Σάββατο, 31 Μαρτίου 2007

ΙΣΤΟΛΟΓΙΣΜΟΙ (απειροστικός ιστολογισμός)*

1

Όστις ιστολογάται ελεύθερα,
ιστολογάται καλώς.

2

Τα παιδία παίζει. (Αττική σύνταξη)
Οι γέροι πεινάει. ( Σύνταξη του ΙΚΑ)
Οι βλόγερς ιστολογίζει. (Πλήρης ασυνταξία)

3

Κι άμα φτωχό το βρεις,
το ιστολόγιο δεν σε γέλασε.
Το ιστολόγιο σου ΄δωσε
το ωραίο ταξίδι.

4

Η τεχνητή νοημοσύνη του ιστού
δεν ημπορεί να καταβάλει
την φυσική ηλιθιότητα
ενός ιστολόγου.

5

Δυστυχής ο ιστολόγος
το μυστικό του οποίου,
ουδείς ενδιαφέρεται να ανιχνεύσει

6

Ακόμα και μια κοινωνία ιστολόγων
είναι ταξική.
Ένας μεγαλοαστός ηλίθιος ιστολόγος,
θεωρείται απλά μεγαλοαστός.
Ένας φτωχός ηλίθιος ιστολόγος,
θεωρείται απλά ηλίθιος.

*(Απειροστικός λογισμός είναι ο κλάδος των μαθηματικών
που ασχολείται με την σύγκλιση των ορίων,
και ειδικότερα με την διαφορισιμότητα και
ολοκληρωσιμότητα , των συναρτήσεων πραγματικών αριθμών.
Απειροστικός ιστολογισμός είναι εκείνος ο κλάδος
της διαδικτυακής επικοινωνίας που ασχολείται
με την απόκλιση των ιστολογίων από τα όρια τους.)

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2007

Ζόμπε, πού πας..;

"Ο Ζόμπος εν Λιτοχώρι"
--------------------------
(Μονωδία-θρήνος επί τη δυστυχεί παρολύμπια πολύχνει)
(Ήχος πλάγιος του Δευτέρου)
 
Αγέρωχος και αυστηρός τω τρόπω
αφίχθει ο Ζόμπος
εις εν Λιτοχώρι θώκω.
Κράτιστος, ύπουλος, φονίσκος και οργίλος
επεριπλέχθηκε εις την πόλη μας
αδήλως.
Τέσσερις μήνας κόβει βόλτες,
όλος ζόφος,
πολυορκώσιν τας οικείας
εν το σκότος.
Ω, πόλις,
πού νυν σου, η ευπρέπεια
το κάλλος, η ωραιώτις;
Ω, πόλις, ακορέστως εντρυφείς
στην "δολιότις".
Νυν, η κατήφεια επέπληξεν την πόλιν.
Θρηνεί και πέμπει κοπετούς
όλη η αγέλην.
Μοιραίως έφτασε το χτένι 
επί του κόμπου.
Ου γαρ, η όρεξις εξέλειπεν
του Ζόμπου.
Μασάει σκύλους, γιους,
όνους και αίγες,
και επιπροσθέτως
ατιμάζει τις κοπέλες.
Περήφανα βλαστήματα, 
τρώγει νοικοκυραίων,
της ερημώσεως βδέλυγμα,
ο "Ζόμπος των Ορέων"
Θρηνώ σε, πόλη μου λαμπρά
και κλαίω μετά φόβου
πώς έπεσες, πώς κύλησες,
στην αγκαλιά του Ζόμπου.
 (υπό Κωνσταντίνου διακόνου του Ευγενικού, 13ος αι.)  

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2007

Αγαπητό μου ζομπολόγιο...(ή το πρώτο ζόμπι ιστολόγος)

Ι

Αγαπητό μου ζομπολόγιο, βάλθηκα σήμερα να πω
αυτά που χρόνια με κρατούν αιχμάλωτο .
Και θα τα πω έστω και με μουτζούρες, κηλίδες,
και σκαριφήματα.
Δεσμώτης μέσα στις αράδες των γραμμάτων.
Τεχνίτης των επαναλήψεων.
Μέγας μάγιστρος των παραμορφώσεων.
Βιρτουόζος των κατεδαφίσεων.
Πηγαινοέρχομαι μέσα στις λέξεις
που μόλις λεχθούν χάνονται.
Μέσα σε μια άνετη και κατοικήσιμη αιώνια κατάρρευση.
Ύπουλα σιγοβράζεις μέσα μου «ανθρώπινη ύπαρξη».
Παλεύεις κι αγκομαχάς να βγεις στην επιφάνεια
και να αυτοπροσδιοριστείς. Μηχανεύεσαι ένα σωρό
τρυκ και ταχυδακτυλουργίες για να με πείσεις…
Απομυζείς και την τελευταία ικμάδα μου
για να πείσεις τον εαυτό σου (εμένα δηλαδή)
ότι είσαι κάτι εξαιρετικό. Αλλά δεν θα σου γίνει το χατίρι…
Στο λέω μια και καλή…για να τελειώνουμε…
Είμαι ένα ζόμπι.

ΙΙ

Τι είναι όμως ένα ζόμπι;
Πώς να συλλάβει κανείς την ουσία του;
Πέρα από την απτή φανέρωση αυτής της ελεεινής μορφής,
με το τελετουργικό βηματισμό, τα ημισηκωμένα και
προτεταμένα στο ύψος του στήθους χέρια,(όταν υπάρχουν),
τους σαπισμένους ιστούς, τις ρημαγμένες κόγχες των ματιών,
τ΄ άντερα που κρέμονται από την ανοιχτή κοιλιακή χώρα,
τα σκουλήκια που μπαίνουν από τα ρουθούνια
και βγαίνουν από τα αφτιά….
Πώς μπορεί κανείς να διακρίνει την ενδόμυχη ισχυρή
αναλαμπή της «σημασίας» του; Πώς;
Ο ζομπισμός έχει μια εγγενή δυσκολία.
Είναι πρακτικά αδύνατο να οριστεί με την τυπική
καθιερωμένη λογική. Η χρήση των λεξικών σ΄ αυτή
την περίπτωση δεν θα μας βοηθούσε ιδιαίτερα .
Κάποιοι τον ορίζουν ως «ύπαρξη». Κάποιοι ως «ανυπαρξία».
Κάποιοι ως μια κατάσταση που εντοπίζεται
στο μεταίχμιο ύπαρξης και ανυπαρξίας.
Το πρόβλημα μέχρι τούδε δεν έχει βρει οριστική λύση.
Αντιθέτως έχει δημιουργηθεί μια έντονη σύγχυση ,
αφού τα πάμπολλα δεδομένα των κατά καιρούς παρατηρήσεων,
ενισχύουν πότε την μια, και πότε την άλλη θεωρία.
Πολλοί συγχέουν τον ζομπισμό με τον βρυκολακισμό.
Άλλοι πάλι με τον λυκανθρωπισμό. Η ζομποσίνη όμως είναι
κάτι πέρα απ΄ αυτά.

ΙΙΙ


Κάνω τώρα τον απολογισμό μου,
καθώς η μέρα σιγά-σιγά φεύγει.
Αναλογίζομαι πως ίσως έκανα λάθος που παράτησα
μια λαμπρή καριέρα στον κινηματογράφο
για να γίνω το πρώτο ζόμπι ιστολόγος (ζομπολόγος).
Οικτίρω τον ημιθανή εαυτό μου
που αφέθηκα και απώλεσα αμαχητί τις φιλοδοξίες
και τα όνειρα μου.
Αλλά ποτέ δεν μου εμπιστεύτηκαν έναν πρώτο ρόλο.
Θυμάμαι την τελευταία αξιόλογη συμμετοχή μου
στο έπος «Τα ζόμπι δεν είναι χορτοφάγα»…
Ανακαλώ στο νεκροζώντανο μυαλό μου, τις δημιουργικές
εκείνες μέρες. Βλέπω και ξαναβλέπω την επαγγελματική
δουλειά,στην οποία με τόσο μεράκι
συμμετείχαμε, όλοι οι συνάδελφοι.
Καμαρώνω κρυφά διαπιστώνοντας ξανά και ξανά
την λιτή και περιεκτική ερμηνεία μου.
Θαυμάζω την διατρητική ένταση των πλάνων.
Πόσους και πόσους θεατές δεν τρόμαξαν και συντρόφεψαν,
δίνοντάς τους μια μοναδική ευκαιρία να σκεφτούν
πάνω στα θεμελιώδη ζητήματα του κυρίως ειπείν ζομπισμού.
Πόσες ελπίδες δεν είχαν γεννηθεί μέσα μου;
Και μετά σιωπή. Μόνο κάτι ρολάκια-περάσματα.
Ένας ακόμη από το πλήθος των ζόμπι-κομπάρσων.
Και αργότερα ακόμη χειρότερα. Αναγκάστηκα να κάνω
τον βοηθό φροντιστή για ένα μεροκάματο.
Και τί μεροκάματο; Του τρόμου.
Ήμουνα το «αντικείμενο» για να ικανοποιώ
κάθε ανώμαλη ιδιοτροπία του σκηνοθέτη, του οπερατέρ,
του παραγωγού…
«Μικρέ καφέ…», «Ζόμπε πετάξου στο περίπτερο για τσιγάρα…»
«Ζόμπε νερό…» «Ζόμπε ξύσε μου την πλάτη…» κτλ κτλ.
Και έτσι τα βρόντηξα κάτω κι έφυγα.

ΙV

Τώρα κοιτάω προσεκτικά τον ορίζοντα.
Το ζόφος σιγά-σιγά υποχωρεί και ξαναβλέπω τον μελλοντικό
και διαρκή θάνατο μου, πάλι με αισιοδοξία.
Ευθυγραμμίζω φράσεις στο ηλεκτρονικό μου ζομπολόγιο,
που εκτυλισόμενες ανοίγουν διάπλατα έναν νέο δρόμο,
προς ένα τέρμα προσωρινά οριστικό.
Οι φράσεις διασκορπίζονται ευτυχείς,
όπως τα κομμάτια του άβιου κορμιού μου.
Και ονειρεύομαι την άλλη πλευρά…
Την πλευρά των αναγνωστών μου.
Εκεί όπου, κάποια ζευγάρια μάτια διαβάζουν
αυτά που γράφω.
Και διαβάζοντας τα, τα σβήνουν. Τους ευχαριστώ.


Τρίτη, 20 Μαρτίου 2007

Η απολέπισις των ελπίδων ενός αιτούντος.

Είχε ένα κουβάρι από αγωνίες στο στήθος του,
που τις έθρεφε μια βδομάδα τώρα.
Θα ταν καμιά ώρα που περίμενε στην αίθουσα αναμονής,
ξεφυλλίζοντας ένα παλιό τεύχος του περιοδικού «ΓΥΝΑΙΚΑ» .
Συγχρόνως, με το αόρατο στηθοσκόπιο του,
αφουγκραζόταν τους τοίχους.
Αίφνης ηκούσθη η γλυκιά φωνή της γραμματέως:
«Ο κύριος "Θ" παρακαλώ να περάσει.»
Με επίσημο βηματισμό προχώρησε και εισήλθε
στον θάλαμο απολέπισης,
κλείνοντας πίσω του την πόρτα.
«Αγαπητέ κύριε "Θ", εις ποία ομάδα ζωδίων ανήκετε;»
τον ρώτησε η γραμματεύς σκυμμένη στα χαρτιά της.
« Το ερώτημα σας μήπως κρύβει κάποια παγίδα.»
«Σας βεβαιώ, ουδεμία»
«Α, ωραία. Εις αυτά του αέρος θαρρώ.»
«Ιέραξ… να υποθέσω…»
«Όχι… Flying Dolphin »
«Διακρίνω μια εμμονή εις τις υψιπετείς αναζητήσεις».
«Γιατί το λέτε αυτό..; θα έπρεπε να ανησυχώ..;»
«Αφήστε τα…ίσως δεν θα πρεπε…
αλλά ας προχωρήσουμε στα κυρίως ειπείν ζητήματα
που μας απασχολούν…»
«Ας προχωρήσουμε λοιπόν.»
«Κύριε "Θ", λαμβάνω την τιμή να σας ενημερώσω,
εκπροσωπώντας την επιτροπή κρίσεων ότι,
κατόπιν ενδελεχούς έρευνας και λαμβάνοντας υπ΄όψιν τα δεδομένα,
είμαστε στην δυσάρεστη θέση να σας ενημερώσουμε
πως το αίτημα σας δεν γίνεται αποδεκτό.»
«Μπατ… γουάι μαδεφάκες?»*
ανέκραξε (δικαίως ή αδίκως ουδείς γνωρίζει)
«Διότι προφανώς, η επιτροπή δεν έκρινε τον κώλο σας,
αρκούντως επιδέξιο».
«Οφείλω τότε να ρωτήσω με τη σειρά μου…
εις ποία ακριβώς τεστ επιδεξιότητας ένας κώλος
κρίνεται και δοκιμάζεται, για να πιστοποιηθεί η επάρκεια του
και να κριθεί άξιος, ώστε να του παραχωρηθεί
το δικαίωμα να ενδύεται μεταξωτά βρακιά;»
«Τι να σας πω…άγνωσται αι βουλαί της επιτροπής.»
«Δηλαδή, φέτος πάλι ξεβράκωτοι θα την βγάλουμε.»
«Φοβάμαι πως ναι…λυπάμαι…
ίσως…αν κάνατε μια αίτηση στην επιτροπή βαμβακερών…».

(*) Εδώ ο συντάκτης κάνει μια τιμητική αναφορά στον kplso.

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2007

Ποτέ ένας μονόλογος δεν είναι εξ ολοκλήρου μονόλογος.

« Μια απέραντη αλληλεγγύη πεθαμένων και ζωντανών»
(Γιώργος Σεφέρης)
Να ένας ορισμός του ποταμού της ανθρωποζωής
πάνω σε τούτον τον πλανήτη.
Ω!, καψαλισμένη από τον πυρετό, ανθρώπινη μάζα.
Συμπίλημα από κορμιά και επιθυμίες.
Είσαι ένα πυρακτωμένο σίδερο στη σκιά μιας καρυδιάς,
της οποίας η φρενιτιώδης φυλλωσιά
πάλετε στη μέση ενός απέραντου αμπελώνα.
Σύμμεικτη βουή που σέρνεται αργά στο απόκρημνο μονοπάτι.
Η μαρμαρυγή και το αναβόσβησμά σου,
φωτίζει σαν αδύναμος λύχνος.
«Τι καταλαβαίνουν οι ποιητές από ποίηση…;»
λέει ένας με έγνοια και στοργή για τους άλλους,
χωρίς βεβαίως να απαιτεί μιαν απάντηση.
«…έτσι κι αλλιώς οι μέρες φεύγουν καταδιωκόμενες
από τον χρόνο…» λέει ένας άλλος.
Και ένας τρίτος συμπληρώνει:
« …οι μνήμες όμως αντιστέκονται σθεναρά…»
Κάπως έτσι, φαινομενικά αδιάφορα,
και χωρίς ξεκάθαρους στόχους ξεκίνησες.
Περπατώντας στο πλευρό φίλων, συγγενών,
γειτόνων και γνωστών.
Πλάι σε πεθαμένους και σε κείνους
που δεν γεννήθηκαν ακόμη.
Είσαι ένα υποσύνολο ενός αόρατου πλήθους.
Η πορεία σου είναι εγγεγραμμένη στο ημερολόγιο των ετών.
Διαβαίνεις τους αιώνες περπατώντας στο δρόμο
που καταργεί τους καιρούς.
Τον δρόμο αυτό τον ξεκίνησες αύριο,
και φτάνεις χτες.
Αυτά για σήμερα.
Πάμε για ρακές και τσίπουρα τώρα.

ΥΓ: κι όλα αυτά διότι χτες μια συνομήλικη ξαδερφούλα μου
αποχώρησε ταλαιπωρημένη και ακρωτηριασμένη
για το πουθενά, μακριά εκεί στη Νέα Υόρκη.

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2007

Οι 7 ταινίες-σαμουράι


Τα όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται (Σέρτζον Ντραγκίλοβιτς)

Φρίντα (Τζούλι Τέιμορ)

The Others (Αλεχάντρο Αμπεναμπάρ)

Τί έκανες στον πόλεμο Θανάση; (Ντίνος Κατσουρίδης)

Οχτώβρης (Σεργκέι Αιζενστάιν)

Ο Τσάρλι και το εργοστάσιο σοκολάτας (Τίμ Μπάρτον)

Οι εφτά σαμουράι (Ακίρα Κουροσάβα)

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2007

Διαχειριστής λαθών

Εις την ευτυχήν εκδρομήν και εις την ευτυχεστέραν
εν γένει συναναστροφήν, εσυλλογιζόμην πλήν άλλων,
το ευγενές κάλεσμα της εριτίμου Κομποζίσιον Ντόλεος
και την ευχαριστώ δι΄αυτό.
Ήγγικεν γάρ η ώρα να εξιστορήσω, εξιλεωτικώς και εντόκως,
ένα ενύπνιον και ενδογενές όραμα. Απ΄ αυτά τα κοινά τινά, που
ενδημούν εντός μας.
Στη σημερινή διήγηση μας λοιπόν, ο ήρωας μας
με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, ως δρομέας ημιαντοχής,
διατρέχει την ανεμελιά της πρώιμης ωριμότητας του,
παρά το ότι τον ταλαιπωρεί ένας επίμονος βήχας,
…παρά το ότι τελευταία υποφέρει από μια φλεγμονή
των ακουστικών τυμπάνων.
«Λες να κρύωσα…μπα, απ΄τα τσιγάρα θάναι…»
Καλού κακού ρίχνει ένα πουλοβεράκι στους ώμους.
Ρίχνει και τα ζάρια που του προσφέρει η τύχη .Τα συχνά
ασσόδυα γενικώς δεν τον πτοούν. Αντιμετωπίζει τα όνειρά του
ως λαχεία συντακτών. Και παίζει κορώνα γράμματα τις μέρες του.
Διατηρεί στη ντουλάπα του ειδική κρεμάστρα αποτυχιών.
Μεθοδικός και αμετανόητος τυχοδιώκτης,
κρεμάει εκεί κάθε άστοχη προσπάθεια. Μανιακός και
σχολαστικός γυναικοκατακτητής, (αλλά από καλή
οικογένεια του κέντρου), τυγχάνει ευπρόσδεκτος
σε πνευματικούς κύκλους, σε ερωτικά τρίγωνα
και σε οβάλ τραπεζώματα Σκουντουφλά παρασυρμένος
από πάθος και φλόγα, και είναι ήδη έτοιμος…
Έχει ήδη αρχίσει να πουλάει… για να κερδίσει τον κόσμο…
Μέχρι τα επτά του χρόνια, τον χαρακτήριζε μια ιδιαζόντως ειδεχθής
ωριμότητα. Ήθελε να γίνει θηριοδαμαστής σε τσίρκο.
Επτά με δεκατέσσερα, έβαλε νερό στο κρασί του,
και αποφάσισε να γίνει αεροπόρος. Από τα δεκατέσσερα
ως σήμερα σταθερά, δημοσιογράφος.
Η δημοσιογραφία όμως τελευταία δεν καταδεχόταν να του ρίξει
ούτε μια ματιά. Μόνο στην αρχή, στην πρώτη-πρώτη τους
συνάντηση, αφού χαιρετηθήκανε, γνωριστήκανε,
χορέψανε σε ένα πάρτυ ένα «αγκαλιαστό» βαλσάκι.
Όλα βαίναν κατ΄ ευχήν…
Όταν όμως της πρότεινε να την πάει από το σπίτι ,
εκείνη τον έφτυσε και έφυγε με άλλη παρέα.
Τελευταία είχε συνειδητοποιήσει ότι, ουδείς εκ των λιγοστών
εν δυνάμει συναδέλφων του, δημοσιογράφων,
και ουδείς επίσης εκ των ανύπαρκτων προς το παρόν,
αναγνωστών του, πενθούσε για την απουσία του από τον «χώρο».
Η ίδια δε, η δημοσιογραφία , λίγο στεναχωριόταν
(έως που αδιαφορούσε) που στερούνταν των υπηρεσιών
και του ταλέντου του.
Ο ήρωας μας, τεντώνει το σκοινί,
καθότι οξύνους και εφευρετικός,(έτσι τουλάχιστον νομίζει)
και αναζητά την Δόξα ( μακρινή του ξαδέρφη από τη Βέροια).
Η Δόξα βιτσιόζα, πλούσια, τσιγκούνα και ζηλότυπη καθώς είναι,
φτάνει στο σημείο να τον αποκαλέσει χαζό, για να τον ξεφορτωθεί.
Ματαίως η γριά μάνα του τον παρακαλούσε γονατιστή
και τον συμβούλευε να σηκωθεί το πρωί, μόλις η αυγή ροδίσει,
και να πάει στην Λάρισα να συναντήσει την θεία του την Φώτιση.
Η οποία τον αγαπάει πολύ, και ο κάμπος ολάκερος
την γνωρίζει και την σέβεται. Ο ίδιος αρνούνταν πεισματικά,
ως που κάποια μέρα τυχαία,
την συναντά Τσιμισκή και Καρόλου Ντήλ Γωνία να ψωνίζει παπούτσια..
«Καλησπέρα Θεία Φώτιση… ο Τηλέμαχος είμαι…δεν με θυμάσαι;»

Ο επίμονος βήχας εξακολουθεί να τον ταλαιπωρεί,
αλλά η φλεγμονή των ακουστικών τυμπάνων πήρε να υποχωρεί.
Παρασκευή απόγεμα, και δεν είχε σκοπό να πάει στο πάρτυ το βράδυ.
Ήταν καλεσμένος της τσαχπίνας θείας του,της Φώτισης,
που ρθε από τη Θεσσαλία για ψώνια και διασκέδαση.
Είχε και αυτόν το φόβο μην τρακάρει κανέναν «αδέσποτο συνάδελφο του»,
που θα ΄χε όρεξη για κουβέντες…
Και πού να βρεί να αντλήσει δύναμη, για να ανταποκριθεί
σε άχαρες και υποβουλιμιέες ερωτήσεις: «Πού γράφεις τώρα Μάχο;»
«Γιατί έχουμε τόσο καιρό να σε διαβάσουμε;»
Μ΄ αυτά και μ΄ αυτά, ακολούθησε όσο λιγότερο τραχείς δρόμους
γινόταν, εκείνο το βραδάκι.
Αφού περιπλανήθηκε ώρα στην κοιλάδα της Ερμού,
έστριψε κόντρα στην ροή της Βενιζέλου.
Διέσχισε εγκάρσια την κοίτη της, και ακολουθώντας την νότια όχθη,
σιγά- σιγά σύρθηκε ως την οικοδομή που γινόταν το πάρτυ.
Ανέβηκε, μπήκε και σκανάρισε τον χώρο.
Εντόπισε καναπέ με εύκολη πρόσβαση στο αυτοσχέδιο
μπάρ και στρώθηκε. Γλέντι τρικούβερτο.

Οι υπολογισμοί, οι μετρήσεις ,και οι ποσοτικές αποτυπώσεις γενικώς
τον χαλάρωναν και τον βοηθούσαν πάντα να ανταπεξέρχεται
στις βαριεστημένες εξόδους και στις μουδιασμένες «διασκεδάσεις».
Κι άρχισε: «ψηλό ταβάνι, γύρω στα 2,45…
34 (35 με μένα) καλεσμένοι…και 2 κοπέλες του κέτερινγκ
…σύνολον 37. Διαμέρισμα μεγάλο, 180 τετραγωνικών.
Αν δεν έρθουν άλλοι, αντιστοιχούν4,86 τ.μ. στον καθένα μας.
5 δωμάτια, χώρια σαλονοτραπεζαρία και 2 λουτροκαμπινέδες.
2 μπαλκόνια, ένα δυτικομεσημβρινό και ένα βόρειο.
2 τριθέσιοι καναπέδες ένας διθέσιος, τραπέζι 16 ατόμων,
68 μπουκάλια, πολλά ποτήρια, και 90 με 110 ντεσιμπέλ…».
39 χρόνια τώρα, πάλευε να γίνει αυτιστικός,
και από ότι φαινόταν απόψε θα τα κατάφερνε.
Ήταν σε καλό δρόμο.
Έως που… βρέθηκε να ατενίζει από απόσταση
επτά- οκτώ μέτρων, μια ευκίνητη και γυμνή ραχοκοκαλιά.
Και βάλθηκε να μετρήσει τους σπονδύλους της.
Καθώς αυτήν λικνιζόταν στον ρυθμό της μουσικής
δεν ήταν εύκολο το μέτρημα. Πάντα μετρούσε τους
σπονδύλους ξεκινώντας από τον πρώτο αυχενικό.
Πριν καλά- καλά φτάσει στους πρώτους οσφυϊκούς,
αρκετά πριν τον κόκκυγα, κατάλαβε πως η «φορέας»
της στιλάτης ραχοκοκαλιάς τον πήρε χαμπάρι…
κι έστρεψε προς αυτόν…κόβοντας του τον επίμονο βήχα
και το μέτρημα.
Ο σφέτερος νους του, που συχνά τον εξέθετε
κάνοντας τον να δείχνει αμήχανος,
για ένα-δύο δευτερόλεπτα πήγε να «πάρει κεφάλι»,
αλλά ο μετρ της ψυχραιμίας δεν χάνει τον έλεγχο…
Και όπως ήταν αναμενόμενο, επανέφερε την "αύρα" του γρήγορα
και με επιτυχία, στην προτέρα κατάσταση. Και ισορρόπησε.

«Τώρα που με γνωρίσατε εκ της οπίσθιας πλευράς,
μήπως θα θέλατε να εντρυφήσετε και στο εμπρόσθιο τμήμα μου;
Σας βεβαιώ ότι παρουσιάζει ανάλογο ενδιαφέρον…»
του είπε.
«Αυτό σας παρακαλώ αφήστε με να το κρίνω εγώ…
μα παρακαλώ καθίστε» απήντησε με ευγένεια ο θεός της ψυχραιμίας.
Το όνομά της ήταν Ηρώ. Μικρό σαν το μπόι της .
Ο κορμός της ευκίνητος και λεπτός (στηριζόμενος με σιγουριά
στην προαναφερθείσα ραχοκοκαλιά) βασιλικού ρυθμού,
μετά τεσσάρων τρούλων και δύο κλητών αμφιπλεύρως.
Κάθισε, γνωρίστηκαν, μίλησαν, τσούγκρισαν, ήπιαν, κάπνισαν.
Την διακατείχε μια αφιλοκερδή και γοητευτική ευφράδεια,
η οποία τον συνέπαιρνε, με αποτέλεσμα φορές να χάνει το νόημα
των όσων του έλεγε.
Η γλώσσα της αεικίνητη σφάδαζε υπέροχα και ασταμάτητα
μέσα στην υγρή φωλιά της. Που την σφράγιζαν δύο
ομολογουμένως όμορφα χείλη.
«Μην πίνεις πολύ, θα ζαλιστείς…» της είπε, στον ενικό πλέον.
«Ανησυχώ για αυτούς, που ανησυχούν για μένα…» του αντείπε.
«Στο θέατρο πας Ηρώ;»
«Μπα… μόνο στα μπουζούκια»
«Πρώτο τραπέζι..;»
«Όπου βρω… Όχι πως δεν μ΄ αρέσουν τα μπροστινά τραπέζια,
όχι πως δεν με κάνουν να νοιώθω άσχημα οι πίσω,

δεύτερης διαλογής, θέσεις…αλλά να,
θα με στεναχωρούσε περισσότερο το στρίμωγμα, το γλείψιμο,
το σπρώξιμο, οι φωνές, μέχρι να καταφέρω

να φτάσω στις πρώτες θέσεις».
Του άρεσε όπως τα έλεγε.
«Ναι... και γω… οι πράξεις μας… οι συνέπειες τους... θέλω να πω…
ταξιδεύουν μετά μόνες τους…
Αν με εννοείς …μας αδράχτουν απ΄ τα μαλλιά,

ακόμα κι αν έχουμε μετανιώσει…
ακόμα κι αν έχουμε αλλάξει γνώμη…θέλω να πω…

αδιαφορούν αν στο μεταξύ έχουμε γίνει καλύτεροι».
«Τι ωραία που τα λες! Τι είσαι αλήθεια; Δεν μου είπες…
δάσκαλος, φιλόλογος φαρμακοποιός, γιατρός, αρχιτέκτονας,

ποιητής, δημοσιογράφος, μεγαλοεπενδυτής, εισοδηματίας,
μικρομέτοχος ανωνύμου εταιρίας, ή μικροεπαγγελματίας..;»
«Μπα, τίποτα από αυτά.

Απλός μεγαλομαλάκας της εξαρτημένης εργασίας»
«Α, πολύ ωραία!
(ενθουσιασμένη) και τί ετοιμάζεις τώρα
για την συνέχεια της καριέρας σου;»
«Έχω πολύ δουλειά, ετοιμάζω το επόμενο λάθος μου.»

Αυτό ήταν. Τον ερωτεύτηκε σφόδρα.
Κατόπιν της πρότεινε να την πάει από το σπίτι.
Κι αυτήν δέχτηκε.


υ.γ.
(Προτείνω 5 λέξεις για παιχνίδι.
Όστις επιθυμεί ας τις συντρίψει:
παρεκκλήσιον,σιταποθήκες,χαρτοκοπτική,κλαίγοντας,
ενυπόγραφο).

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2007

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2007

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2007

Ένα ρομαντικό γράμμα, σε τρεις πράξεις, προς έναν φανταστικό κυβερνογραφέα-βλόγερ.

Πράξη Α΄

Αγαπητέ,
δεν σου κρύβω ότι σκέφτηκα πολύ πάνω σ΄ αυτά
που διημείφθησαν και ειπώθηκαν
στις τελευταίες τόσο γόνιμες συζητήσεις μας.
Και θέλω να σου πω ότι, το «σακατιλίκι» της γραφής
και της αυτοέκδοσης, είτε προϋπήρχε εν σπέρματει μέσα σου,
είτε αποκτήθηκε επίκτητα από αδέσποτο βόλι
που σε βρήκε κατακούτελα, το τελικό αποτέλεσμα
παραμένει το ίδιο. Εσύ, και ο καθείς, θα κρίνει στο τέλος
αν άξιζε τον κόπο. Πάντως, καλύτερα να μετανιώνεις
για κάτι που έκανες, παρά για κάτι που δεν έκανες.
Φχαριστήθηκα ιδιαίτερα τα όσα είπαμε.
Αφενός, διότι βασίστηκαν στην ευορκία στην αξιοπρέπεια
και στη συμπάθεια, και ουδόλως στην δουλοπρέπεια
το γλείψιμο και την υποτέλεια… Αφετέρου, διότι μου δόθηκε
πάλι η ευκαιρία να νοιώσω αυτήν την υπέροχη αίσθηση
που μου δημιουργείται όταν συνομιλώ επί ίσοις όροις στη βάση
της εμπιστοσύνης, όταν το πεδίο στο οποίο λαμβάνει χώρα
η συζήτηση μεταμορφώνεται σε ένα ρήγμα στην άγνοια
και την αδιαφορία. Γι΄ αυτό το φχαριστήθηκα,
και γι΄αυτό το φχαριστιέμαι γενικώς.
Τα ερωτήματα που αναδύθηκαν, και από κοινού μας βασάνισαν
είναι ομολογουμένως πολλά και βαριά. Και αυτός είναι ο λόγος
που ένοιωσα την ανάγκη να σου γράψω τούτο το γράμμα.
Τα ανασκαλεύω τώρα, αναλογιζόμενος την ευθύνη
που επωμίστηκα , ενθαρρύνοντας σε να μπεις στο «λούκι»
να κατατρύχεσαι με τέτοιες «ανοησίες».
(Διότι ως τέτοιες τις εννοούν πολλοί, και όχι πάντα άδικα).
Θέλω να σου πω, (διότι δεν θέλω να αγωνιάς και να βασανίζεσαι),
πως είχες δίκιο όταν έλεγες ότι ο κάθε ευψώνιστος
κυβερνοναύτης γραφέας, βιώνει μια αίσθηση
απόλυτης ελευθερίας μέσω του web, και νοιώθει στα σώψυχά του
ως ένας διατρητικός παγκόσμιος συνομιλητής. Και εν δυνάμει είναι,
αλλά θα συμφωνήσω ξανά μαζί σου, πως στην πραγματικότητα
η εμβέλεια των όσων λέει, συνήθως δεν είναι μεγαλύτερη
απ΄ αυτήν του κυριακάτικου κηρύγματος του παπά
στα Βραγγιανά Γρεβενών.(ορεινό χωριό 25 κατοίκων)
Άντε βάλε και το διπλανό χωριό, άλλοι τόσοι.
Ακολούθως, μου είπες πως αυτήν η αυτιστική συμπεριφορά
μπροστά στο μόνιτορ του υπολογιστή, μερικές φορές φαίνεται
να αποβλακώνει και συνεχώς να απομακρύνει
τον «βλογιοκομμένο» από τους κρεάτινους γύρω του
συντρόφους και συνομιλητές. Και πως, παρ΄ ότι η γρήγορη
και μοναχική πρόσβαση στην «πληροφορία» κατά έναν τρόπο
τον απελευθερώνει, κατά έναν άλλο, τον καθιστά δέσμιο
μιας ψευδαίσθησης. Και σ΄ αυτά συμφωνώ.
Αλλά πιστεύω ότι το καθοριστικό είναι, υπό ποίους όρους
κάποιος προσεγγίζει τις δυνατότητες που του προσφέρονται.
Νομίζω δε, πως το χειρότερο σ΄ αυτήν την ουσιαστική
(ή κατ΄ επίφαση) επικοινωνία,
με την εξαιρετική διάχυση των δυνατοτήτων έκφρασης
που υπόσχεται και προσφέρει, είναι ότι ενώ εκτείνεται
συνεχώς και αποκτά όλο και μεγαλύτερο εύρος,
δεν βαθαίνει περισσότερο από ένα θλιβερό
και ρηχό ρυάκι, που ίσα ίσα "βρέχει τον αστράγαλο".
Με αποτέλεσμα, όσο πιο δημοκρατικό δείχνει να είναι
το διαδίκτυο, τόσο «ξεβρακώνεται» και δείχνει πόσο μηδαμινή
είναι η συνεισφορά του στην αποσυγκέντρωση της δύναμης
και της εξουσίας. Η οποία συνεχίζει να μαζεύται σε όλο
και λιγότερα χέρια, ερήμην μας.

Πράξη Β΄


Παρ΄ όλα αυτά θέλω να σου επισημάνω πως ένας τυχαίος,
γέρος, σοφός και αλανιάρης σκύλος της πόλης,
μπορεί να γνωρίζει χίλια πράγματα γύρω από τις παγίδες
που καραδοκούν στον καθημερινό του βίο,
(μπόγιας, τροχοφόρα, φόλες, κτλ).
Δεν μπορεί όμως να γράψει ένα άρθρο στο ΒΗΜΑ της Κυριακής,
ή στην ιστοσελίδα του «φιλοζωικού συλλόγου»,
ή στο προσωπικό του μπλόγκ, με θέμα: «Οι θανατηφόρες παγίδες
της πόλης, για κοπρίτες σκύλους» ,
ώστε να ενημερώσει τους συντρόφους και τους επιγόνους του.
Διότι αυτή τη δυνατότητα, δυστυχώς ή ευτυχώς μέχρι τώρα
μόνο ο άνθρωπος την κατέκτησε. Και σ΄ αυτήν μάλλον
εντοπίζεται και η κορυφαία διαφορά του από τ ΄ άλλα
ανώτερα θηλαστικά. Ο άνθρωπος είναι το ζώο που
«συγκρατεί το χρόνο» μέσω της γραφής. Όλα τα άλλα γήινα
όντα επικοινωνούν και μεταβιβάζουν πληροφορίες
σε ενεστώτα χρόνο και σε περιορισμένο γεωγραφικά τόπο.
Αδυνατούν να συνομιλούν γραπτώς διαρρηγνύοντας το χρόνο
και ξεπερνώντας τις αποστάσεις. Αδυνατούν να μεταφέρουν
την γνώση στο μέλλον και σε άλλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη
του πλανήτη ή και έξω απ΄ αυτόν.
(συμβαίνει ίσως μόνο μέσω της κυτταρικής μνήμης
και της αργής γενετικής μετάλλαξης του κάθε όντος ,
αλλά αυτό δεν αποτελεί συνειδητή γνώση,
και απαιτεί χιλιάδες χρόνια.)
Ο επόμενος δηλαδή συμπαθέστατος νεαρός κόπρος
πρέπει μόνος του, και απ΄ την αρχή, χωρίς την έτοιμη γνώση
των προγόνων του, (αν σταθεί τυχερός και ικανός)
να κατακτήσει την πολύτιμες και σωτήριες πληροφορίες
αποφυγής των αστικών κινδύνων.
Η γραπτή συνομιλία και «καταχώρηση», δια μέσου των χρόνων ,
είναι που έκανε τη διαφορά. Δίχως τη γλώσσα στην αρχή,
και την γραπτή συνομιλία μετά, η πραγματικότητα
δεν θα ήταν ίδια. Διότι ανύπαρκτη γλώσσα σημαίνει,
ως ένα βαθμό, ανύπαρκτη σκέψη. Ανύπαρκτη γραφή,
σημαίνει ανύπαρκτη γνώση. Ανύπαρκτη συνομιλία σημαίνει,
εξαιρετικά δυσχερής συνύπαρξη. Ελλιπής και άμορφη γλώσσα,
σημαίνει ελλιπή και άμορφη συνεννόηση.
Ελλιπής συνεννόηση σημαίνει άδηλο μέλλον. Κι αφού όλοι ξέρουμε,
(ή τέλος πάντων, όσοι θέλουν να ξέρουν) ότι το μέλλον είναι εδώ…
και ότι, μελλοντικοί παράδεισοι δεν υπάρχουν…
Δεν απομένει άλλη «σωτηρία» από το να γίνει ο καθείς
ένας παράδεισος για τους άλλους, με όποιον τρόπο διαλέξει.
(έστω και αν ο ίδιος είναι γεμάτος από πολλές μικρές «κολάσεις»)
Έστω και με τούτον δω…
«Μια πραγματικότητα που δεν λέει, δεν γράφει και δεν μιλά
δεν είναι καν ολότελα πραγματικότητα» (Octavio Paz).
Δεν ξέρω αγαπητέ, αν όλα τούτα σε παρηγορούν …
ή αν δίνουν κάποιες λύσεις στις αιωρούμενες αμφιβολίες σου…
ή αν αντίθετα σε ταράζουν.
Δεν ξέρω αν τα αντιλαμβάνεσαι ως απάνεμο λιμανάκι…
ή ως μαύρο ανταριασμένο ωκεανό…
Όπως και αν τα αντιλαμβάνεσαι ένα είναι σίγουρο,
πως η «συνομιλία» και η γραπτή επικοινωνία παραμένει
μια πρόκληση για τον καθένα.
Και δεν αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμα των
«θεσμοθετημένων» λογοτεχνών, ή των επαγγελματιών
της ενημέρωσης.
Δεν αποτελεί καν «πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς»,
ούτε πεδίο άγρας πελατών, αλλά γονιμοποιό σπέρμα συνεννόησης …
Πάντα είναι η «οδός», και ποτέ το «τέρμα».
Το ρήμα «ομιλώ» στην ελληνική γλώσσα κουβαλάει
μια ιδιαιτερότητα μοναδική. Δεν έχει ετυμολογικά καμία σχέση
με αυτό για το οποίο το χρησιμοποιούμε.
Λέμε δηλαδή, «ομιλώ» για να δηλώσουμε την εκφορά των λέξεων
μέσω της φωνής, ή μεταφορικά, την μετάδοση νοημάτων
μέσω της γραφής με μολύβι και χαρτί, ηλεκτρονικά ή αλλιώς.
Η καταγωγή του όμως έλκεται από την λέξη «όμιλος»,
που σημαίνει βρίσκομαι με άλλους ανθρώπους.
Ομιλία δηλαδή, είναι η συνύπαρξη στο χώρο και στο χρόνο,
και όπως και αν επιτυγχάνεται, το βασικό συστατικό της
παραμένει το «ομού».Η άρση της μόνωσης.
Η ίδια η βάση της κοινωνίας των ανθρώπων.
Σαν να λέμε δηλαδή, πως δεν πρέπει να «ράβουμε» το στόμα μας,
έως ότου μπουκώσει με χώμα,
διότι τότε επιτελούμε έργο κοινοτικό και ανθρώπινο.
(Εντάξει κάποτε χρειάζεται και η σιωπή, αλλά μην γελιέσαι φίλε μου,
κι αυτήν ένας τρόπος ομιλίας είναι, και φορές φορές λέει πολλά.
Πολλές φορές οι ενδιάμεσες παύσεις είναι που καθιστούν
την «ομιλία» πιο έγκυρη).

Πράξη Γ΄


Μέσα από τις λέξεις ξεχειλίζουν δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες,
μέρες και αιώνες. Μέσα από τα γκαστρωμένα νοήματα διαφεύγουν
σήματα-νοήματα προς κάθε κατεύθυνση.
Τα νοήματα τρέφονται από τα πράγματα, και τα τρέφουν.
Τα νοήματα ρουφάνε το μεδούλι των πραγμάτων και συνεχώς
αβγαταίνουν. Όλα τούτα που με τόσο μεράκι σκαρώνεις
και τόσο όμορφα διατυπώνεις δεν είναι επινοημένες
πραγματικότητες , παρά είναι πραγματικές επινοήσεις.
Όχι λιγότερο πραγματικές από την πραγματικότητα.
Για αυτό σου λέω, «μη μασάς».
Αλήθεια, δεν θα συμφωνούσες και εσύ, ότι είναι ωραίο
να εκπέμπεις σήματα, να βάζεις λέξεις στη σειρά,
να τις αφήνεις να πηγαίνουν…
και κατόπιν να τρέχεις πίσω τους να τις προλάβεις;
Να πλέκεις ένα δίχτυ με φράσεις, και απ΄ την ανάλαφρη
πλέξη του, να ξεφεύγουν τα νοήματα όσων λες,
και οι συνομιλητές να ψάχνουν να τα βρούν;
Τί τα θες; Κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη από ένα
«αμετάφραστο» τραγούδι, για να παλεύει να το ερμηνεύσει.
Στρώνεις ένα δρόμο δηλαδή.
Καταπραΰνεις τον πόνο από το μοιραίο στραπατσάρισμα
του χρόνου και του ανθρώπινου συγχρωτισμού.
Στρώνεις οριζόντιες μονοκονδυλιές και τις αφήνεις να επιχειρούν
σαν συντεταγμένος στρατός στην συνείδηση…
να αποπλανούν σαν σειρήνες το νου…
να εξεγείρουν την όρεξη για συμμετοχή και συνεννόηση.
Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο πολύ τα παιδικά σου
όνειρα παλιννοστούν μέσα σου. Όχι ως φαντάσματα
που πρέπει να τα ξορκίσεις, αλλά ως ευκαιρίες να καταλάβεις
ποιος είσαι και που πας…
Ως μαγιά που τη χρησιμοποιείς για να διηγηθείς
την επώδυνη αντίστροφη μέτρηση της ενηλικίωσης σου,
στους άλλους ενήλικους.
Τι είναι άραγε αυτά που λες δίχως το «ευήκοον ους»,
τι είναι άραγε αυτά που γράφεις δίχως τα μάτια των άλλων
που τα διαβάζουν; Τίποτα … παρά μόνο στίγματα στοιχημένα
στη σειρά από αριστερά προς τα δεξιά δίχως αξία,
δίχως υπόσταση.
Μόλις κάποιος τα διαβάσει εξ΄ αίφνης υπάρχουν.
Και κατά κάποιο τρόπο, υπάρχεις και συ...
Και ποιός μπορεί να σου το αρνηθεί αυτό;
Το ελάχιστο που έχουμε να κάνουμε θαρρώ μ΄ αυτό το σακατιλίκι
της γραπτής αυτοέκθεσης είναι να την αντιμετωπίζουμε
ως αληθινή ζωή και όχι ως υποκατάστατο,
να απολαμβάνουμε δηλαδή το πώς επιλύεται
ο γρίφος της διαλεκτικής της ειρωνείας.

Σε φιλώ,
ως ένας ακόμα.