύδουν να ικανοποιήσουν πάραυτα
το δίκαιον του αιτήματος του.
Η νοστιμούλα Ε.Σ. χαριεντιζόμενη, δείχνει να το απολαμβάνει.
Ο Κ. στρέφει αλλεπάλληλες φορές το κεφάλι του δεξιά
και αριστερά, για να εισπράξει την επιδοκιμασία της ομήγυρης
(αν όχι το θαυμασμό) για το θάρρος που επέδειξε αιτούμενος
το φρεσκάρισμα του ποτού του.
Μια μικρή σιωπή που ακολουθεί , ανακόπτει προς στιγμή
τη δράση και επιβραδύνει δραματικά τον χρόνο.
Ο άλλος, ο κος Γ. , ένα κλικ πιο «αριστοκρατικός» τω τρόπω,
αλλά εξίσου λιγούρης δεν καπνίζει. Στέκεται όρθιος δίπλα
στην κουπαστή του τζακιού με το κεντητό σεμέν
και τις φωτογραφίες των προγόνων.
Πίνει λευκό «Χατζημιχάλη» και τσιμπάει που και που,
κάνα ντοματάκι Σαντορίνης. Δεν τολμάει να κοιτάξει
τα μπούτια της, όμως η λευκή επιδερμίδα των ώμων της,
τον συνεπαίρνει ομού, μετα των άλλων της συντροφιάς.
Και οι δικοί του σιελογόνοι αδένες παράγουν ασταμάτητα σιελομόρια,
τα οποία φροντίζει να καταπίνει πριν ξεχειλίσουν
της στοματικής κοιλότητας.
Η νεαρή Ε.Σ. αφελώς συνεχίζει να σκανδαλίζει, και επιμελώς
να επιδεικνύει τα θέλγητρα του ζουμερού σώματος της.
(δεν είναι τυχαίο άλλωστε που το «παρανόμι» της στην πιάτσα
είναι «εκλογικό Σώμα»).
Ο ιστορικός χρόνος, εν προκειμένω, σταματά.
Αναστέλλει τη ροή του μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου τρέχοντος έτους,
και υποκλίνεται ευλαβικά στα σιελομόρια των μνηστήρων,
τα οποία θυσιάζονται ομαδιδόν.

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2007

Ω! ΄συ υπέρτατη βροχή, σώσε μας.

Μαίνεται σφοδρή απόγνωση και κατακαίει
τις ηθικολογίες κάθε ηθικολογούντα δημοσιογράφου,
αποτεφρώνει τις πολιτικολογίες κάθε
πολιτικολογούντα πολιτευτή,
στάχτη κάνει τις παπαρολογίες
κάθε παπαραρολογούντα παπάρα υπουργού.
Η ζωή μας αφήνει συχνά γυμνούς,
αποθαρυμμένους και σιωπηλούς.

Το αιδοίο επί δεκαετίες χτενιζόταν
ενώ ο κόσμος καιγόταν. Κάθε χρόνο "ρίζα",
και κάθε τέσσερα "ξανθιές ανταύγειες".
Μοιραίως, δεν αντελήφθη την φωτιά
που εμαίνετο πλέον
έξωθεν της πόρτας του κομμωτηρίου.

"Απαγορεύεται η ρίψης δακρύων"
"Ντύσου και κολύμπα."

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2007

Ένας ευγενής βάρβαρος

Ο χειμώνας του 1923 προμηνυόταν βαρύς.
Οι κορφές είχαν ήδη ασπρίσει.
Σιγά –σιγά ο παγωμένος άνεμος στοίβαζε χιόνι όλο
και πιο χαμηλά στις πλαγιές του Σινιάτσικου.
Στο ακριβοθώρητο λημέρι του ο Λεωνίδας Ρέτζος έγλυφε τις πληγές
τις δικές του, και των ανθρώπων του. Επί μήνες φέτο,
μέχρι και τον περασμένο Οκτώβριο, τα αποσπάσματα
των χωροφυλάκων και οι ντόπιοι κυνηγοί κεφαλών
δεν λέγαν να ξεκολλήσουν από το κατόπι του.
Είχε λυσσάξει το γκουβέρνο στην Αθήνα να «τελειώνει»
μαζί του με μια παραδειγματική τιμωρία. Η επικήρυξή του
είχε φτάσει τώρα, ίσα που ΄βγαινε ο Δεκέμβρης ,
στις «850000 δραχμάς». Πρωτοφανές ποσό για την
τρέχουσα κυμαινόμενη αξία των κεφαλών,
στην κεφαλαιαγορά των ληστάρχων.

Οι φήμες στην περιοχή, για τις κινήσεις του Ρέτζου,
έδιναν κι έπαιρναν. Άλλοι λέγαν πως τον χάλασαν
οι σύντροφοι του και τον πετάξαν στα σκυλιά.
Άλλοι πως τον φαρμάκωσε μια σέρβα ψυχοκόρη του.
Άλλοι πως πέρασε τα σύνορα και πάει σε παιδικό του φίλο,
γνωστό ορεσίβιο ληστοτρόφο, στην Αλβανία.
Να «ανασυνταχτεί» και ανοιξιάτικα να ξαναμπεί.
Ο φόβος και ο τρόμος όμως των χωροφυλάκων,
ο όσιος των κατατρεγμένων, ο αμείλικτος τιμωρός κάθε
αυθαιρεσίας της εξουσίας, είχε αρχίσει να σαπίζει.
Το χτικιό του ΄τρωγε τα πνευμόνια, η δύσπνοια
του ΄φερνε απόγνωση και κατασπάραζε το κορμί του,
το φλεγόμενο κεφάλι του μάταια αναζητούσε τη γαλήνη στο ρακί.

Με μεγάλες προσπάθειες, τους δύο τελευταίους μήνες,
γυρόφερνε για να χάσουν τα ίχνη του. Πέρασε από τον
κάτω Όλυμπο και κινήθηκε Ελασσόνα-Δεσκάτη- Σέρβια.
Όξω απ΄ τα Σέρβια αναγκάστηκε να «κόψει» έναν δραγάτη
που είχε εντοπίσει τα ίχνη του. Προσέβλεπε ο ρουφιάνος
στην αμοιβή της κυβέρνησης, μα δεν πρόκαμε.
Μαγεύτηκε από το ύψος της αμοιβής και ξέχασε
να ζυγιάσει σωστά με ποιόν είχε να κάμει.
Μετά, ο Ρέτζος και η ομάδα του, πέρασαν νύχτα
τον Αλιάκμονα, κινήθηκαν προσεχτικά όξω απ΄τα Σιάτιστα,
και ύστερα από ατέλειωτες ταλαιπωρίες
γύρω απ΄ τα σλαβόφωνα χωριά της περιοχής, κατάφεραν
και έφτασαν στο Σινιάτσικο, ψηλά, να ξεχειμωνιάσουν.
Οι κάτοικοι στο κοντινό Μπλάτσι, το μοναδικό βλαχοχώρι
της περιοχής, γνώριζαν πως ο λήσταρχος κοιμόταν
μια ώρα δρόμο από τα σπίτια τους. Αλλά δεν τον φοβόταν.
Του ΄χαν εμπιστοσύνη. Ξέρανε ότι αναζητούσε την ησυχία του,
κι όχι καβγάδες.
Αλάργα τώρα από τα θρασίμια της χωροφυλακής
και τα «κοράκια» της περιοχής, θα ΄βρισκε απαντοχή στο
δυσπρόσιτο, κατά την περίοδο του χειμώνα, οροπέδιο.

Κείνο το βράδυ, ανήμερα Χριστούγεννα για τους νοικοκύρηδες,
είχε υποχωρήσει ο πυρετός του,
είχε μαλακώσει λίγο ο βήχας του. Οι νεότεροι φρόντιζαν
να του ΄χουν τη φωτιά αναμμένη και η Σεβαστή η γυναίκα του,
έφτιαχνε μαλακτικά, του ΄φερνε ρακί και τον σκέπαζε.
Όλα δείχναν πως τούτος ο χειμώνας θα περνούσε χωρίς
άλλες εκπλήξεις.Θα περνούσε με κείνη την περίεργη και δυσοίωνη
γαλήνη του κυνηγημένου. Με την σιωπή του χιονισμένου βουνού
να ποτίζει τα μηνίγγια και να βαραίνει γλυκά
τα βλέφαρα δίπλα στη φωτιά.
Μακριά λοιπόν, από τον κουρνιαχτό των φονικών,
το μίσος των διωκτών, την αγωνία της διαφυγής, και την πίεση
των «ανοιχτών λογαριασμών» ο Λεωνίδας Ρέτζος παλεύει
με τα εντός του στοιχειά. Που βάλθηκαν να τον φάνε από τα μέσα.
Όπως το σαράκι το πεσμένο δέντρο.
Το ξύλινο φτσέλι, άδειο από ρακί, είναι σφιγμένο ακόμα
στην δεξιά του παλάμη. Η μέγγενη των δακτύλων του το πιέζει
μέχρι συντριβής, ενώ ποιος ξέρει ποιά μάχη, ποιά συμπλοκή,
ξαναζεί μέσα στον ταραγμένο ύπνο του.

Στην είσοδο της χειμερινής κατοικίας του,
στο μάτι της «σπηλιάς του Ρέτζου» διεξάγονται χαμηλόφωνες
διαπραγματεύσεις. Κάποιος μουσαφίρης μόλις έφτασε
και θέλει να τον δει. Οι σκοπιές της νυχτερινής βάρδιας
φώναξαν την γυναίκα και τον γραφέα του, να επιληφθούν
της επίσκεψης, και να γνωμοδοτήσουν.
Τελικά βάλαν τον επισκέπτη μέσα, τον φίλεψαν
και του ΄πανε να περιμένει.
Θα ΄ταν 3 τα ξημερώματα όταν ο Ρέτζος ξύπνησε
και ζήτησε κι άλλο ρακί της Σεβαστής.
Του το πήγε και του είπε για τον νεαρό επισκέπτη
που από νωρίς το βράδυ έφτασε
, και ώρες τώρα τον καρτερούσε με υπομονή να ξυπνήσει.
Καιγόταν λέει να του μιλήσει.
«Κάνα νοικοκυρόπαιδο απ΄ το Μπλάτσι» σκέφτηκε ο ληστής,
«κυνηγημένο από τους χωροφύλακες, έμαθε
πως ο Ρέτζος είναι δω γύρω, έκανε την ανάγκη του φιλότιμο,
κι ήρθε να ζητήσει άσυλο και στρατολόγηση στην λησταρχία του…
λες κι οι ληστές στα βουνά τ΄ αλωνίζουν τ΄ αυγά…
κούνια που το κούναγε το ζωντόβολο…»

«Φέρτον!» είπε.

«Καπετάνιο, σε χαιρετώ και σου φιλώ το χέρι…»

«Και τί είμαι γω ρε γίδι, και μου φιλάς το χέρι…
δεσπότης για γούμενος..;»

«Τρεις μέρες περπατώ και τρέχω στον κάμπο καπετάνιο,
κι ύστερα στο βουνό…από το Ζάρκο, όξω από τα Τρίκαλα
έρχομαι για σένα. Με στείλαν να σε βρω να σου μιλήσω.
Με στείλαν οι παλιότεροι, που γνωρίζουν το φιλότιμο
και τη μπέσα του Ρέτζου...
από τότε ακόμα, όταν στον κάμπο ξεσηκώθηκαν οι κολίγοι,
πριν από δεκατρία χρόνια.
Και συ τότε, μόνος και πρώτος απ΄ όλους
τους καπεταναίους του βουνού, σύντρεξες
και χτυπήθηκες με τα καρακόλια και
τον στρατό που φέραν με τραίνα
από την Αθήνα,
και τους κουμπουροφόρους των τσιφλικάδων…»

«Και που τα ξέρεις συ όλα αυτά μπρε ψωρόγιδο…
θα χες δεν θα χες γεννηθεί…»


«Μου τά ΄χουν πει οι γονιοί μου, καπετάνιο…
οι πρώην κολίγοι, από μικρά μαθαίνουν τα παιδιά τους
για το «ξεσήκωμα» τους, για το δίκιο τους,
για τον καπτα-λεωνίδα Ρέτζο…»

«Και θυμηθήκατε κι είπατε να μου στείλετε ρακί και ψωμί,
μην και ψοφήσω από το κρύο δω πάνω..;
Μήνυσε τους πως δεν σας έχω ανάγκη…
Ή μπας, ρε ζωντόβολο, και σ΄ όρισαν «λαγό»
τα μουνόσκυλα της χωροφυλακής για να ξετρυπώσεις τον λύκο..;»

«Τι λες καπετάνιο ; Τι ανάγκη έχεις εσύ απ τα χαϊβάνια
και τους κιοτήδες του κάμπου…
Δεν ήρθα να σου προσφέρω…να σε παρακαλέσω ήρθα...
να σου ζητήσω ήρθα… αβόηθειο θέλουμε.
Τα τσιφλίκια παίρνουν πάλι κεφάλι, και οι φουκαράδες
χάνουν πάλι τη γη απ΄τα χρέη. Τη γη που και συ βοήθησες
να μοιραστεί σ΄ αυτούς που την δουλεύουν και την πονάνε.
Το γκουβέρνο, βάνει πάλι στρατό και χωροφύλακες…
να επιβάλουν λέει την τάξη.
Να διώξει του ψωραλέους αγρότες απ΄ τη γη τους.
Τους την «δικάζει» ο δικαστής στη Λάρισα και στα Τρίκαλα,
για χρέη λέει. Ποιά χρέη; Τούτοι οι φουκαράδες
τους δίνουνε εν λευκώ όλο το γέννημα
και περιμένουν τα συμφωνημένα. Όλο με ψευτιές
μετά, τους γελάνε πως τάχα δεν έπιασαν τιμή…
πως τάχατες δεν ήταν της προκοπής ο καρπός…
και πως έρχεται φτηνότερο και καλύτερο πράμα
με βαπόρι από το μπρίντιζι…»


«Βάστα μικρέ…πήρες φόρα…
Τι «γομάρια» έχω γω να ανακατεύομαι με τα δικά σας
τα χωράφια και τα χρεωστικά σας;
Ποια διαολοστραβωμάρα σας ήρθε στα κούφια τα κεφάλια σας,
και κουβαλήθηκες να μου μηνύσεις για το τί τραβάν οι πρώην κολίγοι..;
Χέστηδες μια ζωή… που τους γαμάει πότε ο τσιφλικάς…
και πότε ο χωροφύλακας…
Έτσι ήταν και έτσι θάναι…Δεν σας τα λέει κάθε Κυριακή
ο παπάς κι ο δέσποτας στην εκκλησία;
Ο θεός σας, σας έταξε κει που είστε…γίδια!»

«Δεν είναι έτσι καπετάνιο και να με συμπαθάς…
συ τα λες αυτά που δεν υπάκουσες
και δεν «στάθηκες» ποτέ μπρος σε κανέναν………;»

«Κι αν δεν υπάκουσα δικός μου λογαριασμός.
Για λόγου μου δεν στάθηκα…
κι όχι για θκιά σας χάρη ,ζωντόβολα.
Για τούτο βρίσκομαι χειμώνα καλοκαίρι
δω πάνω, και γυρνάω με τα αγρίμια.
Σαν τι ναχω γω μπρε, μ΄ αυτούς που σας κλέβουν;
Κλέβουν για νάχουν…Να χω να κλέβω γω μετά.
Σαπίζω εδώ πάνω μοναχός μου…να σώσω το σκατοκέφαλο μου.
Τα δικά σας τα σκατοκέφαλα δεν με νοιάζουν…
Σύρε και πες σε κείνους που σε στείλαν πως
ο Ρέτζος ψοφάει όπου νάναι.
Κουράστηκε και δεν μπορεί…Και να μπορούσε δεν θα θελε…
Και να θελε, δεν θα συνέτρεχε…Γιατί ούτε και εσείς αλήθεια το θέλετε…
Κάτσε, φάε, πιές, κοιμήσου, ξεκουράσου και τσακίσου με το καλό…
Δεν είναι δω για σένα…
Δεν είστε εσείς για μένα..!"

(Στα πρότυπα που εισήγαγε η αγαπητή c. dolly, επιχείρησα να
διαβάσω το All along the watch tοwer του Bob Dylan,
πολύ φοβάμαι ότι εν τέλει μου βγήκε το "Χώμα βάφτηκε κόκκινο"
του Ν. Φώσκολου. Χρωστούσα άλλωστε μια τιμητική αναφορά
στο όμορφο Μπλάτσι).

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2007

ΑΜΟΡΓΟΣ 7


"...έτσι του αρέσει κάποτε και του ήλιου να γελάει
μην τύχει και γεράσει κλεισμένος μέσα στο φως."
Γιάννης Ρίτσος



ΑΜΟΡΓΟΣ 6



Μυρίζει αλάτι και αίμα θηλυκό στους ξαναμμένους νάρδους της ακτής
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

ΑΜΟΡΓΟΣ 5

Πεθαίνουν τα κλαριά απ΄αγάπη
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (Στον Λόπε δε Βέγα)


ΑΜΟΡΓΟΣ 4



Ξέρει ο ήλιος. Κατεβαίνει μέσα σου να δει.
Οδυσσέας Ελύτης

ΑΜΟΡΓΟΣ 3




κι οι άνθρωποι μπλέκονται στα δίχτυα των αχτινών
και τρεκλίζουν σαν πρωτόβγαλτα πουλιά...
Γιάννης Ρίτσος

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2007

ΑΜΟΡΓΟΣ 2


Αφού έφτασε στο γραφείο ξέσφιξε τη γραβάτα
Και κατευθύνθηκε στο κουζινάκι να ψήσει έναν βαρύγλυκο.
Δίχως να φοβάται την περίπτωση βιαίας
αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς,
κοιτά τώρα έξω από το παράθυρο.

Έκρυβε από καιρό μια κάμερα στα μάτια,
δια παν ενδεχόμενο.
Για το ενδεχόμενο μιας αναπάντεχης ονειροπόλησης.

Μπας και συλλάβει δηλαδή, κάτι
πέρα απ΄ την απτή φανέρωση των μορφών.
Μπας κι ανιχνεύσει την ισχυρή ενδόμυχη
αναλαμπή της σημασίας,
που θα του προσπορίσει τα «μέσα» της ζωής του.

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2007

ΑΜΟΡΓΟΣ

Παίρνω ανάσα και βουτάω…παίρνω αμπάριζα και βγαίνω.

Πρόλογος..;
Πρόλογος δεν υπάρχει.

Κυρίως θέμα..;
Κυρίως θέμα δεν υπάρχει…ως συνήθως.
Δημιουργείται, εξελίσσεται μοναχό του.
Βιώνεται στο δρόμο, στο πεζοδρόμιο, στη διαδρομή.
Μιλάω ασύστολα με υπονοούμενα, με υπαινιγμούς κάργα,
με σπόντες, με καρφιά, με μπετονόκαρφα, προς πάσα κατεύθυνση.

Ένας βλόγερ μπορεί να θυσιαστεί στη μανία της συμμετρίας.
Μπορεί ελεύθερα νάναι πρεσβύωψ, να βλέπει δηλαδή όσα
μάκρυναν, κι όχι όσα ζύγωσαν.
Μπορεί ελεύθερα να πάσχει από δαλτονισμό,
ή από ακατάσχετη λογοπαιγνιολογία,
ή από άσχετη εξομολογητικότητα.
Μπορεί να στερείται οποιασδήποτε αυτόνομης αξίας.
Μπορεί η εμμονή του στην «αποτελεσματικότητα»,
να έχει ναρκώσει την φαντασία του.
Δυνάμει, ή εν ενεργεία, συγγραφεύς-κειμενογράφος,
έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να υποδύεται την ωραία κοιμωμένη,
ή να «υπαινίσσεται» έναν κοιμώμενο δράκο,
που κάποτε εκστατικά θα τον θαυμάσει ο εκδοτικός κόσμος
να βρυχάται και να εκπέμπει σπινθήρες, καπνούς και φλόγες
στα ταλαιπωρημένα μούτρα των αδίστακτων αναγνωστών του.
Ένας βλόγερ ακόμα κι αν έχει εγκλιματιστεί στην αποτυχία
(λιγότερο από δέκα σχόλια ανά πόστ),
και δεν έχει καβατζάρει τα 30 έτη, προλαβαίνει να απαγκιστρωθεί
και να διαφύγει της κατάθλιψης.
Εάν τα χει περάσει (τα 30) τότε μπορεί χωρίς τύψεις
να απολαμβάνει την καταδίκη του να αμφιρρέπει μεταξύ
ενός φλύαρου βερμπαλιστικού συμβολισμού,
ή ενός αφοριστικού ρομαντισμού.
Ή, τέλος πάντων, όπου αλλού του κάνει κέφι.
Όπως και να ΄χει, η μονομανία, η κατάθλιψη,
η αυτοχειρία πιθανότατα πλέον να μοιάζουν μονόδρομος.
Δεν είναι όμως.
Το «Πούλιτζερ» κάπου στο βάθος παραμονεύει.

Είναι πολλά που συμβαίνουν γύρω μου ,
τα οποία αδυνατώ να τα διαχειριστώ ικανοποιητικά.
Γλιστράνε σαν την άμμο μέσα από τα δάχτυλα.
Καμιά φορά στήνω έναν χορό ένοχης σιωπής γύρω τους.
Τα κοιτώ και δεν μιλώ.
Μπουκώνομαι σαν να μασάω χαλίκια,
και δεν «κατεβαίνουν» με τίποτα από τον οισοφάγο.
Ενίοτε όμως αποδεικνύονται χρήσιμα.
Είναι χρήσιμα για να καταγράφεται το μέτρο της «επίτευξης»,
ο βαθμός προσπέλασης του ορίζοντα.
Είναι χρήσιμα για να μη μας απελπίζει
ο «ορίζοντας του ανέφικτου» που πάντα απλώνεται μπροστά μας.
Διότι το ΄χουν αυτό οι ορίζοντες. Είναι ανέφικτοι.
Μετακινούνται διαρκώς παραπέρα,
όσο επιχειρούμε να τους ζυγώσουμε.
Τι διαολο-ορίζοντας θα ταν άλλωστε αν παρέμενε ακίνητος,
εύκολη λεία για κάθε Δον Κιχώτη;
Παρ΄ όλα αυτά, κρίνεται προνομιούχος ο πάσα ένας
ευψώνιστος Δον Κιχώτης, ο οποίος, όντας έχων ορίζοντες,
τους επιδιώκει και τους κυνηγά.
Διότι δίχως αυτούς, δεν θα ταν τίποτα, παρά μόνο
ένας αχρείος μεσο-ευδαιμονιστής, ένας μικρο-ευζωιστής,
ένας Σάντζο Πάντζα της σειράς.
Έρμαιο κάθε ευκολοκατάκτητου, ακίνητου ψευτορίζοντα.
Οι ορίζοντες λοιπόν, τα όνειρα και οι ουτοπίες, αποτελούν
τους μοναδικούς χρήσιμους και «ρεαλιστικούς» στόχους.
Σε βοηθούν κατά κάποιο τρόπο να «ξέρεις τί σου γίνεται».
Αρκεί μόνο να μετακινούνται διαρκώς.
Εν τέλει πρέπει να είναι αρκούντως «ανέφικτοι»,
για να είναι ικανοποιητικά «ρεαλιστικοί».
Γιατί, το να «επιδιώκεις» μια πολυτελή μεζονέτα
με πισίνα στην κατακα(η)μένη Πεντέλη,
και ένα τρίλιτρο ακριβό SUV όχημα, για να το στολίσεις
μπλε πλαστικά σημαιάκια κατά την επικείμενη
προεκλογική «φιέστα», δεν λέω, είναι ένας στόχος,
ένα όνειρο, ένας ορίζοντας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι «ξέρεις και τί σου γίνεται».
Παίρνω ανάσα και βουτάω…παίρνω αμπάριζα και μπαίνω.

ΥΓ. Το παρόν πόνημα αποτελεί αμάχητη απόδειξη περί
της οφελίμου αξίας των διακοπών.
Το ενεπνεύσθιν κοιμώμενος και άρτι αφιχθείς εκ διακοπών.
Ονειρευόμουν ότι άλλαζα τον κόσμο,
ξυπνώντας διαπίστωσα
ότι άλλαζα κανάλια με το τηλεκοντρόλ.